GameNow WP Theme

DarkLight
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: Όλυα – Δυο χειμώνες και μια άνοιξη

Δύο παράλληλες ιστορίες στη μετασοβιετική Ουκρανία. Ένας Έλληνας διπλωμάτης παρατηρεί από απόσταση την κοινωνία, που πάει να δημιουργηθεί μετά την πτώση του κομουνισμού και προσπαθεί, όσο μπορεί, να την καταλάβει.
Η Όλυα, η δεκαοχτάχρονη με τα αφοπλιστικά γαλάζια μάτια, προσπαθεί να επιβιώσει σ’ ένα Κίεβο, που παλεύει μέσα στη φτώχεια.
Ο διπλωμάτης με την Όλυα βλέπουν τα ίδια πράγματα, μα από διαφορετικές σκοπιές. Οι πορείες τους στο τέλος συναντώνται, αλλά οι ίδιοι δε θα ειδωθούν ποτέ.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

Την ώρα που σέρβιρε το τσάι στα φλυτζάνια, ακούστηκε το κλειδί στην πόρτα. Η Ολυα μπήκε μέσα φορώντας ένα μακρύ γκρίζο γούνινο παλτό, κι ένα γκρι καπέλο, από γούνα κι αυτό. Ψηλή, λεπτή, με τα μάγουλά της κόκκινα απ’ το κρύο, τα υπέροχα σχηματισμένα γαλάζια μάτια, ένα τόνο πιο ανοιχτά απ’ της μητέρας της, τόσο λαμπερά και μεγάλα, να φωτίζουν το αψεγάδιαστο πρόσωπό της. Είχε κάτι το εύθραυστο και μαζί το ατίθασο στην έκφρασή της, και δεν υπήρχε κεφάλι που να μη γύριζε στο δρόμο, όταν διάβαινε η Ολυα. Ήταν κι η κυρία Τάνια όμορφη στα δεκαοχτώ της, αλλά όχι μ’ αυτή την τελειότητα.

«Ολυα παιδί μου, ΄Ολιτσκα, πού γυρίζεις παιδί μου τέτοιαν ώρα» ;

-«Αχ, μην αρχίζεις μαμά. Είμαι μια χαρά».

Η κυρία Τάνια σφίγγοντας στα χέρια το φλυτζάνι με το τσάι στεκόταν όρθια και την παρακολουθούσε μ΄ ένα ύφος στενάχωρο και σχεδόν ικετευτικό καθώς έβγαζε το παλτό, ύστερα το καπέλο, αφήνοντας τα μακριά μαλλιά της, ξανθά σ’ όλους τους τόνους του ξανθού, πλούσια και ολόισια, να πέσουν προς τα πίσω. Η μυρωδιά της βότκας απ’ την αναπνοή της ήταν ήδη αισθητή.

-«Σ’ έφερε πάλι με τη Μερσεντές»; τη ρώτησε.

-«Βέβαια, δεν τη βλέπεις τη χιονοθύελλα, τι άλλο να έκανε»;

-«Μα παιδί μου στο έχω πει, μη δίνεις στόχο, ο κόσμος βλέπει και σχολιάζει, ο κόσμος είναι κακός».

-«Δεν μ’ ενδιαφέρει ο κόσμος, τα ’χουμε πει εκατό φορές. Ας λένε ότι θέλουν».

Η κυρία Τάνια κάθισε στον καναπέ αποκαμωμένη.

-«Δεν είναι αυτό. Ξέρεις τι εννοώ. Θα βάλουν στο μυαλό τους ότι έχουμε λεφτά στο σπίτι. Το σκέφτεσαι να μπουν καμιά μέρα και να χτυπήσουν τον παππού, ή τον αδελφό σου; Πρόσεχε λίγο παιδί μου, μόνο πρόσεχε».

Η Ολυα έβγαλε και τις δερμάτινες μπότες της αφήνοντάς τις μαζί μ’ όλα τα παπούτσια δίπλα στην εξώπορτα κι έμεινε μ’ ένα προκλητικό κολλητό γκρι φόρεμα και το έντονο μακιγιάζ στο πρόσωπο. Έριξε ένα βλέμμα στο τσάι που κρατούσε η μητέρα της.

-“Έχει ακόμα ζεστό νερό για τσάι”;

-«Στην κουζίνα».

Οι δυο γυναίκες μπήκαν στην κουζίνα κι η Ολυα άρχισε να βάζει το τσάι της σ’ ένα φλυτζάνι.

-«Κι έπειτα», συνέχισε δαγκωμένη η κυρία Τάνια «δεν πρέπει παιδί μου ν’ αργείς τόσο πολύ. Ξυπνάς τον Σάσα και τον παππού».

Η Ολυα έκανε μια γκριμάτσα εκνευρισμού, καθώς τακτοποιούσε τα μαλλιά της μπροστά στον καθρέφτη.

-«Ναι, αλλά ο παππούς όταν φέρνω χρήματα στο σπίτι για ν’ αγοράσουμε τα φάρμακά του απ’ τη Γερμανία δεν είδα να διαμαρτύρεται. Δε βγάζει μιλιά. Ούτε ο Σάσα όταν παίρνει καινούργιο παιχνίδι. Ούτε συ όταν αγοράζεις καινούργια χειμωνιάτικα παπούτσια που κάνουνε σαράντα μισθούς σου. Η γκρίνια είναι μόνο όταν αργώ μια ώρα να γυρίσω. Ο παππούς τα χει χάσει άλλωστε και δεν καταλαβαίνει».

-Παιδί μου πως μιλάς έτσι για ένα βετεράνο του μεγάλου πατριωτικού πολέμου, είπε η κυρία Τάνια με το ίδιο ζορισμένο, στενάχωρο ύφος, αποφεύγοντας να κοιτάξει την κόρη της κατά πρόσωπο. Τρία χρόνια στο μέτωπο και με τα μεγαλύτερα παράσημα τιμημένος.

-Αχ ρε μάνα, ζεις ακόμα στην εποχή του Μπρέζνιεφ, αναστέναξε καρτερικά η Ολυα. Ποιού μεγάλου πατριωτικού πολέμου και κουραφέξαλα; Ποια παράσημα; Τώρα μετράνε τα λεφτά μόνο. Κι αν εγώ δεν έβρισκα τον Κύριλ που του περισσεύουνε, δεν θα χαμε ούτε τα φάρμακα, ούτε τα ρούχα, ούτε τα λεφτά, ούτε το σπίτι βέβαια. Γιατί, που ακούστηκε τριάρι για τέσσερα άτομα; Ξέρεις άλλη οικογένεια τεσσάρων να χει δύο υπνοδωμάτια εδώ στο συγκρότημα; Ένα υπνοδωμάτιο μας αναλογούσε κανονικά.

Η κυρία Τάνια έσκυψε το κεφάλι, εξακολουθώντας να σφίγγει άβολα το φλυτζάνι στα χέρια της, με το βλέμμα προσηλωμένο στο τσάι.

– Μα ο Κύριλ λένε πως είναι της μαφίας παιδί μου, είπε αδύναμα, σχεδόν ψιθυριστά.

-«Μαφία ! Σιγά ! Όποιος έχει λεφτά σήμερα τον λέμε της μαφίας. Όλοι οι πολιτικοί, τα στελέχη του παλιού καθεστώτος επειδή βολευτήκαν όλοι κι έχουνε κάνει λεφτά, τους λέμε μαφία. Δεν είναι κι εγκληματίες στο κάτω – κάτω. Οι περισσότεροι αγοράσανε κοψοχρονιά κάποιο εργοστάσιο ή κάποια επιχείρηση από τις κρατικές που χρεοκοπήσανε. Αυτό είναι όλο».

-«Τάνια, Τάνια, που είναι το τσάι μου», φώναξε ο παππούς απ’ το υπνοδωμάτιο.

Η κυρία Τάνια πετάχτηκε απότομα, πήρε με μια νευρική γρήγορη κίνηση το φλυτζάνι και έτρεξε στο υπνοδωμάτιό της για να το δώσει στον παππού, ανακουφισμένη για τη διακοπή της κουβέντας με την κόρη της.

-Ήρθε η ΄Ολιτσκα παιδί μου;

-Ήρθε παππού. Τώρα θα σου στρώσω κι εσένα να κοιμηθείς. -Τι καλό κορίτσι η Ολυα μας παιδί μου! Όλους μας φροντίζει.

Συγγραφέας: Παπαδόπουλος, Βασίλης
Έτος έκδοσης: 2008
ISBN: 978-960-438-069-5
Σελίδες: 248, Τιμή: 16,88

ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ «BOOKS AND THE CITY»

 


Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το βιβλίο.
Γράψτε το σχόλιό σας: