GameNow WP Theme

DarkLight
ΕΛΕΝΗ ΣΤ. ΑΝΔΡΕΟΥ, ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ, Διηγήματα

Διηγήματα, γραμμένα για τον έρωτα, αυτόν, που εξυψώνει τον άνθρωπο, που του γαληνεύει την ψυχή,  τον εμπνέει να δημιουργεί και τον κάνει καλύτερο, μέσα από ιστορίες αληθινές και αλληγορικές. 
Γράφει η συγγραφέας:
“Ένας έρωτας γνήσιος, ανόθευτος, άκρατος σαν το χρώμα και το άρωμα του ποιοτικού κρασιού” 
Και αναρωτιέται:
“Μήπως είναι ουτοπία;”  
Και πάλι γράφει:
“Η ζωή είναι αυτή που μας δείχνει τον δρόμο που θ’ ακολουθήσουμε και δεν πρόκειται να λαθέψουμε. Και δεν θα λαθέψουμε, αν αυτός ο δρόμος είναι ο αληθινός δρόμος της καρδιάς μας”.
Όμως, μέσα απ’ αυτές τις ιστορίες, διακρίνεται ξεκάθαρα, η γνώση της ζωής με τη σκληρότητα της, με τις απρόβλεπτες ανατροπές της, με τα σκοτάδια, αλλά και το φως της, τις λύπες, τις χαρές και τα λάθη στο διάβα της ζωής τ’ ανθρώπου.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

«Κι ήταν κι εκείνη η εκδρομή στη λίμνη.
Ένα άλλο καλοκαίρι, που δεν έμοιαζε μ’ αυτό, λίγο καιρό πριν φύγω όταν είχαμε πάει εκδρομή με μια μικρή παρέα σ’ ένα χωριό. Σ’ ένα μικρό, γραφικό μακρινό χωριό, γαντζωμένο στη ράχη ενός βουνού. Γελούσαμε και περπατούσαμε και χωρίς να το καταλάβουμε απομακρυνθήκαμε από τους άλλους. Καθώς πηγαίναμε, βρήκαμε μπροστά μας μια λίμνη. Εκεί, δίπλα στις όχθες της καθίσαμε. Οι ιτιές, έγερναν προς τα κάτω, λύγιζαν τα κλαριά τους, σαν να ήθελαν ν’ ακούσουν τα λόγια του έρωτά μας, τα μυστικά μας. Βασίλευε απόλυτη ησυχία. Η γαλήνη, μου ηρεμούσε την καρδιά. Ο Κίμωνας, ήρθε πιο κοντά μου. Τον κοίταζα και είδα στα μάτια του, ν’ αντιφεγγίζουν τα μαργαριταρένια νερά της και τα ’κανε να λάμπουν ακόμα πιο πολύ. Οι ηλιαχτίδες, έπαιζαν κρυφτό με τα δέντρα. Τίποτε δεν χαλούσε τη σιωπή. Έγειρε δίπλα μου, με πήρε αγκαλιά και με ρώτησε σιγά, ψιθυριστά:
– Έχεις ακούσει ποτέ τη φωνή της λίμνης; Και πριν προλάβω ν’ απαντήσω, συνέχισε.
– Εγώ, ποτέ. Γιατί η λίμνη, έχει μια παράξενη γαλήνη. Είναι αμίλητη, βουβή. Μόνο τα πουλιά, τα ζωηρόχρωμα πουλιά με τα πλουμιστά φτερά τους, που πεταρίζουν πάνω της, μόνο αυτά, έχουν μιλιά, έχουν τις μικρές, δικές τους φωνές, κι έδειξε τους κορμοράνους και τους χρυσαετούς που έπαιζαν αναμεταξύ τους και έσκιζαν τον αέρα. Έγειρα ακόμα πιο κοντά του. Και συνέχισε «ενώ η θάλασσα, αυτή, είναι άλλο πράμα. Η θάλασσα, της μιλάς και σου αποκρίνεται, της φωνάζεις και σου θυμώνει ή πάλι την καλοπιάνεις και σου χαϊδεύεται»… ‘
Είχε τόση γαλήνη εκείνη την ώρα. Μου φάνηκε πως οι ιτιές έγειραν πιο πολύ τα κλαδιά τους πάνω μας, σαν γριές κουτσομπόλες!
Καθίσαμε πολλή ώρα δίπλα στη λίμνη. Κι όταν άρχισε ο ήλιος να βασιλεύει, γυρίσαμε πίσω κατεβαίνοντας τον φιδίσιο δρόμο.
Εκείνη τη νύχτα, την πρώτη που είχα επιστρέψει, δεν έκλεισα μάτι. Ο Κίμωνας δεν είχε εμφανιστεί. Φαίνεται πως μου κρατούσε θυμό και γι’ αυτό δεν ήρθε να με δει. Κι είχε δίκιο. Τι περίμενα άλλωστε;
Το άλλο πρωί, σηκώθηκα νωρίς. Άρχιζε πάλι η εποχή του τρύγου. Θα μαζευτούμε όλοι μαζί, θα τραγουδήσουμε, θα πούμε ιστορίες και θα μείνουμε ως το ξημέρωμα. Κι ο Στρατής, θα φέρει εκείνο το κόκκινο καλό κρασί, απ’ το αμπέλι μας και θα το πιούμε κάτω απ’ το φως του φεγγαριού. Και όταν ήρθε το βράδυ, έτσι έγινε. Οι θείοι, οι γείτονες κι άλλοι από πιο μακριά, κάθισαν κοντά ο ένας με τον άλλον και μου δώσανε ακόμα μια χαρά που είμαστε ξανά όλοι στο αντάμωμα του τρύγου. Αλλά, εξακολουθούσα να τον ψάχνω. Πού θα μπορούσα να δω τον Κίμωνα, να τον συναντήσω. Ίσως να του εξηγούσα κιόλας. Δεν είχα καμιά δικαιολογία, καμιά εξήγηση. Να του ζητούσα συγνώμη αν ήθελε να τη δεχτεί. Άκουγα τις φωνές των δικών μου που μου έλεγαν πόσο χαρούμενοι ήταν που γύρισα. Πήγα προς το μέρος τους και κάθισα κοντά στους άλλους.
Κι εκεί, στη γωνίτσα, στη «δική μας» γωνίτσα στο μισοσκόταδο, κάτω από τη ροδιά, είδα έναν άντρα να στέκεται και να περιμένει και τότε… τότε, ένα γλυκό σφύριγμα του γνώριμου τραγουδιού γέμισε τον αέρα. Το αηδόνι μου! Και μ’ έκανε να τρέξω προς τα’ κει. Δεν είχα λαθέψει. Ήταν εκείνος. Είχε έρθει.
– «Ξαναγύρισες», μου ψιθύρισε, με αγκάλιασε και μείναμε πολλή ώρα έτσι. Όταν επιστρέψαμε στους άλλους, το τραγούδι είχε ανάψει και λίγο το φεγγάρι, λίγο το άρωμα των αμπελιών, των λουλουδιών μαζί με την κιθάρα του θείου Αρίστου, ξημερωθήκαμε».

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Η ΕΛΕΝΗ ΣΤ. ΑΝΔΡΕΟΥ γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς Μικρασιάτες.

Σπούδασε Νομικά στην Νομική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Γαλλική φιλολογία στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας. Εργάστηκε ως δικηγόρος στην Αθήνα και ως συμβολαιογράφος στον Πειραιά.

Διηγήματα της έχουν δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό “Νέα Εστία”.

   Έργα της ίδιας:

1) Το άνθος της ροδιάς νουβέλα(1994) εκδ. Δωδώνη

2)Στην ελπίδα διηγήματα(1997) εκδ. Δωδώνη

3) Το πέρασμα μυθιστόρημα(2006) εκδ. Βασιλείου

4)Η παράξενη πόλη διηγήματα(2015) εκδ. Γαβριηλίδη

5)Το πέρασμα  επανέκδοση(2017) εκδ Γαβριηλίδη.

 

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΕΛΕΝΗ ΣΤ. ΑΝΔΡΕΟΥ

Έτος έκδοσης: 2022

ISBN:978-960-438-252-1

Σελίδες: 100

Τιμή: € 14,84


Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το βιβλίο.
Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης
  • ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ του Ανδρέα: ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΙΚΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ, ΟΚΤΩ ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ 2020, Βιβλιοπαρουσίαση
  • Η ΜΟΝΗ ΤΟΥ «ΚΑΤΟΥ ΑΙ ΓΙΩΡΓΗ των ΚΡΗΜΝΩΝ» στη Ζάκυνθο. Ένα ιστορικό και θρησκευτικό μνημείο που μάλλον διέφυγε εκ παραδρομής της προσοχής των κ.κ. Υπουργών Πολιτισμού και Τουρισμού
  • ΜΙΚΕΛΗΣ ΤΖΑΝΑΤΟΣ: «Ο ΜΙΚΕΛΗΣ του ΜΙΚΕΛΑΚΗ»
  • ΣΤΙΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΤΟΥ 1857 ΑΠΕΒΙΩΣΕ Ο ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ. ΑΜΕΣΩΣ ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣΑΝ ΜΕ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΠΤΑΝΗΣΩΝ.
  • «Πρώτη ελληνίς χορεύσασα με τον Όθωνα εν Κερκύρα ήτο ζακυνθία»
  • «ΟΜΙΛΙΕΣ» και χοροί στην ΄Υπαιθρο.
  • ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ, ΤΑ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΕΠΙΣΚΕΨΕΩΝ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 2021. Το περιοδικό πολιτισμού των ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ
  • ΕΥΗ ΖΕΡΒΟΥ-ΚΑΛΛΙΑΚΟΥΔΗ, «Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός 1848-1865» της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ, ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ, 2019
  • ΤΟ ΜΑΩΜΑ ΤΩΝ ΕΛΙΟΝΕ ΚΑΙ ΤΑ ΛΙΤΡΟΥΒΕΙΑ
  • Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ (Στην πραγματικότητα ΤΩΝ ΕΧΙΝΑΔΩΝ ΝΗΣΩΝ) στις 7.10.1571 Αφορμή για το ΠΡΩΤΟ ΑΝΕΒΑΣΜΑ ΑΡΧΑΙΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ μετά την ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ