Και η αρχαιολογία του έρωτα δεν είναι εύκολη υπόθεση.
Κάτω από το λιοπύρι, μέσα στη βροχή, μετά σε σκοτεινά εργαστήρια κι αραχλιασμένες βιβλιοθήκες ο μοναχικός ταξιδευτής παλεύει με τα θεριά του χρόνου.
Κρατά στα χέρια του ένα αρχαίο όνομα μασκαρεμένο κάτω από τα φκιασίδια του Μεσαίωνα. Πρέπει να ξύσει από πάνω του τις φλούδες με τις οποίες το τύλιξαν καλόγριες και δεσποτάδες, συνταγματάρχες και αστυνομικοί, σύλλογοι τάχαμου εκπολιτιστικοί, ανενεργοί εγκέφαλοι των υπουργείων… Και πάλι δεν είναι σίγουρο πως τούτα θα αρκέσουν.
Η όμορφη Ελλάδα είναι κρυμμένη βαθιά, αλλά είναι παντού! Είναι σαν τη βασιλοπούλα του παραμυθιού που κοιμάται για χρόνια. Το δέρμα της, κεντημένο με ονόματα, περιμένει το δικό μας φιλί για να ξυπνήσει.
Φιλί σε μια κορφή των λόφων της,
είναι φιλί στα στήθη,
φιλί στο ασημένιο το νερό του ποταμιού,
είναι φιλί στα χείλη.
Φιλί σε μία ανεμώνη που ανθεί,
είναι φιλί στην ήβη.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Τσιμπάτα (νυν Πηγή, Αχαΐα): Προφανώς μία εκ των πολλών ερωτικών προσταγών, κάλεσμα προς τσίμπημα ποθητών σαρκών π.χ. στηθών, μπουτιών. Εκ του τσίμπησέ τα (μου), τσίμπα τα.
Τσιμπουκάτικα (Θεσπρωτία): Εκ του τσιμπούκι (πληθ. τσιμπούκια). Όνομα σχετικό με τσιμπουκώματα, με έφεσιν και ροπήν προς αυτά.
Τσιρίγο (νυν Κύθηρα, Αττική): Γρίφος παραμένει η ερωτική συμπεριφορά των θηλέων από τα Κύθηρα το πάλαι ποτέ. Υπάρχει όμως σοβαρό ενδεχόμενο κάποιες πηδηχτούλες απ’ το Τσιρίγο να το έδιναν ευχαρίστως σε πολύ κόσμο. Ίσως αυτό να έγινε και παράδοση της νήσου και καλώς, εφόσον το συγκεκριμένο νησί θεωρείται ανέκαθεν ιερός τόπος της θεάς Αφροδίτης, νησί των άγιων γαμησιών. Εκ τούτου, προκειμένου ο απλός λαός μας να εκφράσει μία κατάσταση όπου πολλοί μαζί ζητάνε μερτικό από ένα κέρδος, λέγει: τι το κάμαμε; Τσιριγώτικο μουνί;
Τσιρίστρα (Αργολίδα): Γυνή ήτις κατά την διάρκεια των γαμέσευων τσιρίζει. Το τσίριγμα είναι χαρακτηριστικό των γαμούμενων Ιαπωνίδων, πλην όμως από καιρού εις καιρόν ακούγεται και εν Ελλάδι.
Τσουλαίικα (Αργολίδα): Χώρος με τσούλες άφθονες, πουτανοχώρι. Μεγάλη συγκέντρωση από τραβιόλες, κουνιστοκώλες. Εν ολίγοις το πουτανομάζεμα.
Τσουλάρ (νυν Μελίχοβο, Ιωάννινα): Υπερθετικός βαθμός για την τσούλα, το τσουλί. Τσούλα ολκής, καρατσούλα, καραπούτανος.
Τσουναίικα (Αιτωλ/νία): Κατ’ αντιστοιχία με το προηγούμενο, χώρος όπου ανευρίσκεται πλήθος από τσούνες ήτοι από ψωλές, το πουτσοχώρι ή ο οικισμός της πούτσας (υποτιμητ.). Ενδεχομένως πατρίς της παροιμίας: είχαμε ψωλές σακκιά, μας έφεραν κι απ’ τα χωριά.
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Ο Άγγελος Ήβος κατάγεται από την Αιτωλοακαρνανία, με ρίζες από τη Μεγάλη Παλούκοβα και γεννήθηκε κοντά στο χωριό Ματσούκι, μετά συγχωρήσεως. Αποφοίτησε από το Ιστορικό-Αρχαιολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής σχολής της Αθήνας και μόνο μία φορά κόπηκε σε μάθημα: σ’ αυτό της γλωσσολογίας, από τον Μπαμπινιώτη. Ως αντίδραση, το τραυματικό αυτό συμβάν τον έστρεψε προς τη λεξικογραφία, καρπός της οποίας στροφής είναι το παρόν πόνημα.
Έχει ως τώρα υπογράψει 10 ποιητικές συλλογές, κακοποιώντας βάναυσα σε όλες τους την Ελληνική. Ως δρ. Προϊστορικής Αρχαιολογίας και Εθνολογίας συνέγραψε πλειάδα επιστημονικών άρθρων για την παλαιολιθική εποχή, με το ψευδώνυμο Β.Σ. Παπακωνσταντίνου, τα περισσότερα, ευτυχώς, σε ξένες γλώσσες.
Στις εκδόσεις Περίπλους οδηγήθηκε από τρείς συνεργάτες και λημματογράφους τού παρόντος λεξικού, που είχαν ήδη εκδώσει έργα τους στον Περίπλου -ο Εμμανουήλ Κυδώνης (« Δια Χειρός Ελλήνων»), ο Ερμόλαος Πυρομούστακος («Περί Μαθημάτων Ιδιαιτέρων») και η Σέβη Εράσμου («Ψ Ολυμπιάς»)- οι οποίοι τον προέτρεψαν να επιλέξει τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο, εξαίροντας το πάθος του εκδότη, Διονύση Βίτσου, για τη σωτηρία και την ανάδειξη της Ελληνικής γλώσσας.
Ο έρωτας κι ο θάνατος είναι τα δύο βασικά αντικείμενα ενδιαφερόντων του. Για το δεύτερο ζήτημα δεν έχει παρουσιάσει έργα ως τώρα, εφόσον ακόμη δεν έχει ξεμπερδέψει με το πρώτο.
Έχει ύψος 1,82 (ακόμη) και είναι ευπαρουσίαστος (ακόμη).
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΑΓΓΕΛΟΣ ΗΒΟΣ
Έτος έκδοσης: 2025
ISBN:978-960-438-283-5
Τιμή: € 18,02



