GameNow WP Theme

DarkLight
ΝΑΝΣΥ ΚΑΛΦΟΥΔΗ- ΠΑΠΑΚΟΥ: Μία ζεστή-ζεστή μέρα

Δεν μιλάει σε κανέναν γι’ αυτά που νιώθει, στην αρχή ούτε καν στον ίδιο τον εαυτό του. Ασχολείται με άλλα πολύ σοβαρά θέματα της εποχής του, είναι λογικό, είναι  επιστήμονας, διαβασμένος και πανέξυπνος, όπως είμαι και εγώ άλλωστε, γι’ αυτό απολαμβάνουμε μαζί την παρέα και την βαθιά φιλία μας.

Όλοι  γνωρίζουμε καλά και αγαπούμε ειλικρινά τον χαρακτήρα του φίλου μας, μαθαίνουμε από αυτόν παρακολουθώντας από κοντά τη ζωή και τις επιτυχίες του. Πόσο πραγματικά κοντά είμαστε όμως στην απογοητευμένη γενιά του Πολυτεχνείου;

Κρατάς στο χέρι σου μια ιστορία που πρέπει να σε βάλει σε δημιουργικές σκέψεις, χωρίς συμβιβασμούς και πάθος,  ίσως έτσι να μπορέσεις να γνωρίσεις τους ανθρώπους γύρω σου καλύτερα!

 

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ:

ΝΑΝΣΥ  ΚΑΛΦΟΥΔΗ – ΠΑΠΑΚΟΥ: Γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη. Από τα φοιτητικά χρόνια και μετά ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Μιλάει άπταιστα γαλλικά και αγγλικά.

Από πλευράς εκπαίδευσης, έχει αποφοιτήσει από ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΧΟΛΗ, από την ΑΝΩΤΑΤΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ και έχει κάνει ΜΒΑ στην ΑΘΗΝΑ.

Έχει ταξιδέψει σχεδόν σε όλον τον κόσμο όντας Διευθύντρια Εφοδιασμού Υλικών & Υπηρεσιών στη Βιομηχανία επί εικοσαετία και συμμετέχοντας ενεργά σε Διεθνή και Ευρωπαϊκά συνέδρια και φόρα.

Είναι εκλεγμένο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ και προωθεί την εκπαίδευση και την πιστοποίηση επαγγελματιών του κλάδου.

Ασχολείται με την συγγραφή από παιδί, με χρονογραφήματα, διηγήματα και μελέτες σε θέματα όπως «Η ξυλογλυπτική της Σκύρου», κ.α.

Είναι παντρεμένη με τον κ. ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΚΟ και έχουν δύο γιούς και τις όμορφες οικογένειές τους.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

Ξέρω ότι είναι άνθρωπος που δεν του αρέσουν οι αλλαγές γι’ αυτό κατανοώ απόλυτα την τάση του για άσχετη πολυλογία. Θέλει να ξεφύγει από την σημερινή ζοφερή αίσθηση της απόρριψης που σέρνει μαζί της η είδηση της απόλυσής του και η προοπτική της ανεργίας που θα ακολουθήσει. Πρόσκαιρης ανεργίας, εννοείται. Στις μέρες μας εύκολα βρίσκει κανείς δουλειά στην μεγαλούπολη. Το ξέρω από πείρας. Στη δική μου περίπτωση δεν χρειάστηκε καν να ανοίξω δικό μου ιδιωτικό οδοντιατρείο, αφού τα καταφέρνω να παρέχω υπηρεσίες προληπτικής ιατρικής σε παιδικούς σταθμούς και ιδρύματα –χωρίς να προσχωρήσω κιόλας σε κανένα πολιτικό κόμμα! Αναγκαστικά, ξαναγεμίζω ποτήρια και ακούω την αυθόρμητη εξομολόγηση που φέρνει στην επιφάνεια το δροσερό κρασί.

«Κάνει ζέστη!» παραπονιέται έξαφνα ο Γιώργος. «Η γυναίκα και τα παιδιά πήγαν διακοπές  στην Καβάλα  –ευτυχώς που κράτησα το σπίτι εκεί. Τους αρέσει το μέρος… Σου έλεγα λοιπόν πως συναντηθήκαμε στη Γερμανία. Παλιοί γνωστοί, ήξερα ότι ζούσε σ’ εκείνη την ίδια επαρχιακή πόλη και σε ένα διάλλειμα από την εκπαίδευσή μου πάνω στην λειτουργία μίας νέας Μονάδας που είχαμε αγοράσει από ένα εργοστάσιο εκεί κοντά, της τηλεφώνησα να βρεθούμε. Ήρθε χωρίς πολλά πολλά παρακάλια, τα είπαμε, τα ήπιαμε και προχωρήσαμε παραπέρα την ίδια νύχτα. «Θερμή γυναίκα για γερμανίδα», σκέφτηκα. Μου άρεσε. Μου γέμισε τη βαρετή μοναξιά του ξενοδοχείου στην βιομηχανική επαρχία. Όταν ήρθε η ώρα να φύγω, να γυρίσω πίσω στη δουλειά μου στην Ελλάδα, παίρνοντας μαζί μου και όλες τις γνώσεις που είχα αποκτήσει στο γερμανικό εργοστάσιο καθώς και τις εμπειρίες που έζησα στο επαρχιακό ξενοδοχείο, εκείνη ήταν εκεί, στο αεροδρόμιο. Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε και είπαμε αντίο. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις».

«Okey! Και πως βρέθηκε εδώ;» Νοιώθω ότι βρίσκω τον τρόπο να ελαφρύνω την βαριά ατμόσφαιρα που συσσώρευσε το ξαφνικό κλείσιμο της εδώ βιομηχανίας. Ή, όχι;»

«Εγώ της τηλεφώνησα, μόλις μπήκε το καλοκαίρι. Της είπα είμαι Θεσσαλονίκη, αν θέλεις έλα. Έχουμε ωραίες παραλίες και εδώ» θυμάται και αδειάζει πάλι το ποτήρι του, μονορούφι. Χαμογελάει πικραμένα και συνεχίζει. «Ήταν τότε που βρεθήκαμε στο σπίτι της άλλης κοινής μας ξαδέρφης, τότε που η γριά θεία από την Φλωρεντία μας είχε πει το αμίμητο : “μην πάρεις ξένη, θα σ’ αφήσει κάποτε, αυτές δεν μένουν σ’ όλη τους τη ζωή με έναν μόνο άντρα”. Ακούς εκεί κουβέντα η θεία!

«Ναι, το θυμάμαι και εγώ αυτό, μη δίνεις σημασία»

«Αυτό μας έλειπε, να μου λένε οι γριές τι να κάνω!» χτυπάει αγριεμένος το άδειο ποτήρι του πάνω στο τραπέζι. Από τα διπλανά τραπέζια οι συζητήσεις κόβονται στη μέση, στρέφονται περίεργα βλέμματα, στήνονται αυτιά να ακούσουν καλύτερα, εκείνος όμως συνεχίζει απτόητος. «Εκείνη φέρθηκε σαν εξερευνητής που φτάνει σε μια άγνωστη χώρα, εγώ σαν έντρομος και αφελής ιθαγενής δίστασα στην αρχή, να ρίξω το βέλος μου καμουφλαρισμένος στην κρυψώνα μου ή να χορέψω σε μια ολόθερμη τελετή υποδοχής; Διάλεξα το δεύτερο και χόρεψα όλα εκείνα τα χρόνια που βγαίναμε μαζί στους δρόμους της πόλης και στις παραλίες της Χαλκιδικής. Θυμάσαι που μας έπιασες ολόγυμνους να λιαζόμαστε δίπλα στη θάλασσα ένα καλοκαιριάτικο απομεσήμερο. Ωραίες στιγμές. Έρχονταν συχνά πυκνά στην Ελλάδα, σε κάθε διακοπή των μαθημάτων του σχολείου όπου δούλευε σαν καθηγήτρια αγγλικής γλώσσας, ακόμη και σε άσχετες, εργάσιμες μέρες. Βρήκαμε και το σπίτι να στεγάσουμε τον έρωτά μας, αρχίσαμε να το φτιάχνουμε μαζί, μέρα τη μέρα, λίγο λίγο. Τέλος, όταν όλα ήταν σχεδόν έτοιμα –έλεγχος γονιμότητας, προγαμιαίο συμβόλαιο, συμβόλαιο συνιδιοκτησίας του σπιτιού και της υπόλοιπης περιουσίας μας, -έτσι κάνουν αυτοί οι ευρωπαίοι- πήγαμε και στο Δημαρχείο, εκεί, στη Γερμανία».

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΝΑΝΣΥ ΠΑΠΑΚΟΥ

Έτος έκδοσης: 2020

Σελίδες: 112 Τιμή: € 12, 72


Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το βιβλίο.
Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης