Ιστορίες από την ορεινή Ζάκυνθο. Άλλες εύθυμες, άλλες ξεκαρδιστικές.
Από τον Άγιο Λέοντα, έναν οικισμό 437 κατοίκων σε υψόμετρο 350μ., που οι πρόγονοί τους τον εποίκισαν επί Βενετών, ως απελεύθεροι από την περιοχή της Κατάνης (Liberi da Catania), απέναντι από την Ζάκυνθο. Από τις πρώτες τους φροντίδες ήταν να κτίσουν εκκλησία, στον Άγιο Λέοντα, τον επίσκοπο και μετέπειτα προστάτη άγιο της Κατάνης, και να δώσουν το χωριό το όνομά του. Και το όνομα όλων των κατοίκων έγινε «Λιβέρης-Κατσάνιας»
Στο χωριό αυτό κατέφυγαν, μετά την πτώση της Κορώνης το 1534, που ήταν κτήση των Βενετών και μεγάλο οικονομικό και πνευματικό κέντρο, κάτοικοί της, κυρίως από το χωριό Μπάστα. Από τότε το χωριό απέκτησε δυο γειτονιές, τα Λιβερέικα και Μπαστέικα με αιώνια διαμάχη μεταξύ τους.
Πρόκειται για σκαμπρόζικες ιστορίες του καφενείου, αυτοσχεδιασμένες στη διάρκεια του χρόνου από τους άνδρες του χωριού και ιστορημένες εδώ από έναν Αηλιότη, που δεν έμαθε πολλά γράμματα, αλλά που τις άκουγε από παιδί και που διαθέτει το φυσικό χάρισμα να διηγείται.
Οι ιστορίες παρουσιάζονται στην ομιλούμενη διάλεκτο της περιοχής και καταγράφονται εν πολλοίς σε φωνητική γραφή, ώστε να διατηρηθούν οι τύποι της αυτής διαλέκτου.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
«Στο χωργιό ήτουνα μια ζωντοχήρα. Τώρα, γιατί τσι χωρισμένες τσι είχανε βαρμένη τη στάμπα «ζωντοχήρα»
ποτέ δε το κατάλαβα, μία και ευτός έζηε… Ήτουνα, γλέπεις, και κομματάκι κουτέλα, ευτούνη.
Το λοιπό, η καψερή λίγα τα έχεια τση.
Κομμάτι περιουσία που είχε παρμένη προίκα από το σπίτι τση, ο προκομμένος τη πούλησε και τάπιε στο κρασοπουλειό, και απέ μην τον είδατε.
Είχε μοναχά κάτι κοτούλες, κάτι κουνελάκια, μία γίδα και ένα γάιδαρο. Ευτά ήτουνα ούλα τα ζωντανά τση. Μα γλέπεις, υπάρχουνε σε κάθε χωργιό και οι κλέφτρες. Υπάρχουνε και αλεπούδες.
Ευτούνη λοιπόνε, κάθε που πήαινε να αναστήσει κάνα κουνέλι, ίσια που ετρανέβανε κομμάτι, κάπγοιος κλέφτρης ή αλεπού έκανε φεστίνι.
Τι ξενύχτια έκανε η μαυρομπόλα, μπάει και τόνε πιάκει, τι ώρες επέρναε παραμονεύοντας οπίσω από τσι λιθίες… Μα ευτούνος ήτουνα ξούφτερας.
Πήαινε, που λέτε, στον αγροφύλακα, και εκειός τίποτσι. Το λέει του παπά να το πει στην εκκλησία την Κυριακή, μήτε ευτού έγλεπε φως.
Όπου μία βολά τση λέει ο πρόεδρος:
—Τήρα να δεις, κοπέλα μου. Έχω ακουσμένο που σ’ ένα χωργιό είναι ένας όπου κάνει μάγια, και τσου δένει, λέει, τσου κλέφτες.
—Έλα, μωρέ, του κάνει ευτούνη –με ούλη τση τη κουταμάρα δε τση πήαινε καλά– είναι τώρα σοβαρά πράματα ευτά;
—Δεν ξέρω τι πιστεύεις ελόουσου, μα πολύ πόπολο* μαζώνεται και τσου βοηθάει να δέσουνε όποιονε θέλουνε. Ίσιαμε και ο παπάς μας επήε και του γύρεψε να δέσει τσου γερόντους να πηαίνουνε στην εκκλησία. Και τώρα γλέπεις κάθε Κυριακή ούλους τσου γέρους να πηαίνουνε.
—Λες, μωρέ, να πάω και γω; Μήγαρις και γλυτώσω από τη ξεκουρβουλομάρα που μου κάνουνε; Για λέε, το λοιπό, σε ποίο χωργιό είναι και πώς λέεται.
—Θα πας, τση λέει, στο Φιολίτη. Ευτού ούλοι ξέρουνε το σπίτι του.
Τι να κάμει η μαύρη, κινάει και πάει. Τόνε βρέσκει μοναχόνε.
—Το και το, του λέει, εσύ μπορείς να κάμεις τίποτσι σ’ ευτούνη την περίσταση;
Την τηράει ευτός και τούφυγε το τσερβέλο!
«Ουργιέ, μάνα μου», σκεύεται, «τι νταρντάνα είναι ευτούνη! Χαράς τόνε όπου την έχει!»
Μα όσα του είπε που είναι ζωντοχήρα, ευτός πήε να του έρθει κόρπος και αμέσως πήρε στροφάδες.
—Τήρα να δεις, κοπελούλα μου, εδώ που ήρθες, ήρθες σε πιστήμονα. Φτάνει να κάμεις ό,τι πρέπει.
—Ντακόρντο* του λέει ευτούνη, και από με ό,τι θες.
Τση λέει:
—Έμπα στο γραφείο και τσιτσιδώσου.
Ανοίγει την πόρτα και τη βάνει στην κάμερα.
—Ούλα; του κάνει ευτούνη.
—Ούλα, ούλα, για να στρέξει το δέσιμο!
Τι να κάμει η καψερή; Ό,τι τση πει! Τον γκαμόνο η κοπελούλα.
Τα βγάνει και ευτός ούλα. Τηράει το βάτο τση το φουντωτό και γουρλώνει τα μάτια, του βγήκανε οι βορβοί. Παίρνει το σαρταρέλλο* και τόνε ακουμπάει δίπλα στα βάτα και αρχινάει την τελετή, λέοντας το ξόρκι: —Γύυυρω, γύυυρω να γυρίζει, και μέσα να μη μπαίνει.
Και ματαξανά από την αρχή.
—Γύυυυυρωωω, γύυυυυρωωω να γυρίζει ο κλέφτης, και μέσα να μη μπαίνει.
Και πάλε.
—Γύυυυυρωωω γύυυυυρωωω να γυρίζει και μέσα να μη μπαίνει η αλεπού.
—Και γύυυυυρωωω γύυυυυρωωω να γυρίζει και μέσα να μη μπαίνει ο κλέφτης.
Όπου ευτούνη, το λοιπόνε, αρχινάει το αγκουμαχητό.
Και ματαξανά ευτός.
—Γύυυυυρωωω γύυυυυρωωω να γυρίζει, και μέσα να μη μπαίνει.
Και έτσι όπως είναι γλαρωμένη ευτούνη και τα μάτια τση έχουνε βασιλέψει, του λέει με σβησμένη φωνή:
—Άστονε, μωρέ, νάμπει!!! Άστονε, μωρέ, και οι κότες ματακλωσάνεεεεε! Άστονε νάμπειιιιι, και οι κούνες* γεννοβολάνε αβέρτααααα! Μόν’ άστονε νάμπει μέσααααα!
ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Ο Γιάννης Μάργαρης που γεννήθηκε στον Αη Ληό της ορεινής Ζακύνθου και που μετά το Δημοτικό μπαρκάρησε για να φτιάξει τη ζωή του, καταφέρνει το 1995, στη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Κέρκυρα, να είναι ένας από τους τέσσερις σεφ στα γεύματα επισήμων που δίνονται στο Αχίλλειο και στα ανάκτορα.
Πρόσφατα κλείνοντας έναν κύκλο 50+ ετών δουλειάς, βγήκε στη σύνταξη και μένει στην Κέρκυρα, όπου είχε παντρευτεί.
Θυμάται όμως τη Ζάκυνθο των πρώτων χρόνων της ζωής του, το καφενείο του χωριού του και καταγράφει τις εύθυμες ιστορίες που έλεγαν οι συγχωριανοί του για να περνά η ώρα, στην ορεινή τοπική τους διάλεκτο.
Έτσι, όπως λέει ο ίδιος, «Ο αουτόρος άπου δε νόγαε τα γράμματα έσιαξε φυλλάδα».
«Τελειώνοντας το δημοτικό και μην έχοντας πόρους διαβίωσης, μια και δεν έχω πατέρα, ανήλικος ακόμα, μπαρκάρω σε φορτηγό πλοία. Εκεί, λόγω ηλικίας, πάω παραμάγειρας. Εποχή χούντας, η μάνα θα πήγαινε μέσα για εκμετάλλευση ανηλίκου, γι’ αυτό περνάνε από την αστυνομία, κεφαλές του χωριού και μπαρμπάδες να υπογράψουν για να παραχωρηθεί άδεια εργασίας μου.
Τέλος δεκαετίας ’60 βρίσκομαι στον Πειραιά για μπάρκο. Δεν παίρνω βίζα, γιατί σε 8 μήνες θα πήγαινα φαντάρος και η χούντα τότε δεν επέτρεπε την ανυποταξία.
Κάποιος μιλάει για τη Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων (ΣΤΕΑ) στο Μον Παρνές. Πάω για μάγειρας. Τελειώνοντας το ταχύρρυθμο τμήμα, παίρνω δίπλωμα.
Φεύγω φαντάρος στη Σύρο, από εκεί πάω στο Γύθειο, στη στρατιωτική σχολή μαγειρικής. Λόγω διπλώματος, με στέλνουν στη λέσχη αξιωματικών. Τελειώνοντας η σειρά μου, με στέλνουν στη Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Ιωαννίνων (ΛΑΦΙ) σαν δεύτερο μάγειρα. Από τη ΛΑΦΙ με στέλνουν στην Κέρκυρα στα ΛΥΒ (Λόχος Υποψηφίων Βαθμοφόρων). Παίρνοντας τον βαθμό του λοχία, γυρνάω στη ΛΑΦΙ. Άνοιξη ’73, παίρνω μετάθεση για τα ΚΑΟΑΑ Κέρκυρας (Κέντρο Αναψυχής Οικογενειών Ανωτάτων Αξιωματικών). Τελειώνοντας το καλοκαίρι, με κρατούν σαν μάγειρα για τα ΛΥΒ και την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ).
Απολυόμενος, δουλεύω σε γαλλικό εστιατόριο για είκοσι χρόνια, όλον τον χρόνο.
Παντρεμένος με Κερκυραία.
Το 1995, στη Σύνοδο Κορυφής στην Κέρκυρα, η Λέσχη Μαγείρων Κέρκυρας απαιτεί να λάβουν μέρος τέσσερις μάγειροι στα γεύματα επισήμων που δίνονται στο Αχίλλειο και στα ανάκτορα. Μέσα είμαι και εγώ.
Τελειώνοντας, δουλεύω σεφ σε ξενοδοχείο.
Κλείνοντας έναν κύκλο 50 συν ετών δουλειάς, βγαίνω στη σύνταξη και μένω στην Κέρκυρα».
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΓΑΡΗΣ
Έτος έκδοσης: 2025
ISBN: 978-960-438-278-1
Τιμή: € 18,02



