GameNow WP Theme

DarkLight
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΩΡΟΛΟΓΑΣ: Αίμα στη μονή Μελαντίου

Συναρπαστικό, ιστορικό, αστυνομικό, βυζαντινό μυθιστόρημα.

Το 1269, όταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία γνωρίζει μια πρόσκαιρη αναλαμπή διακόσια χρόνια πριν το τέλος της χιλιόχρονης πορείας της, το οποίο θα θέσουν τα ανθρώπινα κοπάδια της Ευρώπης και οι ορδές των νομάδων της Ασίας, μια σκοτεινή συνωμοσία εξυφαίνεται κατά του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου.

Η αναζωπύρωση ως χριστιανικής αίρεσης της πανάρχαιας θρησκείας των Μανιχέων, οι οπαδοί της οποίας ονομάζονταν διαφορετικά σε κάθε περιοχή όπου εμφανίστηκαν, Παυλικανοί, Βογόμιλοι ή Καθαροί, τραντάζει τα σάπια θεμέλια του Βυζαντίου και την οδηγεί σε μια περίοδο δολοπλοκιών και εμφύλιων διαμαχών.

Μια διαταραγμένη ψυχικά μορφή αφήνει τα ματωμένα ίχνη της, απ’ όπου κι αν περνά, από τα πλούσια μοναστήρια μέχρι του ερειπιώνες αρχαίων πόλεων στις εσχατιές της Μικράς Ασίας και με επίκεντρο την Κωνσταντινούπολη, που έχει γίνει σκιά του αλλοτινού μυθικού λαμπρού παρελθόντος της.

Είναι μια υπόθεση που πρέπει πλέον, για το καλό των όλων, να διαλευκάνει ο έμπιστος του Αυτοκράτορα, ο στρατηγός Ισίδωρος Μαυρίκιος.

Σε μια αυτοκρατορία όπου δυνατές γυναίκες άλλαζαν το ρου της ιστορίας, έγκλειστες στα πολυτελή ανάκτορα της μεγαλύτερης πόλης του μεσαιωνικού κόσμο, πάλι μια γυναίκα ενσαρκώνει την απόλυτη απειλή σε μια αμείλικτη εποχή απίστευτου πλούτου και εκλέπτυνσης.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

Είμαι ο Γουλιέλμος της Ορλεάνης.
Αλίμονο, το πνεύμα μου δεν είναι φρέσκο και ζωντανό ούτε έτοιμο να διακρίνει το αληθινό απ’ το ωραίο. Η νύχτα έξω εξασθενεί και τα κοκόρια άρχισαν να ξυπνούν με το γνωστό φασαριόζικο τρόπο τους. Από καιρό σκόπευα να σκύψω πάνω απ’ τους σεπτούς παπύρους και να γράψω αυτά που δεν είδα, αλλά μου τα διηγήθηκε ο Έλληνας φίλος μου και σχεδόν αδελφός, αν και ποτέ του δεν αναγνώρισε τον Άγιο Πατέρα μας και Ποντίφικα της Αγίας και Καθολικής Εκκλησίας της Ρώμης.
Βρίσκομαι σ’ ένα παλιό μοναστήρι Βενεδικτίνων, της Κάτω Ιταλίας, και είμαι άρρωστος, πολύ άρρωστος. Ο άνθρωπος που μου εξιστόρησε όλα όσα θα διαβάσετε παρακάτω θα μπορούσε να ήταν άγιος ή σατανάς. Καθώς το καλό και το κακό συγχέονται μεταξύ τους, όπως τουλάχιστον ισχυρίζονται κάποιοι αιρετικοί, εχθροί της Πίστης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, αυτός μάλλον υπηρέτησε και τα δύο.

Όλα άρχισαν πριν πάρα πολλά χρόνια…
Ήταν ένα μαρτιάτικο απόγευμα του σωτηρίου έτους 1269, κάπου στις πολύπαθες επαρχίες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Δύο μαυροφορεμένες μορφές σταμάτησαν τα άλογά τους μπροστά στο σαπισμένο κορμό μιας αιωνόβιας βελανιδιάς, που λειτουργούσε σαν σημάδι για όσους τραβούσαν προς το βουβό Φραγκοκάστελο, κάπου στην είσοδο της Αθωνικής Πολιτείας. Το ουρλιαχτό του λύκου πρόδιδε ότι, χωμένα στα δάση του Αγίου Όρους, κάποια όντα απολάμβαναν το μυστικό τους δείπνο, αργά και μεγάθυμα.
Ο ένας από τους δύο οδοιπόρους έξυσε τα κοκκινωπά γένια του, κοιτάζοντας μακριά και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Το άρωμα του χαμομηλιού εισχωρούσε απλόχερα στα ρουθούνια του καθώς τα βότανα είχαν ανθίσει πρώιμα για την εποχή τους και στόλιζαν ήδη το λαγκάδι. Τα μαλλιά του είχαν μόλις αρχίσει ν’ ασπρίζουν, διανθίζοντας τις πυρρόξανθες τούφες με λευκές τρίχες. Ο σύντροφός του, ένας μελαχρινός νέος με ωραία χαρακτηριστικά, τον κοίταξε κάπως νευρικά, δυσαρεστημένος ίσως που ο ηλικιωμένος καλόγερος δεν έδειχνε ίχνος φόβου.
Προχώρησαν προς την ογκώδη πύλη του κάστρου. Ο κοκκινογένης χτύπησε συνθηματικά τη βαριά δρύινη πόρτα χρησιμοποιώντας το σκαλιστό σιδερένιο ρόπτρο που είχε τη μορφή λιονταριού. Και οι δυο τους έμοιαζαν με βράχους της  Αποκάλυψης καθώς τους κατάπινε η ομίχλη και η καταχνιά. Λίγο μετά η πόρτα άνοιξε τρίζοντας στους αρμούς της. Περιμένοντας να έρθει ο φρούραρχος, έπιασαν κουβέντα με τους στρατιώτες που είχαν ξεμοναχιαστεί γύρω από τη ζεστασιά μιας αναμμένης φωτιάς εκεί κάπου στο βάθος της αυλής, κάτω από ένα υπόστεγο. Τα κεραμίδια σκότωναν άπονα το ψιλόβροχο, που έτσι δεν έφτανε να παγώσει τους ανθρώπους και τα ζώα. Ο νεαρός μοναχός ψηλάφισε νευρικά τα νοτισμένα ντουβάρια. Μετά από λίγο έφθασε ο φρούραρχος, ένας πληθωρικός άντρας με λευκή απαλή γενειάδα. Ήταν αξιωματικός του αυτοκρατορικού στρατού της Κωνσταντινούπολης και ο πρώτος Βυζαντινός διοικητής του Φραγκοκάστελου, που, όπως μαρτυρούσε το όνομά του, το είχαν χτίσει οι Φράγκοι, όταν ίδρυσαν τη λατινική Ρωμανία1.

Ήταν μια αποφράδα ημέρα του Απριλίου του σωτηρίου έτους 1204, όταν οι Φράγκοι σταυροφόροι κατέλαβαν προσωρινά το Βυζάντιο.
Και τότε σύλησαν τα αμύθητα πλούτη της Βασιλεύουσας, φορτώνοντας σε καράβια βενετσιάνικα χρυσό, ασήμι, ελεφαντόδοντο, σμάλτο και πολύτιμα πετράδια. Μαζί πήρανε και τα ιερά λείψανα των αγίων της πίστης του Κυρίου μας, ο οποίος σταυρώθηκε για να μας λυτρώσει από το προπατορικό αμάρτημα. Και όμως, οι πιστοί και συνάμα άπιστοι εν Χριστώ αδελφοί μου, που έφεραν το σχήμα του Σταυρού, δε σεβάστηκαν ούτε την Ιερά Σινδόνη του, την οποία και άρπαξαν μαζί με τη Λόγχη και το Ακάνθινο Στεφάνι των Σεπτών Παθών του από τις κρύπτες της μεγάλης εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων με τους χρυσούς τρούλους, χωρίς βέβαια να παραλείψουν να αφαιρέσουν και τις πλάκες του ευγενούς μετάλλου.
Ο νέος πια φρούραρχος του Φραγκοκάστελου είχε μόλις βγάλει το φολιδωτό θώρακά του και στα κίτρινα ρούχα του φάνταζε, στο μέρος του στήθους, ένας μαβής δικέφαλος αετός με το οικόσημο των Παλαιολόγων, τα τέσσερα βήτα.
— Είχατε ευχάριστο ταξίδι;
— Ο καιρός χθες και νωρίς σήμερα ήταν καλός, βιάστηκε ν’ απαντήσει ο νεαρός.
Ο αξιωματικός γέλασε μειλίχια.
— Ελπίζω να μη συναντήσατε ληστές. Από τότε που ο αυτοκράτοράς μας ανέκτησε την Πόλη από τους αντίχριστους Λατίνους, εδώ στην επαρχία λυμαίνονται την περιοχή Φράγκοι που ξέμειναν απ’ το στρατό του καθολικού ρήγα. Περιμένω πώς και πώς να γυρίσω πίσω στα πολιτισμένα μικρασιατικά παράλια…
— Όχι δε συναντήσαμε ληστές, γέλασε πρόσχαρα ο νεαρός.
Ο φρούραρχος τους καλοκοίταξε με τα παρδαλά πονηρά του μάτια.
— Θυμίστε μου τα ονόματά σας…
Ο κοκκινογένης έβγαλε από το ράσο του το χρυσόβουλο του Μιχαήλ Παλαιολόγου και το έδωσε στον καχύποπτο φρούραρχο, λέγοντας, ενώ έδειχνε με το δάχτυλο το νεαρό σύντροφό του:
— Εγώ λέγομαι Ισίδωρος Μαυρίκιος και ο αδελφός μου αποδώ λέγεται Αλέξιος Κοσκινάς.
Ο αδελφός Ισίδωρος κοίταξε αδιάφορα προς τη φράγκικη αψιδωτή πύλη. Δεν ήταν καλόγερος στην πραγματικότητα• ήταν στρατηγός του βασιλέα Μιχαήλ και τον είχε βοηθήσει να εκθρονίσει και να τυφλώσει επιδεικτικά τον ανήλικο γιο του αυτοκράτορα της Νίκαιας, που τόσο μισούσαν οι Παλαιολόγοι και η αριστοκρατία των πόλεων της Μικράς Ασίας για τα μέτρα στήριξης προς τους αγρότες και τους ακτήμονες. Ο Ισίδωρος Μαυρίκιος ωστόσο ήταν ικανός στρατιωτικός. Είχε διακριθεί στην πολιορκία του Δαφνουσίου5 που επέτρεψε στους Μικρασιάτες να ανακαταλάβουν την Πόλη και είχε αντιμετωπίσει με επιτυχία τους Βουλγάρους και τους Σελτζούκους των Εμιράτων της Ανατολίας. Τώρα, με αυτοκρατορική διαταγή, έσπευδε να εκπληρώσει την πιο δύσκολή του αποστολή.
Έπρεπε να διαλευκάνει το μυστήριο που σκέπαζε το σκοτεινό άντρο των Παυλικιανών, που μυστικά με τους Φράγκους πάσχιζαν για την εξαφάνιση της Ορθοδοξίας από το Βυζάντιο. Η μανιχαϊστική τους αίρεση αναζωπυρώθηκε μετά από αιώνες, στα βάθη των οροσειρών της Βιθυνίας και Παφλαγονίας όπου οι κάτοικοι ήταν δυσαρεστημένοι από την εκλογή του Παλαιολόγου στο θρόνο της Νίκαιας. Οι φοβερές διδασκαλίες τους έφθαναν μέχρι την ελληνική ηγεμονία της Τραπεζούντας και περνούσαν την άνυδρη έρημο της Καππαδοκίας για να διαδοθούν μέσα στα σοκάκια της Αντιόχειας και στο αρμενικό πριγκιπάτο της Κιλικίας. Και τώρα, κάπου βαθιά στη μονή Καρακάλλου, που ίδρυσε το δέκατο αιώνα ένας ευγενής, υπέφωσκε μυστικά μια συμφωνία ενάντια στην κακή, εν μέρει, φύση του Θεού – όπως πίστευαν οι μανιχαίοι – και κατά του βασιλέα του επί της Γης.
Οι Ρωμαίοι αρέσκονταν να πιστεύουν ότι ήταν ακόμη το κέντρο του κόσμου, αν και η αυτοκρατορία τους είχε συρρικνωθεί στην περιοχή γύρω από την Πόλη, δηλαδή στο ελάχιστο τμήμα της Μικρασίας και σε ορισμένες κτήσεις στη Θράκη και σε ασήμαντους ακόμη θύλακες, στις σκλαβηνίες της χερσονήσου στην Πελοπόννησο, οι οποίοι κατοικούνται από ιδιότροπους Σλάβους.
Αιώνες πριν, ο αιρετικός και κάκιστος Πέρσης μάγος που ονόμαζαν Μανιχαίο είχε διδάξει, υπό την καθοδήγηση του Εωσφόρου, ότι ο Τριαδικός Θεός δεν υπάρχει και στην πραγματικότητα έχει μόνο δύο φύσεις, την Καλή και την Κακή που αντιμάχονται η μια την άλλη. Αργότερα, πολύ αργότερα, οι δυσεβείς οπαδοί του, γνωστοί πλέον και ως Παυλικιανοί εξαπλώθηκαν σε όλη την Ανατολή, από τον Ευφράτη μέχρι τη Φιλαδέλφεια της μικρασιατικής Φρυγίας, που ήταν η πατρίδα της αυτοκρατορικής δυναστείας των Αγγέλων. Αυτοί έχασαν το Βυζάντιο από τους Σταυροφόρους Φράγκους, όταν τους μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη τα καράβια του μανιακού και τυφλού Δόγη της Βενετίας, του υπέργηρου Δάνδολου. Όταν ο Μιχαήλ Παλαιολόγος πήρε πίσω την Πόλη, οι Έλληνες άνοιξαν τη σαρκοφάγο όπου είχε ταφεί ο δόγης από τους συγγενείς του, μέσα στο νάρθηκα της Αγίας Σοφίας, και πέταξαν τα κόκαλά του στα σκυλιά της Αγοράς του Φόρου του Κωνσταντίνου9. Έτσι ο Δόγης της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου μάλλον έπεσε έξω στις προβλέψεις του ότι θα αναπαυόταν στους αιώνες των αιώνων με τις πρέπουσες τιμές.
Οι δύο φιλοξενούμενοι αποσύρθηκαν με το γηραιότερο να μην καληνυχτίζει καθόλου το φρούραρχο και κατέβηκαν τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο σκοτεινό και υγρό κελί με τα λιγοστά μουχλιασμένα έπιπλα.
– Δε χρειαζόταν να του φερθείς τόσο δύστροπα…
Ο κοκκινογένης, που είχε αρχίσει στο μεταξύ να σφυρίζει έναν ταταυλιανό σκοπό, σταμάτησε και κοίταξε έκπληκτος το νεαρό.
– Έτσι πρέπει να φέρεσαι σε τέτοιους υποχθόνιους κόλακες!
– Μα δεν ήταν κόλακας.
Ο Μαυρίκιος δεν έδωσε σημασία στο νεαρό Αλέξιο παρά άλλαξε την κουβέντα.
– Υπάρχει ένας δρόμος τραχύς για τη μονή Μελαντίου που θα μας φέρει πιο σύντομα στον τόπο προορισμού μας.
– Θα τα καταφέρουμε χωρίς άλογα;
– Σίγουρα! Οι αποστάσεις δεν είναι μεγάλες. Πρέπει να παρουσιαστούμε στο μοναστήρι σαν απλοί καλόγεροι για να μην κινήσουμε υποψίες μεταξύ των Παυλικιανών. Θυμήσου, δεν ξέρουμε ποιοι και πόσοι είναι.
– Όπως πεις, Ισίδωρε.
Το φως των κεριών τρεμόσβηνε, λες κι έφθανε έως εκεί κάτω ο μανιασμένος αέρας του Βαρδάρη που σκέπαζε με την ανάσα του το Φραγκοκάστελο. Η ατμόσφαιρα ήταν εξαίσια κατανυκτική και τα μαυρισμένα ντουβάρια απέπνεαν ακόμη τις δυτικές ψαλμωδίες των καθολικών καλόγερων των οποίων το τάγμα στρατωνιζόταν κάποτε σ’ αυτό το μέρος.
– Ισίδωρε, ποιος είναι ο σύνδεσμός μας στη μονή;
Ο Μαυρίκιος ένιωσε την ανησυχία του νεαρού.
– Ησύχασε, είναι έμπιστος άνθρωπος.
– Ποιος μπορεί να είναι έμπιστος σήμερα στο ρωμαίικο;
– Η πίστη είναι το πρόσχημα! Δεν εμπιστεύομαι ούτε την ίδια μου τη μάνα, γιατί όταν ήταν έγκυος σε μένα ήθελε να κάνει έκτρωση, αλλά ο άνθρωπός μας επιθυμεί μια θέση στην αυλή της Κωνσταντινούπολης και γι’ αυτό θα έκοβε το λαιμό και αυτού ακόμη του γιου του.
Τα γαλάζια μάτια του νεαρού έλαμψαν και άρχισε κατόπιν να γελά. Ένας χτύπος ακούστηκε στο υγρό ξύλο της πόρτας και μπήκε μέσα ένας Σκλαβηνός10 μ’ ένα δίσκο γεμάτο νοτισμένο παξιμάδι και ένα βρασμένο κοτόπουλο με ένα μόνο μπούτι.
– Τι έγινε το άλλο πόδι, Σλάβε;
Ο Αλέξιος κοιτούσε τον καμπούρη υπηρέτη με ειρωνεία.
– Το κοτόπουλο ήταν κουτσό, αφέντη!
Οι δύο άντρες άρχισαν να σιγογελούν και κατόπιν ο νεαρός ρώτησε τον υπηρέτη που τους κοιτούσε δύστροπα:
– Από πού είσαι;
– Είμαι Βελεγιζίτης και τώρα ζω πότε εδώ και πότε στα χωριά της Θεσσαλίας.
– Έμαθε να λέει τη Θεσσαλία στα αρχαία, Ισίδωρε! Εμείς στο Βυζάντιο πολλές φορές την αποκαλούμε Βλαχία.
– Βλάχοι, Βλάχοι, κακοί άνθρωποι… σιγομουρμούρισε ο καμπούρης καθώς έβγαινε από το παγωμένο κελί.

Για τον συγγραφέα:

Ο Δημήτριος Ωρολογάς κατάγεται από Μωραΐτη πατέρα και μητέρα από τα παράλια της Μικράς Ασίας.
Είναι απόγονος του Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Κυδωνιών, Γρηγόριου Ωρολογά από την πλευρά της προγιαγιάς του.
Έζησε πολλά χρόνια στην Αφρική, Αγγλία και μιλά πέντε γλώσσες, ενώ έχει και πτυχίο ιστορικού τέχνης.
Με τη συγγραφή ασχολήθηκε από μικρός και το πρώτο βιβλίο του εκδόθηκε όταν ήταν σε ηλικία 29 ετών.

Συγγραφέας: Δημήτριος  Ωρολογάς
Έτος έκδοσης: 2010
ISBN: 978-960-438-112-8
Σελίδες: 80, Τιμή: € 9,50

 

 

 

 

 

 

 

ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ «BOOKS AND THE CITY»

Σχόλια για το βιβλίο: 2
  • Α.Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ
    6 Σεπτεμβρίου 2011
    #1

    Οικουμενικόν Πατριαρχείον

    Πατριαρχική Βιβλιοθήκη

    Τω Εντιμοτάτω κυρίω Δημητρίω Γιαννακοπούλω-Ωρολογά

    Η Α.Θ. Παναγιότης, ο προσκυνητός ημών Αυθέντης και Δεσπότης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, έλαβε το υπό της υμετέρας Εντιμότητος εν καιρώ αποσταλέν Αυτώ ιστορικόν μυθιστόρημα υμών υπό τον τίτλον «Αίμα στη μονή Μελαντίου», όπερ και διεξελθών παρέπεμψε τη Πατριαρχική Βιβλιοθήκη, σεπτή δ΄ Αυτού εντολή εκφράζονται υμίν θερμαί ευχαριστίαι επι τη ευγενεί αποστολή.
    Επί δε τούτοις, διατελώ μετά της εν Κυρίω αγάπης και ευχών.

    Εν τοις Πατριαρχείοις, τη 31η Ιουλίου 2011

    Ο Μέγας Αρχιμανδρίτης Αθηναγόρας

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΩΡΟΛΟΓΑΣ
    6 Σεπτεμβρίου 2011
    #2

    ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΤΗΝ Α.Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΘΗΜΕΝΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ Κ.Κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΙΜΗ ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΚΑΝΕ ΩΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΚΑΙ ΩΣ ΑΠΟΓΟΝΟ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΕΚ ΤΗΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΣΙΠΥΛΟΥ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ

Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης
  • Οι Λουμπαρδιανοί, οι Λιουραίοι, οι άλλοτε Ζακυνθινές εκλογές και ο ΄Αγγελος Καντούνης
  • ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΖΟΥΠΑΝΟΥ: «MAISON DE TOLERANCE» ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ «ACTION». Φρόυντ και Στανισλάβσκι ή Λακάν και Μπρεχτ; Ιδού η Απορία!
  • «ΙΝΑ ΤΙ», Ο ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟΣ ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΙΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗ
  • Ο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ GIAN BATTISTA MORATELLI ΚΑΙ Η ΛΗΞΗ ΜΙΑΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ ΤΟΥ 1806
  • ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΑΒΟΥΡΗ: Έξω ο Πάρις από την Ευρώπη! Η «Ωραία Ελένη» του Jacques Offenbach σε σκηνοθεσία Ισίδωρου Σιδέρη
  • ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, Η ιδιαίτερη ηθική βάση μιας Χρεοκοπημένης Κοινωνίας
  • «ΤΑ ΚΑΚΟΡΙΖΙΚΑ», της Θάλειας Γρίβα, στο «θέατρο 104»
  • Δ. Αρκαδιανος – Μ. Γιαννουλης: “Δημοτικά τραγούδια και χοροί των χωριών της Ζακύνθου” || Λαογραφική έρευνα
  • ΣΠΥΡΟΣ ΞΕΝΟΣ: Διονύσιος Παν. Στεφάνου:«Η αποδοχή μου [της Πρωθυπουργίας] δεν θα είχε κανένα άλλον σκοπόν παρά να γίνει η κηδεία μου πολυτελεστέρα. Αλλά δι’ αυτό εμέ δεν με ενδιαφέρει».
  • ΑΝΔΡΕΑ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΥ: ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΝΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ