GameNow WP Theme

DarkLight
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ «Η ΕΞΙΣΩΣΗ», μυθιστόρημα

Έχει ο έρωτας ηλικία; Οι πιο πολλοί βιάζονται να δώσουν τη στερεότυπη απάντηση: όχι.

Κι όμως…

Ο Άλκης και η Νέλλη, δύο μεσήλικες, ταλαιπωρημένοι από προηγούμενες αποτυχημένες σχέσεις, τολμούν να ζήσουν ένα έντονο πάθος κάνοντας όνειρα και σχέδια, να κοιτάξουν τη ζωή σαν να βρίσκονται στην αρχή της. Χάνονται όμως σ’ ένα λαβύρινθο από υπερβολές και λάθη, εγκλωβισμένοι στα αδιέξοδα που οι ίδιοι δημιουργούν. Παγιδεύονται σε οικονομικές εξαρτήσεις και σε έναν ανελέητο ανταγωνισμό μέσα στο ασφυκτικό  κοινωνικό περιβάλλον.

Έτσι, ο δεύτερος και για τους  δύο γάμος τους  τους οδηγεί σταδιακά σε  συγκρούσεις. Οι  διαφορές στις συνήθειες, στην κουλτούρα και στις αξίες τους, γίνονται ολοένα και πιο ορατές.

Πρόσωπα, με τα οποία συνδέονται, άλλοτε παρακολουθούν αμέτοχα, άλλοτε παρεμβαίνουν θετικά, συχνά όμως, επηρεάζουν καταστροφικά τη σχέση τους. Εκείνη,  μη έχοντας τη δύναμη ν’ αντισταθεί στις εξωτερικές επιρροές,  καταρρέει. Ο έρωτας δεν αργεί να μετατραπεί  σε φόβο και υπολογισμό και, στη συνέχεια, σε παιχνίδι εξουσίας, σε μίσος και απέχθεια. Το συναισθηματικό μακελειό είναι αναπόφευκτο και ο χωρισμός η μόνη λύση.

«Η Εξίσωση» είναι μια διαχρονική διαπίστωση ότι οι άνθρωποι κουβαλούν αυτό που ανέκαθεν υπήρξαν. Και όταν έχουν το στίγμα της μοναξιάς, την αποζητούν κι επιστρέφουν και περιχαρακώνονται σ’ αυτήν, όσες ευκαιρίες κι αν τους χαρίσει η ζωή.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Την αλλοφροσύνη, στην οποία βρισκόταν η Νέλλη εκείνο τον χειμώνα, με τα μαθήματα στο φουλ να εναλλάσσονται με επισκέψεις στον μηχανικό, ήρθαν να συμπληρώσουν και τρία χειρουργεία, όλα ορθοπεδικά.

Στα μισά του Γενάρη, ο Παύλος μπήκε στο νοσοκομείο για μια επέμβαση στο γόνατο, εύκολη υπόθεση για ένα τόσο νέο παιδί. Η Νέλλη τον πήγε χαράματα και κάθισε απ’ έξω κουβεντιάζοντας με τον Ορφέα. Ο μικρός είχε ανάγκη να μιλήσει… Της ξεδίπλωσε τα άγχη του για τον πατέρα του, για τη μάνα του, για τη ζωή του.

Η Νέλλη άκουγε, καταλάβαινε, συμβούλευε. Είχε κι αυτή παιδιά στην ίδια ηλικία. Όταν τελείωσε η επέμβαση, πήγαν στο θάλαμο.

—Πάντως, δεν σας μοιάζουν καθόλου οι γιοι σας, της είπε η κυρία που παραστεκόταν στον διπλανό ασθενή. Θα μοιάζουν, φαίνεται, στον σύζυγο, συμπέρανε αυθαίρετα.

Η Νέλλη ένιωσε άβολα. Ούτε γιοι της ήταν ούτε σύζυγο είχε. Πόσα λάθη μέσα σε μία πρόταση! Τι ακριβώς έκανε εκεί μέσα; Κοιτάχτηκαν με τον Παύλο και μέσα στα κατάμαυρα μάτια του διέκρινε έναν πόνο, για τις απουσίες, αλλά και μια αδιόρατη ενόχληση, λες και την κατηγορούσε για κάτι που δεν έφταιγε.

Σ’ ένα μήνα ακριβώς, στο ίδιο νοσοκομείο, χειρουργήθηκε και ο Ορφέας, για μια κάκωση στον ώμο. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε πανομοιότυπο. Πάλι η Νέλλη αξημέρωτα να τον συνοδεύει, πάλι, μόλις τον πήραν στο χειρουργείο, να κάθεται απ’ έξω, με τον Παύλο αυτήν τη φορά, και να περιμένει. 

Ο Άλκης είχε πάντα δουλειές. Τα είπαν, για αρκετή ώρα με τον Παύλο. Της είπε για τις στερήσεις που πέρασε τα πρώτα χρόνια που ήταν φοιτητής, για την ανάγκη του να φύγει, να φύγει όσο γίνεται πιο μακριά, να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του. Πόσο δυνατό και πόσο αδύναμο ήταν αυτό το μεγάλο παιδί, που κόντευε πια τριάντα χρονών! Της εξομολογήθηκε τι είχε τραβήξει, όταν χώρισαν οι γονείς του, πόσο ένοχο τον είχε κάνει να νιώσει ο πατέρας του, πόσο χρεώθηκε τα λάθη της μάνας του. Με μιαν ασυγκράτητη ανάγκη να μιλήσει, της διηγήθηκε τη ζωή του, την αγάπη του για τη γιαγιά και για τον θείο του, που για κάποια χρόνια, είχαν αναλάβει το ρόλο του γονιού. Η Νέλλη συγκινήθηκε. Ταυτόχρονα δεν μπόρεσε να μην διακρίνει πόσο σκληρός κι απόλυτος είχε σταθεί ο Άλκης με το παιδί του στο παρελθόν, πόσο είχε προτάξει τον δικό του εγωισμό. Μπόρεσε επιτέλους να καταλάβει τα αίτια της βαθιάς αντιπαλότητας ανάμεσά τους, να την εξηγήσει, όχι να την δικαιολογήσει.

Όταν βγήκε κι ο Ορφέας από το νοσοκομείο, η Νέλλη τον έφερε στο σπίτι οδηγώντας όσο μπορούσε πιο αργά και πιο προσεκτικά –σαν να μετέφερε μια εύθραυστη πορσελάνη– για να μην ταρακουνηθεί το χέρι του. Τα βράδια του μαγείρευε τα φαγητά που του άρεσαν και τον βοηθούσε να φάει. Είχε κάποιον –όχι, βέβαια, αυτόν που ήθελε– να φροντίζει. Σε λίγες μέρες ήταν η σειρά της μάνας της να κάνει μια επέμβαση στον αστράγαλο. Τα πράγματα εδώ ήταν πολύ πιο δύσκολα: δεν βοηθούσε ούτε η ηλικία ούτε η ανυπόμονη ιδιοσυγκρασία της ασθενούς, βαριά ταλαιπωρημένης και από χρόνια προβλήματα αρθρίτιδας. Η εγχείρηση στο πόδι, που κούτσαινε και πονούσε εδώ και χρόνια, θα είχε απόλυτη επιτυχία κατά τον γιατρό και, μέχρι το καλοκαίρι, θα έτρεχε και θα χοροπηδούσε πιο γρήγορα και απ’ τον ίδιο. Περιμένοντας τη μάνα τους να βγει από το χειρουργείο, η Νέλλη με την Τάνια ήπιαν καφέ κι είχαν την ευκαιρία να τα πουν σε μια από τις σπάνιες φορές που η μία διέθετε λίγο απ’ τον χρόνο της στην άλλη, τα τελευταία χρόνια.

Η Νέλλη δεν τόλμησε να της αναφέρει τίποτε για την χρηματοδότηση της οικοδομής στο Χωριό. Της είπε μόνο ότι σκόπευαν να μείνουν εκεί με τον Άλκη, όταν θα τελείωνε το σπίτι, τώρα που κι αυτή είχε πάρει σύνταξη και μπορούσε να φύγει από την Αθήνα. Η Τάνια, παιδί της πόλης και μεγαλωμένη μέσα στο ίδιο πολιτιστικό θερμοκήπιο, με κοινή κουλτούρα και κοινό υπόστρωμα –παρά τις διαφορές τους– ανατρίχιασε.

—Το έχεις σκεφτεί καλά; την ρώτησε με γουρλωμένα μάτια.

—Ασφαλώς!

—Δεν έχεις ιδέα πώς είναι η ζωή στην επαρχία το χειμώνα! Ερημιά και κλεισούρα! Ρώτα κι εμένα! είπε φωναχτά η Τάνια, που είχε ζήσει μια επτάχρονη φρίκη στην Μονεμβασιά και, παρά το κάστρο και την ρομαντική ατμόσφαιρα, είχε φύγει τρέχοντας.

—Έχει διαφορά: εσύ έζησες στην επαρχία, όταν ήσουν πολύ νέα. Για μένα τώρα είναι αλλιώς. Έχω ζήσει έντονα, έχω χορτάσει, θέλω ν’ αράξω. Εξάλλου, η Αθήνα είναι δυο βήματα, όποτε θέλουμε, μπορούμε να κατεβαίνουμε και να πηγαίνουμε θέατρο ή να βλέπουμε τους φίλους μας! επέμεινε με αμετακίνητη σιγουριά η Νέλλη. Το βλέμμα της είχε τόση πεποίθηση και θέρμη, που η Τάνια κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα να προσθέσει οτιδήποτε. Εξάλλου, οι συζητήσεις μεταξύ τους δεν είχαν ποτέ μεγάλη διάρκεια ούτε τα λόγια τους επιχειρούσαν να σκάψουν σε βάθος, να πουν αλήθειες που γδέρνουν. Η Τάνια συμβιβάστηκε και η Νέλλη, ανακουφισμένη, γρήγορα απομάκρυνε το μυαλό της από τις δυσάρεστες σκέψεις.

Η μάνα τους σε λίγο βγήκε από το χειρουργείο κι είχαν ν’ ασχοληθούν με τις άμεσες πρακτικές λεπτομέρειες, που δεν ήταν λίγες ούτε εύκολες.  Όταν, μετά από δύο μέρες, γύρισαν στο σπίτι, η ζωή τους γέμισε ξαφνικά με επιδέσμους, μωρομάντιλα, πάπιες και αντιπηκτικές ενέσεις. Έπρεπε εναλλάξ να πλένουν τη μαμά, να μαγειρεύουν, να καθαρίζουν, να της κάνουν παρέα και να ακούνε τα ίδια και τα ίδια. Πόσο δύσκολο είναι να γίνεσαι γονιός του γονιού σου, ειδικά όταν μια ζωή έχεις μάθει μόνο να παίρνεις απ’ αυτόν και ποτέ να δίνεις! Η κατάσταση αυτή κράτησε ως το Μάιο και το χειρότερο ήταν ότι οι υποσχέσεις του γιατρού για τρεχαλητά και χοροπηδήματα διαψεύστηκαν παταγωδώς. Αντίθετα, μάλιστα, τα λάθη του πρώτου χειρουργείου επέβαλαν, στα επόμενα δύο χρόνια, άλλες δύο οδυνηρές επεμβάσεις που δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Άπειρος πόνος, έξοδα, αγωνία, που μόνο η δυναμική προσωπικότητα της μάνας τους και η αγάπη της, η λαχτάρα της για τη ζωή μπορούσαν ν’ αντέξουν και να υποστηρίξουν με πείσμα.

Για τη Νέλλη, πάντως, το να μοιράζεται πια όχι σε δύο αλλά σε τρία σπίτια, ήταν πάνω από τις δυνάμεις της. Μπέρδευε τις θέσεις των πραγμάτων, ξεχνούσε τι ήθελε να κάνει. Πήγαινε το βράδυ αργά στο σπίτι του Άλκη ξέπνοη, συνέχιζε σταθερά το πρόγραμμα της αποταμίευσης αλλά πολλές φορές δεν έβγαινε η φωνή της από την κούραση, καθόταν μισή ώρα στην τηλεόραση και την έπαιρνε ο ύπνος. Ώρες–ώρες, όταν οδηγούσε από το ένα μάθημα στο άλλο, της ερχόταν μια τρελή ιδέα, ένας πειρασμός: να πάει κάπου μακριά, κάπου που να μην την ξέρει κανείς και εκεί να κρυφτεί και να μην της ζητάει κανείς τίποτε, να μην την ενοχλούν, να την αφήσουν να ξαπλώσει αναπαυτικά και να κοιτάζει το ταβάνι. Αρκούσε, όμως, ο ήχος του κινητού ή ένα κορνάρισμα, για να συνέλθει από τις ανώφελες ονειροπολήσεις και να επιστρέψει στην πεζή καθημερινότητα.

 

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Η Σταυρούλα Ιωαννίδου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964. Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας το 1986, με ειδικότητα στις Νεοελληνικές και Βυζαντινές σπουδές. Το 1994 ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή στη Νεοελληνική Φιλολογία. Από το 1987 ως το 2015 δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση.

Παράλληλα, δημοσίευσε άρθρα και μελέτες σε φιλολογικά περιοδικά.

Σήμερα ζει στην Αθήνα και έχει δύο παιδιά.

«Η εξίσωση» είναι το πρώτο της μυθιστόρημα

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ

Έτος έκδοσης: 2020

ISBN:  978-960-438-228-6

Σελίδες: 270 Τιμή: € 14,84


Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το βιβλίο.
Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης
  • ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΛΩΝΙΑΣ: Λόγοι επικήδιοι
  • ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ: 200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ. Αρχή και τέλος, μέσα από τις στήλες της εφημερίδας Ακρόπολις
  • Από την θεατρική ζωή στην Ζάκυνθο το 19ο αιώνα
  • Παραστάσεις όπερας στη Ζάκυνθο στο διάστημα 1851-1864
  • Ο ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΙΔΗΣ ANΗΨΙΟΣ ΤΟΥ ΝΤΟΤΟΡΟΥ ΡΟΙΔΗ, ΦΙΛΟΥ ΤΟΥ Δ. ΣΟΛΩΜΟΥ
  • ΧΑΡΙΚΛΕΙΑΣ  Γ. ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ: Κριτική Παρουσίασις, «ΕΣΤΙΑ» 7-8 ΜΑΡΤΙΟΥ 2020 / ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΒΙΤΣΟΣ: ΙΩΑΝΝΗ ΤΣΑΚΑΣΙΑΝΟΥ, ΙΩΑΝΝΗ ΤΣΑΚΑΣΙΑΝΟΥ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ
  • ΟΙ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΙ ΣΤΙΧΟΠΛΟΚΟΥΝ …ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΟΝ ΚΟΡΩΝΟΙΟ!
  • ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΘΕΡΙΖΑΝ Η ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΓΡΙΠΠΗ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΜΠΟΓΙΑΝΝΙΤΕΣ
  • Η «ΑΧΙΛΛΗΙΣ» του ΗΛΙΑ ΜΑΛΑΝΔΡΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ, στα 10 ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, σε έρευνα του Αmazon
  • Η ΔΙΑΜΑΝΤΙΝΑ ΚΑΙ Η ΤΡΙΛΙΑ, σύζυγος και ερωμένη του Κόντε ‘Οσκεναι Μαντρικάρδη, ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΙΝΟΥΝ ΤΥΡΙΝΗΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΤΗΝ ΖΑΚΥΝΘΟ, η καθεμία για τους δικούς της λόγους..