GameNow WP Theme

DarkLight
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ: Γεννημένη Τρίτη και 13


Η ζωή και ο θάνατος, που αλληλοαναιρούνται, συνέπεσαν στη ζωή μου από μια αλλόκοτη παράδοξη συγκυρία.

Η αντιμαχία , που τους ήθελε αιώνια εχθρούς και αντιπάλους, από την επενέργεια της μοίρας κόπασε. Η αντιπαράθεση μεταξύ τους καταλάγιασε και μόνιασαν στο ίδιο σπίτι για μια και μοναδική φορά : τη μέρα της γέννησής μου. Έτσι στη συνείδηση μου οι ρόλοι τους εναλλάσσονται και τα όρια μεταξύ τους αποσοβήθηκαν. Και ανέκαθεν πίστευα ότι ο θάνατος είναι το θεμέλιο και το επιστέγασμα της ζωής.

Άλλωστε η ύπαρξη μας δε στηρίζεται στις υπάρξεις των πεθαμένων; O θάνατος είναι η μόνη αθάνατη ‘ύπαρξη που διαχέεται μ’ έναν ανεπαίσθητο τρόπο σ’ όλο το φάσμα της ζωής. Κι ενώ είναι πανταχού παρών , οι υπάρξεις που αποτελούν τη ζωή δεν τον αντιλαμβάνονται ή κάνουν πως δεν τον αντιλαμβάνονται . Και αυτός επιτελεί, ανενόχλητος και ανεμπόδιστος, τη διαδικασία χώνεψης της ζωής.

Κοντολογίς, γεννήθηκα με μια αφύσικη κλίση προς το θάνατο κι ένα περίεργο ενδιαφέρον για το υπερβατικό.

Για τον συγγραφέα:

Γεννήθηκα το 1953 στο χωριό Στρέφη του Δήμου Αρχαίας Ολυμπίας Νομού Ηλείας από αγρότες γονείς. Έζησα εκεί ως το 1970 όπου τελείωσα το εξατάξιο γυμνάσιο και μετά ήρθα στην Αθήνα για να εργαστώ ως διοικητικός υπάλληλος σε αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις. Τα τελευταία δεκαπέντε περίπου χρόνια υπηρέτησα στη θέση της γραμματέως του Γενικού Διευθυντή από τα οποία τα οκτώ τελευταία με απόσπαση ως γραμματέας πολιτικών προσώπων στο Υπ.Γεωργίας και το ΟΠΕΚΕΠΕ. Συνταξιοδοτήθηκα το 2008. Είμαι παντρεμένη και μητέρα ενός αγοριού. Έχω παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής και αυτό το πόνημα είναι η πρώτη μου προσπάθεια στη λογοτεχνία. Αγαπώ την τέχνη και το διάβασμα για θέματα θρησκείας, αρχαίας ελληνικής γραμματείας, λαογραφίας και ανατολικής φιλοσοφίας και του πολιτισμού της. Είμαι ευαισθητοποιημένη σε θέματα εθελοντισμού όσον αφορά στα εγκαταλελειμμένα παιδιά.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

Από τις διηγήσεις της μάνας μου, που τις μονολογούσε όχι τόσο για τις ακούω όσο γιατί αυτόκλητες έρχονταν στο στόμα της, έμαθα όλα τα περί της γέννησής μου και περί του παράδοξου της ύπαρξής μου. Έτσι, έμαθα ότι με το που βγήκα από μέσα της, σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στο δίπλα δωμάτιο, που ήταν το άψυχο κορμί της αδελφής της. Κάθισε στο κεφαλάρι του φέρετρου και δεν σηκώθηκε από εκεί μέχρι που πήραν το φέρετρο για την εκκλησία. Δεν την άφησαν να πάει στο μνήμα. Και κάθε φορά τελείωνε τη σχετική διήγηση με τούτο: «εσένα παιδάκι μου, θα σ’ έβλεπα κάθε μέρα, εκείνη δεν θα την ξανάβλεπα». Αυτή η φράση, που την είχε πρόχειρη και την έλεγε σε κάθε ευκαιρία, ήταν κάτι σαν δια βίου εξήγηση για τη συμπεριφορά της μετά τη γέννα, που ένοιωθε ότι μου χρωστούσε. Ποτέ δεν σκέφτηκε ότι η αποσιώπηση ίσως και να ήταν καλύτερα για μένα. Να μη ξέρω την αλήθεια. Όμως στον τόπο που γεννήθηκα, το καιρό εκείνο, δεν υπήρχαν μυστικά στις ζωές των ανθρώπων. Όλοι ήξεραν τη ζωή του καθενός. Και όλοι μοιράζονταν τη ζωή τους μεταξύ τους.

Έτσι όταν μια γειτόνισσα, την ώρα που γεννιόμουν, ψιθύρισε «κακορίζικο» απλώθηκε στο χώρο σαν κακό συγγενικό, το πήραν όλοι οι παραβρισκόμενοι, το πήρε και η μάνα μου και το μετάδωσε σε μένα. «Κακορίζικο», έτσι με νόμιζαν, ένεκα της γέννησής μου. Και είχαν δίκιο αν κρίνω από τις διηγήσεις της μάνας μου. «Η τύχη σου ήταν ανάποδη. Δεν ήσουν μόνο η αιτία που χάθηκε η αδελφή μου. Ερχόσουν και ανάποδα και δεν μπορούσες να βγεις. Βγήκες μελανιασμένη και ξερή. Ένας Θεός σε γλίτωσε απ’ του Χάρου τα δόντια. Και ένας Θεός σε κράτησε στη ζωή. Για σαράντα μέρες, δεν ξέραμε αν θα ζήσεις ή αν θα πεθάνεις. Δεν έτρωγες, δεν κοιμόσουν και σε έπιανε ένα κακό, όπου δεν μπορούσες να γυρίσεις το κλάμα, να πάρεις ανάσα και μελάνιαζες. Έλεγα, τώρα θα σβήσει. Και σε βαφτίσαμε ένα απόγευμα στο καζάνι για να μην πας αβάφτιστη. Φωνάξαμε τον παπά στην εξοχή. Στην αυλή, κάτω από την κληματαριά, πριν σαραντίσεις. Και πήρες και το όνομά της. Ο πατέρας σου είχε πει: «Αγγέλω χάσαμε, Αγγέλω θα βγάλουμε». Αλλά εγώ πονούσα να ακούω αυτό το όνομα και του είπα, «θα τη λέμε Κική». «Και τη μέρα που σαράντισες κάναμε και τα σαράντα της συχωρεμένης. Δόξα σοι ο Θεός. Ας είναι ευλογημένο το όνομα του. Όλα είναι γραμμένα».

Είτε από τα λόγια της μάνας μου είτε από τις περίεργες όσο και παράδοξες συνθήκες της γέννησής μου είτε από το Τρίτη και 13, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου πίστευα στο γραμμένο, στη μοίρα και στους οιωνούς. Ήταν βαθιά πίστη στην ψυχή και όχι πεποίθηση στο νου. Κατ’ αρχήν, κάθε Τρίτη και 13 δεν μ’ άφηνε η μάνα μου να κυκλοφορώ και, όχι μόνο να κυκλοφορώ, αλλά να μη βγαίνω ούτε στο παράθυρο για να μη δω μαύρο γάτο. Ήταν γρουσουζιά. Δεν εξέταζε βεβαίως ότι στο σπίτι ζούσα με το γκρίζο γάτο μου. «Αυτός είναι του σπιτιού, δεν πιάνεται». Και τα γενέθλιά μου, όσο ζούσε και όσο μπορούσε, δεν τα γιόρταζε ποτέ την ημέρα της γέννησής μου. Αυτό που θεωρούσε απαρέγκλιτο καθήκον την μέρα των γενεθλίων μου ήταν να με διαβάσει και να κάνει μνημόσυνο για τη ψυχή της αδελφής της. «Να ξορκίσω το κακό και για την ψυχούλα της συχωρεμένης», έλεγε. Δε λέω. Τόκανε και αυτό όσο ήμουν μικρή, αλλά διαφορετική μέρα. Την πρώτη Τρίτη μετά τις 13 Αυγούστου. Και από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, κάθε 13 Αυγούστου είχαμε το μνημόσυνο και την πρώτη Τρίτη μετά τη 13η Αυγούστου τα γενέθλιά μου.

Ήθελε η ταλαίπωρη, όπως και κάθε ταπεινός και με φόβο Θεού άνθρωπος, με τέτοιες και άλλες ενέργειες να εξευμενίσει το πεπρωμένο. Γιατί λόγω της αλληλουχίας των γεγονότων είχε δημιουργηθεί μία σύγχυση στο νου της. Θεωρούσε τη γέννησή μου σαν αιτία του θανάτου της αδελφής της και απέδιδε τα δύο γεγονότα στο Τρίτη και 13. Και επί πλέον θεωρούσε τη γέννησή μου κακό οιωνό, τόσο για τη ζωή τη δική της όσο και τη δική μου. «Τι κακορίζικη μέρα, τι κατάρα Θεού. Τρίτη και 13». Και μεταξύ περισυλλογής και υποταγής σταυροκοπιόταν και συμπλήρωνε: «Θεέ μου, σχώρα με».

Ακόμη και τώρα, τόσα χρόνια μετά το θάνατό της, θεωρώ ότι η μάνα μου μονίμως ζούσε με το φόβο ενός επικείμενου κακού, ακόμη και όταν όλα πήγαιναν καλά. Γιατί είχε συνδέσει την ύπαρξή μου με το κακό, τη συμφορά. «Κακορίζικο», μονολογούσε σε ώρες σχόλης και αφηρημάδας. Και αυτό την είχε κάνει υπερβαλλόντως θρήσκα, εκνευριστικά έως εξοργιστικά θρήσκα. Μονίμως στο σπίτι είχαμε ευχέλαια, την ειδική ευχή «επί βασκανίαν», σαρανταλείτουργα, αγιασμούς, εξομολογήσεις, κοινωνίες, απόδειπνα, εσπερινούς, και όλων των ειδών τις λειτουργίες, τις ευλογίες, τους καθαρμούς και τους εξορκισμούς. Και όταν μεγάλωσα ένοιωθα τη θρησκοληψία της μάνας μου άκρως εκνευριστική.

Συγγραφέας: Αγγελική Συμεωνίδου
Έτος έκδοσης: 2010
ISBN: 978-960-438-110-4
Σελίδες: 240, τιμή: €14,77

ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ «BOOKS AND THE CITY»

 


Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το βιβλίο.
Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης
  • Οι Λουμπαρδιανοί, οι Λιουραίοι, οι άλλοτε Ζακυνθινές εκλογές και ο ΄Αγγελος Καντούνης
  • ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΖΟΥΠΑΝΟΥ: «MAISON DE TOLERANCE» ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ «ACTION». Φρόυντ και Στανισλάβσκι ή Λακάν και Μπρεχτ; Ιδού η Απορία!
  • «ΙΝΑ ΤΙ», Ο ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟΣ ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΙΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗ
  • Ο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ GIAN BATTISTA MORATELLI ΚΑΙ Η ΛΗΞΗ ΜΙΑΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ ΤΟΥ 1806
  • ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΑΒΟΥΡΗ: Έξω ο Πάρις από την Ευρώπη! Η «Ωραία Ελένη» του Jacques Offenbach σε σκηνοθεσία Ισίδωρου Σιδέρη
  • ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, Η ιδιαίτερη ηθική βάση μιας Χρεοκοπημένης Κοινωνίας
  • «ΤΑ ΚΑΚΟΡΙΖΙΚΑ», της Θάλειας Γρίβα, στο «θέατρο 104»
  • Δ. Αρκαδιανος – Μ. Γιαννουλης: “Δημοτικά τραγούδια και χοροί των χωριών της Ζακύνθου” || Λαογραφική έρευνα
  • ΣΠΥΡΟΣ ΞΕΝΟΣ: Διονύσιος Παν. Στεφάνου:«Η αποδοχή μου [της Πρωθυπουργίας] δεν θα είχε κανένα άλλον σκοπόν παρά να γίνει η κηδεία μου πολυτελεστέρα. Αλλά δι’ αυτό εμέ δεν με ενδιαφέρει».
  • ΑΝΔΡΕΑ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΥ: ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΝΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ