GameNow WP Theme

DarkLight
ΕΛΕΝΗ ΣΤ. ΑΝΔΡΕΟΥ, Η ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΠΟΛΗ, διηγήματα

Δέκα και μια ιστορίες.

Έντεκα ιστορίες, έντεκα διηγήματα που φέρνουν γέλιο, που φέρνουν δάκρυ.

Φέρνουν μνήμες, διηγιούνται ανθρώπινες αλήθειες , είναι πλεγμένες στα χνάρια της ανθρώπινης ύπαρξης.

Κι η πλέξη τους,είναι φτιαγμένη με χρωματιστές κλωστές σε όλα τα χρώματα,από τις πιο φωτεινές ως τις πιο σκοτεινές,όπως ακριβώς είναι οι ζωές μας.

Κι ακόμα μια ιστορία,όπου η συγγραφέας καθώς τη γράφει μοιάζει ν’ακουμπάει με στηθοσκόπιο πάνω στην εποχή μας,ν’ακούει με προσοχή τους χτύπους της και να τους καταγράφει σε μιαν αλληγορία

                                              

 

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

 

Η ΤΖΟΓΙΑ

Εκείνο το καλοκαίρι επέστρεφα από διακοπές. Περιμέναμε στο λιμάνι του Πόρου της Κεφαλονιάς για το πλοίο που θα μας πήγαινε στην Κυλλήνη. Ήταν νωρίς το πρωί και η δροσιά ευχάριστη για τα μέσα του καλοκαιριού.

Κάθισα σ’ ένα καφέ που είχε πολύ κόσμο για την αναχώρηση. Αφήναμε ένα νησί κατάφυτο, με ψηλά βουνά αλλά και αμμουδερές παραλίες και πολλές άλλες ομορφιές.

Στριμωχτήκαμε σ’ ένα τραπέζι για να χωρέσουν κι άλλοι και δίπλα μου κάθισε μια κυρία. Χαιρε­τηθήκαμε τυπικά και με ρώτησε αν ήταν η πρώτη φορά που ερχόμουν σ’ αυτό το νησί. Της απά­ντησα πως ναι, ήταν, και μου άρεσε πολύ. Έτσι, για να ανταποδώσω με τη σειρά μου, ρώτησα το ίδιο.

Χαμογέλασε και μ’ ένα «ναι, ήρθα για πρώτη φορά» με ξάφνιασε κάπως όταν συνέχισε λέγοντάς μου πως «ήταν μια εκδρομή που την όφειλα».

Τότε, αυθόρμητα τη ρώτησα, ίσως από περιέργεια, ίσως και για να πιάσω κουβέντα για να περάσει η ώρα: «Την οφείλατε; Σε ποιον;»

Η κυρία με κοίταξε. «Στο νησί» μου απάντησε χαμογελώντας. Και γρήγορα πιάσαμε την κουβέντα. Μου είπε πως ταξίδευε μόνη,  πως ήταν εγκατεστημένη μόνιμα στην Αγγλία με Βρετανό σύζυγο, παιδιά και εγγόνια και πως ερχόταν με τον σύζυγο της κάθε καλοκαίρι στην Ελλάδα. Ήταν ευγενική και καλοβαλμένη. Τράβηξε πιο κοντά την καρέκλα της στη δική μου, λέγοντάς μου: «Είναι μια ολόκληρη ιστορία το χρέος μου στην Κεφαλονιά».

Αναρωτήθηκα μέσα μου: χρέος! Τι χρέος! Αλλά δεν είπα τίποτε. Την κοίταξα όμως με ζεστό τρόπο, που της έδειξε πως ήμουν έτοιμη να την ακούσω, και μου φάνηκε πως ακριβώς αυτό ήθελε.

«Πείτε μου, λοιπόν» την ενθάρρυνα. «Άλλωστε μας είπαν ότι το πλοίο θα έχει καθυστέρηση».

Κατάλαβα πως, αν και άγνωστη που ήμουν, την έκανα να νιώσει μια οικειότητα. Έτσι, άρχισε να λέει:

«Η Κεφαλονιά είναι ένα νησί που με πείσμα αρνιόμουν να επισκεφτώ. Συχνά μου έλεγαν φίλοι, γνωστοί να ταξιδέψω εδώ, όμως για έναν παράξενο λόγο αρνιόμουν σχεδόν πεισματικά. Ακόμα κι όταν μου διηγούνταν τα κάλλη της, είχα κλειστά τ’ αυτιά μου. Ήθελα μόνο να τη σκέφτομαι σαν μια κουκκίδα στο χάρτη. Αν και είχα κολυμπήσει στα γειτονικά της νερά, έβλεπα από μακριά τα βουνά της και σταθερά απαντούσα αρνητικά σε κάθε κάλεσμα. Όμως, ξαφνιάστηκα με τον εαυτό μου όταν, ύστερα από πολλά πολλά χρόνια, αποφάσισα να την επισκεφτώ και μάλιστα μόνη μου, κάνοντας μια ολιγοήμερη εκδρομή, με την ευκαιρία που ο άντρας μου έμεινε στην Αθήνα για κάποια δουλειά».

Στο μεταξύ ο σερβιτόρος μας έφερε τα καφεδάκια μας. Άρχισε να πίνει γουλιά γουλιά και συνέχισε:

«Μόλις πλησιάσαμε με το πλοίο, ένιωσα, καθώς αντίκριζα το λιμάνι του Πόρου, το πρώτο μου άγγιγμα με το νησί. Έβλεπα ένα πανέμορφο τοπίο. Η καρδιά μου όμως έμενε αδιάφορη από την ομορφιά. Ύστερα, το αυτοκίνητο πήρε σιγά σιγά τον φιδωτό δρόμο, ανάμεσα σε πεντακάθαρα χωριά, σε δαντελωτές ακτές, και γρήγορα πέρασε η ώρα ώς το Αργοστόλι, όπου έμεινα. Από την άλλη μέρα άρχισα να γνωρίζω το νησί. Πήγα στο γραφικό Ληξούρι και με εκδρομές ανακάλυπτα κάθε φορά και κάτι καινούργιο. Έφτασα ώς τον Αίνο, το βουνό με το μαύρο έλατο και τα άλογα σπάνιας ράτσας. Τα μοναδικά χωριά, τα μεσογειακά φιόρδ και τις αμμουδιές με βότσαλα που μοιάζουν σαν να ’ναι όχι από πέτρα αλλά από κρύσταλλο και ασήμι».

«Ναι…», τη διέκοψα, «και τις νεραϊδοσπηλιές τις πλεγμένες με τον μύθο, την ιστορία, και με τα πολλά γεωλογικά φαινόμενα…»

«Όμως» βιάστηκε να μου πει, «παρ’ όλες αυτές τις ομορφιές, εγώ αρνιόμουν τα κάλλη του. Ήταν πολύ παράξενο, ένας κόμπος υπήρχε στον λαιμό μου και πάλευα μέσα μου να παραδεχτώ το πόσο όμορφο είναι τούτο το νησί. Τότε ακόμα δεν είχα αναρωτηθεί το γιατί».

Σώπασε για λίγο σαν να σκεφτόταν και πρόσεξα πως άρχισε τώρα να μιλά με κάποια συγκίνηση. Με ενδιαφέρον περίμενα τη συνέχεια. Εκείνη είπε: «Κι ακούστε τι μου συνέβη. Χτες το πρωί, ξύπνησα πολύ νωρίς. Είχε ένα ελαφρύ αεράκι και αποφάσισα να κάνω μια βόλτα. Περπάτησα και πήγα προς την παραλία, νομίζω σαν κάτι να έψαχνα, δεν ξέρω τι. Είχε ησυχία εκείνη την ώρα. Βρήκα εμπρός μου ένα παγκάκι κάτω από ένα δέντρο. Ένας τζίτζικας άρχισε το τρελό τραγούδι του. Κάθισα εκεί και αγνάντευα το πέλαγος, ώσπου από μακριά είδα να έρχεται προς το μέρος μου ένα κοριτσάκι. Φορούσε ένα χαριτωμένο φουστανάκι και τα μαλλιά του ήταν πλεγμένα σε κοτσιδάκια που τυλίγονταν σαν στεφάνι πάνω από το κεφάλι του. Χοροπηδούσε κι έτσι όπως περπατούσε έμοιαζε σαν να χόρευε. Έφτασε κοντά μου. Κάθισε δίπλα μου στο παγκάκι και μου χαμογέλασε. Το κοίταζα… το κοίταζα… κι εκείνη τη στιγμή, ο νους μου ξαφνικά γύρισε πίσω. Πίσω πολλά, πολλά χρόνια. Τούτο το κοριτσάκι, λοιπόν, έμοιαζε μ’ ένα άλλο, έμοιαζε πολύ. Ο χρόνος γύρισε, γύρισε απότομα μέσα σ’ ένα λεπτό. Και στη στιγμή, βρέθηκα στο 1953. Στην Αθήνα. Εκείνο το καλοκαίρι του ’53. Ένα καλοκαίρι σαν όλα τ’ άλλα, που όμως έμελε να ’ναι διαφορετικό. Ήταν Ιούνιος. Καθόμουν με την παιδική μου φίλη τη Γερασιμούλα – από το όνομα του Άγιου Γεράσιμου, του πολιούχου του νησιού – στον κήπο του σπιτιού μου. Η μαμά της την φώναζε Τζόγια. Έτσι μας άρεσε και τη φωνάζαμε και εμείς. Πηγαίναμε στην πρώτη τάξη του Δημοτικού και χαιρόμασταν που θα ξεκινούσαμε τις διακοπές μας. Ήμαστε μια όμορφη παιδική παρέα. Παίζαμε πολλά κορίτσια και αγόρια της γειτονιάς εντελώς ξέγνοιαστα όλα τα όμορφα παραμυθένια παιδικά παιχνίδια, πρι­γκίπισσες και ιππότες, κυνηγητό, και γέλια, πολλά γέλια. Η Τζόγια ήταν πάντα γελαστή και της άρεσε να χορεύει. Είχε τα μαλλιά της πλεγμένα σε δυο κοτσιδάκια που τυλίγονταν στο κεφάλι της σαν στεφάνι. Καταγόταν από την Κεφαλονιά και ήταν εγκατεστημένη με την οικογένειά της στην Αθήνα. Όμως κάθε καλοκαίρι το περνούσε με τον παππού και τη γιαγιά στο νησί της.

»“Θα γίνω χορεύτρια” έλεγε η Τζόγια στην παρέα κι έκανε χορευτικές φιγούρες. “Κι εγώ τραγουδίστρια” απαντούσα βγάζοντας αυτοσχέδιες κορώνες. Εκείνο το καλοκαίρι του ’53 αποχαιρετιστήκαμε όλη η παρέα όπως κάθε χρόνο και σκορπίσαμε. Η Τζόγια θα πήγαινε στην Κεφαλονιά, όπου θα περνούσε όλες τις διακοπές. Εγώ με την οικογένειά μου θα πηγαίναμε μόνο δεκαπέντε μέρες στα Δωδεκάνησα, όπως είχαν αποφασίσει οι γονείς μας».

Η κυρία με κοίταξε και ύστερα γύρισε το βλέμμα της προς τη θάλασσα. Η βουτιά στο παρελθόν φαινόταν πως την είχε συνεπάρει. Δεν μίλησα, μόνο περίμενα. Και ύστερα από λίγο, συνέχισε:

«Ήμαστε στο Μεσαιωνικό Κάστρο της Ρόδου. Εκείνο το απόγευμα παίζαμε με άλλα παιδιά. Εμείς ήμαστε οι Πυργοδέσποινες. Πιο κάτω, η Παλιά Πόλη με τις όμορφες κρήνες, τα μικρά μαγαζιά και το πολύβουο πλήθος έδινε μια χαρούμενη, παραμυθένια νότα.

»Άλλη μια μέρα ξεγνοιασιάς. Ο ήλιος είχε φτάσει σχεδόν στη δύση του και ήμασταν αποκαμωμένοι από το παιχνίδι, όταν η μητέρα μου ήρθε προς το μέρος μας. Μου φάνηκε βιαστική κι αναστατωμένη.

»Θυμούμαι πως με πήρε από το χέρι κάνοντας στους μεγάλους ένα “σουτ, μην ακούσει το παιδί”, όπως μου φάνηκε πως είπε.

»Και φύγαμε βιαστικά για το ξενοδοχείο μας. Κάτι γινόταν, δεν ήξερα όμως τι. Θυμούμαι ακόμα πως εκείνο το βράδυ, οι μεγάλοι είχαν καθίσει για ώρες στο σαλόνι κι άκουγαν συνέχεια ραδιόφωνο. Ήταν, όπως έμαθα αργότερα, η μέρα που έγινε ο φοβερός σεισμός της Κεφαλονιάς με πολλά αθώα θύματα.

»Η επόμενη μέρα ήταν αυτή της αναχώρησής μας, που σήμαινε και το τέλος των διακοπών. Κι έτσι, επιστρέψαμε στην Αθήνα. Τα σχολεία θ’ άρχιζαν σύντομα αλλά θα ξαναβρισκόμουν και με την παρέα μου, όλη την τρελόπαρέα της ξεγνοιασιάς, του γέλιου και του παιχνιδιού. Θα μετρούσαμε πόσα μπάνια κάναμε ο καθένας μας. Τα περισσότερα ήταν πάντα της Τζόγιας». Η κυρία σταμάτησε για λίγο. Πήρε μια βαθιά ανάσα.

«Ο χρόνος δεν θάμπωσε τίποτε» είπε. «Ζωντάνεψε και τα ’φερε όλα εμπρός μου καθαρά. Όμως, μέχρι τώρα, όλα αυτά είχαν βυθιστεί βαθιά μέσα στην καρδιά μου. Οι μνήμες ζωντάνεψαν και καλπάζουν στο μυαλό μου. Από τη στιγμή που αντίκρισα το κοριτσάκι εκείνο, στο παγκάκι, χτες, που ήταν όμοιο με τη Τζόγια, τότε οι αναμνήσεις ήρθαν να με πνίξουν…»

Και την είδα να σκουπίζει τα μάτια της, που είχαν αρχίσει να υγραίνονται. Και συνέχισε: «Όμως, μια μέρα πριν αρχίσουν τα σχολεία, καθώς ήμουν στο δωμάτιό μου, μπήκε η μητέρα μου. Ήρθε κοντά μου. Με κοίταζε, είχε ένα γλυκό ύφος, αλλά και σοβαρό. Με πήρε στην αγκαλιά της. Είχα μάλιστα παραξενευτεί, γιατί είχε αρχίσει να μου μιλά λίγο περίεργα. Πως υπάρχουν μικρά και μεγάλα αστέρια που λάμπουν στον ουρανό και άλλα τέτοια. Και με τρόπο στο τέλος μου είπε πως η Τζόγια δεν θα ξαναγύριζε, αλλά θα έμενε για πάντα στο νησί της. Θυμάμαι πως δεν τη ρώτησα τίποτε. Νομίζω τώρα πως κάτι μου έλεγε να μην τη ρωτήσω. Δεν ήθελα να μάθω περισσότερα φαίνεται… ίσως… νομίζω… πως φοβόμουν να μάθω την αλήθεια».

Τότε είπα της κυρίας πως τα παιδιά έχουν έναν δικό τους τρόπο να καταλαβαίνουν, πως τα παιδιά είναι σοφά. Κούνησε το κεφάλι της σαν να συμφωνούσε και συνέχισε: «Όλη η παρέα φαίνεται πως είχε καταλάβει. Και κανένα από τα παιδιά δεν είπε τίποτε πια. Όμως, από τότε, ποτέ δεν ξαναμιλήσαμε για τη Τζόγια. Ούτε όμως και για την Κεφαλονιά. Καμωνόμουν πως αυτό το νησί δεν υπήρχε, πως ήταν μόνο μια κουκίδα στον χάρτη, και πως ποτέ δεν είχα φίλη με τ’ όνομα Τζόγια. Κι έτσι πέρασαν τόσα πολλά χρόνια». Σταμάτησε. Δεν μίλησα, αλλά κατάλαβα πως είχε κι άλλα να πει.

«Αλλά, χτες το πρωί, αντίκρισα εκείνο το κοριτσάκι στην παραλία στο Αργοστόλι. Έμοιαζε τόσο πολύ με τη Τζόγια, τη φίλη των παιδικών μου χρόνων. Και ξαφνικά, μονομιάς, τα κατάλαβα όλα: πως κάποιος αόρατος μηχανισμός, για να με προστατέψει από τον πόνο τότε που ήμουν μικρή, τύλιξε μέσα σ’ ένα δυνατό καβούκι τη μνήμη μου, την έκρυψε, την καταχώνιασε βαθιά, εκεί όπου οι αναμνήσεις δεν θα μπορούσαν να φτάσουν. Και ύστερα τις αποκοίμισε. Και το καβούκι το σφάλισε καλά. Και τώρα, μετά από τόσα πολλά χρόνια, κοιτάζοντας το κοριτσάκι στο Αργοστόλι που έμοιαζε τόσο πολύ με τη Τζόγια, το καβούκι έσπασε, άνοιξε και ξεπετάχτηκε σαν δυνατό σιντριβάνι, ξεχύθηκε σαν χείμαρρος από μέσα του η μνήμη. Και θυμήθηκα! Κατάλαβα πως, ναι, ήμουν πολύ θυμωμένη με τούτο το νησί, γιατί πίστευα πως δεν είχε το δικαίωμα να μου αρπάξει την ξεγνοιασιά μου. Πως πριν ακόμα γνωρίσω τι σημαίνει ζωή, γνώρισα την οδύνη και την απώλεια, το άδικο. Και το παιδικό μου μυαλό είχε γεμίσει με πολλά αναπάντητα γιατί.

»Έτσι, όλα αυτά τα χρόνια ήμουν πολύ κακιωμένη με το νησί. Καμωνόμουν πως δεν υπάρχει και πως δεν είναι παρά μόνο μια κουκίδα στον χάρτη. Κι όταν τα θυμήθηκα όλα αυτά το χτεσινό πρωινό, κι άρχισα να κλαίω και να τρέχουν τα δάκρυα που δεν είχαν τρέξει ώς τώρα, ξαφνικά λύθηκε ο κόμπος στην καρδιά μου, ο κόμπος που την έσφιγγε τόσα χρόνια».

Την παρατηρούσα καθώς μιλούσε. Σκούπισε άλλη μια φορά τα δακρυσμένα μάτια της, όμως το πρόσωπό της είχε μια ηρεμία, μια πραότητα.

«Γνώρισα το νησί, είδα τις μοναδικές του ομορφιές και… θυμήθηκα. Έτσι, κατάλαβα πως, επιτέλους, συμφιλιώθηκα μαζί του. Άργησα πολύ να ’ρθω, το ξέρω. Αλλά ίσως για κάθε πράγμα έρχεται η ώρα του» είπε, και εδώ, η κυρία έδειξε πως τελείωσε.

Σε λίγο, το πλοίο έφτασε στο λιμάνι. Αφού επιβιβαστήκαμε, καθίσαμε στην κουπαστή. Καθώς άρχισε να ξεμακραίνει, κοίταζα το νησί που περήφανο στεκόταν καταμεσής στο Ιόνιο, με τις ασημιές του θάλασσες και με τον Αίνο του, που έστεκε τόσο ψηλός, σαν ν’ αγγίζει τον ουρανό! Άκουσα τη συνταξιδιώτισσά μου να λέει: «Γεια σου, αγαπημένη μου Κεφαλονιά!»

 

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Η Ελένη Στ. Ανδρέου γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς Μικρασιάτες.

Σπούδασε Νομικά στη Νομική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου της Αθήνας και Γαλλική Φιλολογία.

Εργάστηκε ως δικηγόρος στην Αθήνα και στη συνέχεια ως Συμβολαιογραφος στον Πειραιά.

Ασχολήθηκε παράλληλα και με την συγγραφή και διηγήματα της έχουν δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Εστία.

Έργα της ίδιας :

 

1)Το άνθος της ροδιάς (νουβέλα) 1994 Δωδώνη

2)Στην ελπίδα (διηγήματα) 1997 Δωδώνη

3)Το πέρασμα (μυθιστόρημα) 2006 Βασιλείου,

δεύτερη έκδοση 2017 Γαβριηλίδης,

τρίτη έκδοση 2023 Περίπλους

4)Η παράξενη πόλη (2015) διηγήματα Γαβριηλίδης

5)Γράμματα στον Άνεμο (διηγήματα) (2022) Περίπλους

8)Προς άγνωστη κατεύθυνση  (διηγήματα) (2024) Περίπλους

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΕΛΕΝΗ ΣΤ. ΑΝΔΡΕΟΥ

Έτος έκδοσης: 2025

ISBN: 978-960-438-276-7

Σελίδες: 50

Τιμή: € 12,72


Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το βιβλίο.
Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης
  • ΕΤΟΙΜΟΡΡΟΠΟΥ [ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΚΑΣΙΑΝΟΥ], «ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ» [Κατά σατιρική μίμηση του μονόλογου του «Χάση» του Δ. Γουζέλη, μόνο που στο Χάση καυχιέται παλληκαράς, ενώ εδώ καυχιέται… ποιηταράς]
  • ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ, «Η ΙΒ΄ ΙΟΝΙΟΣ ΒΟΥΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ (1862)», ΕΤΑΙΡΙΑ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΚΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, 2022
  • Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΜΠΕΗ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ [περί δολοφονίας του ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ] ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ
  • «ΤΑ ΦΩΤΑ» ή «ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΗ», (σύνθεση Π. Γριτζάνη, 1835-1897)
  • ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΒΙΩΣΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΑΝΑΠΤΥΧΘΕΙ Η ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΗΜΕΡΑ;
  • ΤΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟ «ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ» ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΥ ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΗΣ ΨΗΦΙΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ 1864 ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΝΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ «Ο ΦΟΙΝΙΞ».
  • ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ
  • ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΑΝΤΖΑΡΟΥ: ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΜΗΤΑ ΣΟΛΩΜΟ, μετάφραση: ΝΙΚΙΑΣ ΛΟΥΝΤΖΗΣ
  • ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ του Ανδρέα: ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΙΚΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ, ΟΚΤΩ ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ 2020, Βιβλιοπαρουσίαση
  • Η ΜΟΝΗ ΤΟΥ «ΚΑΤΟΥ ΑΙ ΓΙΩΡΓΗ των ΚΡΗΜΝΩΝ» στη Ζάκυνθο. Ένα ιστορικό και θρησκευτικό μνημείο που μάλλον διέφυγε εκ παραδρομής της προσοχής των κ.κ. Υπουργών Πολιτισμού και Τουρισμού