GameNow WP Theme

DarkLight
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ: Η ΜΕΤΑΞΟΥΛΑ, Το οδοιπορικό μιας οικογένειας με φόντο την Ιστορία

ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΚΤΗΣΕΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ 1Ο% ΕΚΠΤΩΣΗ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ:

www.politeia.gr

Η Μεταξούλα, το τρίτο παιδί μιας οικογένειας απόδημων Κεφαλλονιτών, γεννιέται μέσα στα πλούτη, στο Ροστόβ της Νότιας Ρωσίας. Το ρόδινο μέλλον γρήγορα ακρωτηριάζεται από τις ιστορικές συγκυρίες, για να ακολουθήσει μια οδύσσεια ξεριζωμού και κακουχιών. Η Μεταξούλα, μέσα από τις συγκλονιστικές περιπέτειες της ζωής της, μαθαίνει να προσαρμόζεται, να επιβιώνει και να προχωρεί.

Κεφαλλονιά, Ροστόβ, Μπατούμ, Κωνσταντινούπολη, Βόλος, Αφρική, Αθήνα.

Τρεις ήπειροι, δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, Οκτωβριανή Επανάσταση, Μικρασιατική καταστροφή, Κατοχή, Δεκεμβριανά.

Η αληθινή ζωή μιας γυναίκας, μιας οικογένειας, μιας ολόκληρης γενιάς.

Κυρίαρχη η Ιστορία, έτοιμη να λυγίσει αμείλικτα στο διάβα της τις ελπίδες και τα όνειρα των καθημερινών ανθρώπων.

[Στο βιβλίο περιλαμβάνονται και αυθεντικές φωτογραφίες από τη ζωή των ηρώων του μυθιστορήματος]

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ  ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

«Μια γυναίκα, στην είσοδο του σταθμού, πουλούσε τσάι. Η Ελένη έψαξε στην τσέπη της κι έβγαλε λίγα καπίκια. Η γυναίκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, ήθελε γρόσια. Το Μπατούμ, εδώ και δύο χρόνια, είχε παραχωρηθεί στην Τουρκία. Η Ελένη μάζεψε τα χρήματα απογοητευμένη. Η γυναίκα, όμως, αφού έριξε μια ματιά στα παιδιά, σέρβιρε το καυτό τσάι σε κοντά γυάλινα ποτηράκια.

Σε δύο ώρες, βγήκαν από το σταθμό. Παρά το πρωινό κρύο, ένας ήλιος πάσχιζε να διαπεράσει τα σύννεφα και να χαρίσει μια παρήγορη θαλπωρή. Η εικόνα της φθοράς ήταν φανερή από τα πρώτα βήματα. Η άλλοτε πανίσχυρη πόλη, το ασφαλέστερο λιμάνι όλης της ανατολικής ακτής της Μαύρης Θάλασσας, από το Κερτς ως τη Σινώπη, παρουσίαζε μια εικόνα ερήμωσης. Τα εμπορικά κλειστά, οι δρόμοι βρώμικοι, παντού μια μυρωδιά εγκατάλειψης και αποσύνθεσης. Η Ελένη θυμόταν τις διηγήσεις του Χαράλαμπου για την ανθηρή ελληνική παροικία του Μπατούμ, για τους πλούσιους εμπόρους που συσπειρώνονταν γύρω από την εκκλησία τους, τον Άγιο Νικόλαο. Τίποτε από αυτά δεν μπόρεσε να ανακαλύψει σέρνοντας τα πόδια της στους σκονισμένους δρόμους.

Τα παιδιά πεινούσαν, η νόνα, σε κάθε βήμα, ήταν έτοιμη να σωριαστεί και οι εγγονές της την κρατούσαν με το ζόρι. Έπρεπε να βρουν κάτι να φάνε κι ένα μέρος να ξεκουραστούν. Η Ελένη στήριξε τις ελπίδες της στο γραφείο «Κωνσταντινίδης και Σία». Αυτοί θα τους βοηθούσαν. Έπρεπε, όμως, να φτάσουν στο λιμάνι. Άρχισαν να κατεβαίνουν. Η πόλη ήταν χτισμένη αμφιθεατρικά. Μετά τα πρώτα σκαλιά, σταμάτησαν σε ένα ξυλουργείο. Η Ελένη ρώτησε στα ρωσικά αν ήξεραν το γραφείο. Ο ξυλουργός σήκωσε τους ώμους του. Πιο κάτω, ένας πλανόδιος μανάβης, που έσερνε αργά το κάρο του διώχνοντας ένα σύννεφο από μύγες, τους έδειξε το δρόμο.

Το ναυτιλιακό γραφείο «Κωνσταντινίδης και Σία» βρισκόταν στο ισόγειο ενός διώροφου αρχοντικού, στην άκρη του λιμανιού. Η Ελένη άφησε τα παιδιά και τη νόνα απ’ έξω και χτύπησε δειλά. Ένας νεαρός την οδήγησε στο εσωτερικό κακοφωτισμένο δωμάτιο. Τα πάντα μύριζαν παρακμή. Μόλις άκουσε το όνομά της, ο ίδιος ο Θεμιστοκλής Κωνσταντινίδης σηκώθηκε και τη χαιρέτισε με θέρμη, μιλώντας ελληνικά. Με το Χαράλαμπο δεν είχαν μια απλή γνωριμία, ήταν από χρόνια φίλοι και συνεργάτες.

«Πώς ήταν το ταξίδι σας;», ρώτησε.

Η Ελένη δεν είχε κουράγιο για πολλές λεπτομέρειες. Του είπε μόνο ότι είχαν μπει κατά λάθος σε στρατιωτικό τραίνο. Ήταν ένας τρόπος να δικαιολογηθεί κάπως για την αξιοθρήνητη εικόνα της. Εξουθενωμένη, χλωμή και βρώμικη, έμοιαζε σαν κυνηγημένο αγρίμι. Ο Κωνσταντινίδης γούρλωσε τα μάτια με φρίκη και την κοίταξε με μια γρήγορη ματιά από την κορυφή ως τα νύχια, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί. Το καταρρακωμένο παρουσιαστικό μαρτυρούσε την περιπέτεια. Ο νεαρός έφερε μέσα και τα παιδιά. Οι μορφές τους συμπλήρωναν την εικόνα της εξαθλίωσης. Έδωσαν μια καρέκλα στη νόνα.

«Ξέρετε, κυρία Καλλιγά, εδώ τα πράγματα είναι πλέον πολύ δύσκολα. Ευρισκόμεθα υπό την απειλήν και τας ορέξεις των Οθωμανών. Φοβούμαι ότι οι καιροί της ευημερίας έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Θα σας συνεβούλευα να μην κάνετε περίπατο στο λιμάνι, γιατί θα σφιχθεί η ψυχή σας».

«Λυπούμαι πολύ, κύριε Κωνσταντινίδη. Πράγματι, ο σύζυγός μου, όταν μου μιλούσε για την πόλη σας, μου περιέγραφε μια άλλη εικόνα».

«Και δεν είδατε τίποτε! Πάνω από εβδομήντα χιλιάδες οι χριστιανοί πρόσφυγες που κατέφυγαν εδώ. Άλλοι από τα ποντιακά χωριά του Καρς, που τα κατέλαβαν οι Τούρκοι, άλλοι από τις περιοχές της Νότιας Ρωσίας, κυνηγημένοι, όπως κι εσείς, από τους μπολσεβίκους. Και όλοι τους με την ίδια ελπίδα: να καταφέρουν να γυρίσουν στην Ελλάδα. Το λιμάνι για ένα χρόνο ήταν ένα κολαστήριο. Παιδιά ρακένδυτα, γυναίκες αποστεωμένες και ημιθανείς, τριγυρνούσαν επαιτώντας και ζούσαν σε άθλια αντίσκηνα. Όλοι τους περίμεναν μήπως βρουν μια θέση σε κάποιο πλοίο για την Ελλάδα. Μα ήταν αναρίθμητοι! Λίγοι, πιο τυχεροί, αναχώρησαν αλλά οι πιο πολλοί πέθαναν από την πείνα και τις αρρώστιες. Κατόπιν, οι συγγενείς έθαβαν τους νεκρούς σε ρηχές τάφρους, για να τους ξεθάψουν τη νύχτα τα τσακάλια και τα όρνεα. Τώρα πια έχουν απομείνει λίγοι. Εμείς προσπαθούμε να τους συνδράμομε. Μα είμεθα ανεπαρκείς. Να με συγχωρείτε για τις φριχτές εικόνες, είναι και τα παιδιά σας εδώ… Αυτή είναι, όμως, η τραγική πραγματικότης…».

Η Ελένη τον κοίταζε άφωνη. Τα μάτια της βούρκωσαν.

«Δεν τα γνώριζα όλα αυτά… Στη Ρωσία, τα τελευταία χρόνια, ζούσαμε σχεδόν αποκλεισμένοι…».

«Αγαπητή κυρία, ο πόλεμος είναι φριχτό πράγμα! Τίποτε δε μένει όρθιο… Είστε πολύ τυχεροί που ο σύζυγός σας και αγαπητός μου φίλος έχει ήδη εξασφαλίσει τα εισιτήρια».

«Α, ναι… Ευτυχώς!», ψιθύρισε η Ελένη.

«Το πλοίο αναχωρεί αύριο το βράδυ. Ως τότε, επιτρέψτε μου να αναλάβω τη φιλοξενία της οικογενείας σας. Τόσον η σύζυγός μου όσον και εγώ θα είμεθα ιδιαιτέρως ευτυχείς!»

Η Ελένη δέχτηκε με ανακούφιση την προσφορά. Κανείς τους δεν είχε πια δυνάμεις. Αφού ανέβηκαν την παλιά στριφτή σκάλα που έτριζε, βρέθηκαν στον πάνω όροφο, που χρησίμευε για κατοικία. Σε μια ευρύχωρη σάλα τους υποδέχτηκε η γυναίκα του κύριου Θεμιστοκλή.

«Καλωσορίσατε! Περάστε! Γνωρίζετε ελληνικά;»

«Μάλιστα, κυρία!», απάντησε η Κάκια, που αναλάμβανε πάντα, ως μεγαλύτερη, να εκπροσωπεί τα αδέλφια της.

Όταν έκλεισαν πίσω τους την πόρτα της μεγάλης κρεβατοκάμαρας που τους παραχώρησε η νοικοκυρά, η Ελένη δεν άφησε κανέναν να αγγίξει τίποτε, πριν πλυθούν. Μπήκαν πρώτα στο λουτρό, όπου υπήρχε τρεχούμενο νερό και σαπούνι, κι άρχισαν να ξύνουν με λύσσα από το δέρμα τους τα στρώματα της μουτζούρας και της λίγδας που κουβαλούσαν. Ύστερα, χτένισαν τα ξέπλεκα μαλλιά, πέταξαν στην άκρη την εξωτερική αλλαξιά και φόρεσαν τα ρούχα που τους φαίνονταν λιγότερο βρώμικα. Αφού γεύτηκαν τους νοστιμότερους κεφτέδες της ζωής τους, που μοσχομύριζαν δυόσμο, ξαναγύρισαν στο δωμάτιο και κοιμήθηκαν βαθιά ως το επόμενο μεσημέρι. Ο ξένος τόπος είχε πάψει να τους φαίνεται τόσο αποκρουστικός. Ωστόσο, κανείς τους δεν είχε όρεξη να το κουνήσει από το σπίτι και να εξερευνήσει την πόλη, την «πιο άσχημη πόλη του κόσμου», όπως έγραψε η Μεταξούλα το ίδιο εκείνο βράδυ στο τετράδιό της.

 

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Η Σταυρούλα Ιωαννίδου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964. Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας το 1986, με ειδικότητα στις Νεοελληνικές και Βυζαντινές σπουδές. Το 1994 ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή στη Νεοελληνική Φιλολογία. Από το 1987 ως το 2015 δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση.

Παράλληλα, δημοσίευσε άρθρα και μελέτες σε φιλολογικά περιοδικά.

Σήμερα ζει στην Αθήνα και έχει δύο παιδιά.

Από τις εκδόσεις «Περίπλους» κυκλοφορεί επίσης το πρώτο της μυθιστόρημα, «Η εξίσωση»(2020).

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ

Έτος έκδοσης: 2021

ISBN:  978-960-438-236-1

Σελίδες: 335  Τιμή: € 16,96


Σχόλια για το βιβλίο: 1
  • Διονύσης Βίτσος
    3 Ιουλίου 2021
    #1

    Η Μεταξούλα, το τρίτο παιδί μιας οικογένειας απόδημων Κεφαλλονιτών, γεννιέται μέσα στα πλούτη, στο Ροστόβ της Νότιας Ρωσίας. Το ρόδινο μέλλον γρήγορα ακρωτηριάζεται από τις ιστορικές συγκυρίες, για να ακολουθήσει μια οδύσσεια ξεριζωμού και κακουχιών. Η Μεταξούλα, μέσα από τις συγκλονιστικές περιπέτειες της ζωής της, μαθαίνει να προσαρμόζεται, να επιβιώνει και να προχωρεί. Κεφαλλονιά, Ροστόβ, Μπατούμ, Κωνσταντινούπολη, Βόλος, Αφρική, Αθήνα. Τρεις ήπειροι, δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, Οκτωβριανή Επανάσταση, Μικρασιατική καταστροφή, Κατοχή, Δεκεμβριανά

    Η αληθινή ζωή μιας γυναίκας, μιας οικογένειας, μιας ολόκληρης γενιάς.

    Κυρίαρχη η Ιστορία, έτοιμη να λυγίσει αμείλικτα στο διάβα της τις ελπίδες και τα όνειρα των καθημερινών ανθρώπων. Το οδοιπορικό μιας οικογένειας με φόντο την Ιστορία.

    Η Σταυρούλα Ιωαννίδου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964. Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας το 1986, με ειδικότητα στις Νεοελληνικές και Βυζαντινές σπουδές. Το 1994 ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή στη Νεοελληνική Φιλολογία. Από το 1987 ως το 2015 δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση. Παράλληλα, δημοσίευσε άρθρα και μελέτες σε φιλολογικά περιοδικά.

    Σήμερα ζει στην Αθήνα και έχει δύο παιδιά.

    Από τις εκδόσεις «Περίπλους» κυκλοφορεί επίσης το πρώτο της μυθιστόρημα, «Η εξίσωση» (2020)

Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης