GameNow WP Theme

DarkLight
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ «Η ΕΞΙΣΩΣΗ», μυθιστόρημα

ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΚΤΗΣΕΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ 1Ο% ΕΚΠΤΩΣΗ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ:

www.politeia.gr

Έχει ο έρωτας ηλικία; Οι πιο πολλοί βιάζονται να δώσουν τη στερεότυπη απάντηση: όχι.

Κι όμως…

Ο Άλκης και η Νέλλη, δύο μεσήλικες, ταλαιπωρημένοι από προηγούμενες αποτυχημένες σχέσεις, τολμούν να ζήσουν ένα έντονο πάθος κάνοντας όνειρα και σχέδια, να κοιτάξουν τη ζωή σαν να βρίσκονται στην αρχή της. Χάνονται όμως σ’ ένα λαβύρινθο από υπερβολές και λάθη, εγκλωβισμένοι στα αδιέξοδα που οι ίδιοι δημιουργούν. Παγιδεύονται σε οικονομικές εξαρτήσεις και σε έναν ανελέητο ανταγωνισμό μέσα στο ασφυκτικό  κοινωνικό περιβάλλον.

Έτσι, ο δεύτερος και για τους  δύο γάμος τους  τους οδηγεί σταδιακά σε  συγκρούσεις. Οι  διαφορές στις συνήθειες, στην κουλτούρα και στις αξίες τους, γίνονται ολοένα και πιο ορατές.

Πρόσωπα, με τα οποία συνδέονται, άλλοτε παρακολουθούν αμέτοχα, άλλοτε παρεμβαίνουν θετικά, συχνά όμως, επηρεάζουν καταστροφικά τη σχέση τους. Εκείνη,  μη έχοντας τη δύναμη ν’ αντισταθεί στις εξωτερικές επιρροές,  καταρρέει. Ο έρωτας δεν αργεί να μετατραπεί  σε φόβο και υπολογισμό και, στη συνέχεια, σε παιχνίδι εξουσίας, σε μίσος και απέχθεια. Το συναισθηματικό μακελειό είναι αναπόφευκτο και ο χωρισμός η μόνη λύση.

«Η Εξίσωση» είναι μια διαχρονική διαπίστωση ότι οι άνθρωποι κουβαλούν αυτό που ανέκαθεν υπήρξαν. Και όταν έχουν το στίγμα της μοναξιάς, την αποζητούν κι επιστρέφουν και περιχαρακώνονται σ’ αυτήν, όσες ευκαιρίες κι αν τους χαρίσει η ζωή.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Την αλλοφροσύνη, στην οποία βρισκόταν η Νέλλη εκείνο τον χειμώνα, με τα μαθήματα στο φουλ να εναλλάσσονται με επισκέψεις στον μηχανικό, ήρθαν να συμπληρώσουν και τρία χειρουργεία, όλα ορθοπεδικά.

Στα μισά του Γενάρη, ο Παύλος μπήκε στο νοσοκομείο για μια επέμβαση στο γόνατο, εύκολη υπόθεση για ένα τόσο νέο παιδί. Η Νέλλη τον πήγε χαράματα και κάθισε απ’ έξω κουβεντιάζοντας με τον Ορφέα. Ο μικρός είχε ανάγκη να μιλήσει… Της ξεδίπλωσε τα άγχη του για τον πατέρα του, για τη μάνα του, για τη ζωή του.

Η Νέλλη άκουγε, καταλάβαινε, συμβούλευε. Είχε κι αυτή παιδιά στην ίδια ηλικία. Όταν τελείωσε η επέμβαση, πήγαν στο θάλαμο.

—Πάντως, δεν σας μοιάζουν καθόλου οι γιοι σας, της είπε η κυρία που παραστεκόταν στον διπλανό ασθενή. Θα μοιάζουν, φαίνεται, στον σύζυγο, συμπέρανε αυθαίρετα.

Η Νέλλη ένιωσε άβολα. Ούτε γιοι της ήταν ούτε σύζυγο είχε. Πόσα λάθη μέσα σε μία πρόταση! Τι ακριβώς έκανε εκεί μέσα; Κοιτάχτηκαν με τον Παύλο και μέσα στα κατάμαυρα μάτια του διέκρινε έναν πόνο, για τις απουσίες, αλλά και μια αδιόρατη ενόχληση, λες και την κατηγορούσε για κάτι που δεν έφταιγε.

Σ’ ένα μήνα ακριβώς, στο ίδιο νοσοκομείο, χειρουργήθηκε και ο Ορφέας, για μια κάκωση στον ώμο. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε πανομοιότυπο. Πάλι η Νέλλη αξημέρωτα να τον συνοδεύει, πάλι, μόλις τον πήραν στο χειρουργείο, να κάθεται απ’ έξω, με τον Παύλο αυτήν τη φορά, και να περιμένει. 

Ο Άλκης είχε πάντα δουλειές. Τα είπαν, για αρκετή ώρα με τον Παύλο. Της είπε για τις στερήσεις που πέρασε τα πρώτα χρόνια που ήταν φοιτητής, για την ανάγκη του να φύγει, να φύγει όσο γίνεται πιο μακριά, να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του. Πόσο δυνατό και πόσο αδύναμο ήταν αυτό το μεγάλο παιδί, που κόντευε πια τριάντα χρονών! Της εξομολογήθηκε τι είχε τραβήξει, όταν χώρισαν οι γονείς του, πόσο ένοχο τον είχε κάνει να νιώσει ο πατέρας του, πόσο χρεώθηκε τα λάθη της μάνας του. Με μιαν ασυγκράτητη ανάγκη να μιλήσει, της διηγήθηκε τη ζωή του, την αγάπη του για τη γιαγιά και για τον θείο του, που για κάποια χρόνια, είχαν αναλάβει το ρόλο του γονιού. Η Νέλλη συγκινήθηκε. Ταυτόχρονα δεν μπόρεσε να μην διακρίνει πόσο σκληρός κι απόλυτος είχε σταθεί ο Άλκης με το παιδί του στο παρελθόν, πόσο είχε προτάξει τον δικό του εγωισμό. Μπόρεσε επιτέλους να καταλάβει τα αίτια της βαθιάς αντιπαλότητας ανάμεσά τους, να την εξηγήσει, όχι να την δικαιολογήσει.

Όταν βγήκε κι ο Ορφέας από το νοσοκομείο, η Νέλλη τον έφερε στο σπίτι οδηγώντας όσο μπορούσε πιο αργά και πιο προσεκτικά –σαν να μετέφερε μια εύθραυστη πορσελάνη– για να μην ταρακουνηθεί το χέρι του. Τα βράδια του μαγείρευε τα φαγητά που του άρεσαν και τον βοηθούσε να φάει. Είχε κάποιον –όχι, βέβαια, αυτόν που ήθελε– να φροντίζει. Σε λίγες μέρες ήταν η σειρά της μάνας της να κάνει μια επέμβαση στον αστράγαλο. Τα πράγματα εδώ ήταν πολύ πιο δύσκολα: δεν βοηθούσε ούτε η ηλικία ούτε η ανυπόμονη ιδιοσυγκρασία της ασθενούς, βαριά ταλαιπωρημένης και από χρόνια προβλήματα αρθρίτιδας. Η εγχείρηση στο πόδι, που κούτσαινε και πονούσε εδώ και χρόνια, θα είχε απόλυτη επιτυχία κατά τον γιατρό και, μέχρι το καλοκαίρι, θα έτρεχε και θα χοροπηδούσε πιο γρήγορα και απ’ τον ίδιο. Περιμένοντας τη μάνα τους να βγει από το χειρουργείο, η Νέλλη με την Τάνια ήπιαν καφέ κι είχαν την ευκαιρία να τα πουν σε μια από τις σπάνιες φορές που η μία διέθετε λίγο απ’ τον χρόνο της στην άλλη, τα τελευταία χρόνια.

Η Νέλλη δεν τόλμησε να της αναφέρει τίποτε για την χρηματοδότηση της οικοδομής στο Χωριό. Της είπε μόνο ότι σκόπευαν να μείνουν εκεί με τον Άλκη, όταν θα τελείωνε το σπίτι, τώρα που κι αυτή είχε πάρει σύνταξη και μπορούσε να φύγει από την Αθήνα. Η Τάνια, παιδί της πόλης και μεγαλωμένη μέσα στο ίδιο πολιτιστικό θερμοκήπιο, με κοινή κουλτούρα και κοινό υπόστρωμα –παρά τις διαφορές τους– ανατρίχιασε.

—Το έχεις σκεφτεί καλά; την ρώτησε με γουρλωμένα μάτια.

—Ασφαλώς!

—Δεν έχεις ιδέα πώς είναι η ζωή στην επαρχία το χειμώνα! Ερημιά και κλεισούρα! Ρώτα κι εμένα! είπε φωναχτά η Τάνια, που είχε ζήσει μια επτάχρονη φρίκη στην Μονεμβασιά και, παρά το κάστρο και την ρομαντική ατμόσφαιρα, είχε φύγει τρέχοντας.

—Έχει διαφορά: εσύ έζησες στην επαρχία, όταν ήσουν πολύ νέα. Για μένα τώρα είναι αλλιώς. Έχω ζήσει έντονα, έχω χορτάσει, θέλω ν’ αράξω. Εξάλλου, η Αθήνα είναι δυο βήματα, όποτε θέλουμε, μπορούμε να κατεβαίνουμε και να πηγαίνουμε θέατρο ή να βλέπουμε τους φίλους μας! επέμεινε με αμετακίνητη σιγουριά η Νέλλη. Το βλέμμα της είχε τόση πεποίθηση και θέρμη, που η Τάνια κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα να προσθέσει οτιδήποτε. Εξάλλου, οι συζητήσεις μεταξύ τους δεν είχαν ποτέ μεγάλη διάρκεια ούτε τα λόγια τους επιχειρούσαν να σκάψουν σε βάθος, να πουν αλήθειες που γδέρνουν. Η Τάνια συμβιβάστηκε και η Νέλλη, ανακουφισμένη, γρήγορα απομάκρυνε το μυαλό της από τις δυσάρεστες σκέψεις.

Η μάνα τους σε λίγο βγήκε από το χειρουργείο κι είχαν ν’ ασχοληθούν με τις άμεσες πρακτικές λεπτομέρειες, που δεν ήταν λίγες ούτε εύκολες.  Όταν, μετά από δύο μέρες, γύρισαν στο σπίτι, η ζωή τους γέμισε ξαφνικά με επιδέσμους, μωρομάντιλα, πάπιες και αντιπηκτικές ενέσεις. Έπρεπε εναλλάξ να πλένουν τη μαμά, να μαγειρεύουν, να καθαρίζουν, να της κάνουν παρέα και να ακούνε τα ίδια και τα ίδια. Πόσο δύσκολο είναι να γίνεσαι γονιός του γονιού σου, ειδικά όταν μια ζωή έχεις μάθει μόνο να παίρνεις απ’ αυτόν και ποτέ να δίνεις! Η κατάσταση αυτή κράτησε ως το Μάιο και το χειρότερο ήταν ότι οι υποσχέσεις του γιατρού για τρεχαλητά και χοροπηδήματα διαψεύστηκαν παταγωδώς. Αντίθετα, μάλιστα, τα λάθη του πρώτου χειρουργείου επέβαλαν, στα επόμενα δύο χρόνια, άλλες δύο οδυνηρές επεμβάσεις που δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Άπειρος πόνος, έξοδα, αγωνία, που μόνο η δυναμική προσωπικότητα της μάνας τους και η αγάπη της, η λαχτάρα της για τη ζωή μπορούσαν ν’ αντέξουν και να υποστηρίξουν με πείσμα.

Για τη Νέλλη, πάντως, το να μοιράζεται πια όχι σε δύο αλλά σε τρία σπίτια, ήταν πάνω από τις δυνάμεις της. Μπέρδευε τις θέσεις των πραγμάτων, ξεχνούσε τι ήθελε να κάνει. Πήγαινε το βράδυ αργά στο σπίτι του Άλκη ξέπνοη, συνέχιζε σταθερά το πρόγραμμα της αποταμίευσης αλλά πολλές φορές δεν έβγαινε η φωνή της από την κούραση, καθόταν μισή ώρα στην τηλεόραση και την έπαιρνε ο ύπνος. Ώρες–ώρες, όταν οδηγούσε από το ένα μάθημα στο άλλο, της ερχόταν μια τρελή ιδέα, ένας πειρασμός: να πάει κάπου μακριά, κάπου που να μην την ξέρει κανείς και εκεί να κρυφτεί και να μην της ζητάει κανείς τίποτε, να μην την ενοχλούν, να την αφήσουν να ξαπλώσει αναπαυτικά και να κοιτάζει το ταβάνι. Αρκούσε, όμως, ο ήχος του κινητού ή ένα κορνάρισμα, για να συνέλθει από τις ανώφελες ονειροπολήσεις και να επιστρέψει στην πεζή καθημερινότητα.

 

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Η Σταυρούλα Ιωαννίδου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964. Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας το 1986, με ειδικότητα στις Νεοελληνικές και Βυζαντινές σπουδές. Το 1994 ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή στη Νεοελληνική Φιλολογία. Από το 1987 ως το 2015 δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση.

Παράλληλα, δημοσίευσε άρθρα και μελέτες σε φιλολογικά περιοδικά.

Σήμερα ζει στην Αθήνα και έχει δύο παιδιά.

«Η εξίσωση» είναι το πρώτο της μυθιστόρημα

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ

Έτος έκδοσης: 2020

ISBN:  978-960-438-228-6

Σελίδες: 270 Τιμή: € 14,84


Σχόλια για το βιβλίο: 1
  • ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΡΑΧΑΝΑΣ
    2 Σεπτεμβρίου 2020
    #1

    Περί έρωτος
    Γράφει ο Κώστας Τραχανάς //

    Σταυρούλα Ιωαννίδου «Η εξίσωση», Εκδόσεις Περίπλους 2020, σελ.267

    Έχει ο έρωτας ηλικία; Οι πιο πολλοί βιάζονται να δώσουν τη στερεότυπη απάντηση: όχι.

    Κι όμως…

    Ο έρωτας δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της νεότητας, δεν έχει ηλικία. Ένα ώριμο ζευγάρι, δυο ηλικιωμένοι άνθρωποι, μπορούν να ερωτευτούν, σε πείσμα του χρόνου και της φθοράς.

    Η Νέλλη Παπαστεφάνου, φιλόλογος, μεγάλωσε στην Αθήνα, ήταν αυτό που λέμε «κορίτσι από σπίτι», πενήντα δύο χρονών, πλέον, με κόρες της παντρειάς. Γνώρισε τον Άλκη λίγο πριν κλείσει τα σαράντα επτά της. Σε εκείνη την αμείλικτη χρονική στιγμή, που το κατώφλι του γήρατος αρχίζει να γίνεται ορατό και η μοναξιά δεν είναι πια ανεξαρτησία αλλά απειλή. Εκείνος θα γινόταν πενήντα έξι. Ο Άλκης Μαυρόπουλος εξήντα ένα χρονών, πλέον, με δυο αγόρια φοιτητές, είχε γεννηθεί στο Χωριό, ήταν καθηγητής φυσικός, ήταν κοινωνικός, έκανε εύκολα φίλους, ήταν ατίθασος, ζωηρός, αεικίνητος, φαγάς και γερό ποτήρι.

    Το σώμα της Νέλλης με τα χρόνια είχε βαρύνει, η μέση της είχε στρογγυλέψει και ύπουλες ρυτίδες είχαν αρχίσει να στεφανώνουν το χαμόγελό τους. Όμως η καρδιά της φτερούγιζε ακόμη, παρέμενε αγέραστη, έτοιμη για νέο ξεκίνημα. Ήταν πολύ ερωτευμένη, απελπισμένα, αθεράπευτα και η τύφλωση μπροστά στην πραγματικότητα ήταν το πιο δυνατό χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς της. Μέσα στην ρομαντική της παραφορά, πίστευε ότι ο έρωτας θα έβγαινε νικητής, θα εξισορροπούσε τις αντινομίες, θα τους εξάγνιζε και θα ξέπλενε τα σκοτεινά κομμάτια του χαρακτήρα του Άλκη. Η Νέλλη πίστευε ότι θα γερνούσε μαζί με τον Άλκη.

    Έξι χρόνια δεσμός, σε ισορροπημένη εναλλαγή, μια σοφή συμμετρία χαράς και λύπης ύφαινε την ασπρόμαυρη εσάρπα που τους τύλιγε. Μια σχέση που ξεφλούδιζε αντί να βαθαίνει. Ο δεύτερος και για τους δύο γάμος τους, τους οδηγεί σταδιακά σε συγκρούσεις. Οι διαφορές στις συνήθειες, στην κουλτούρα και στις αξίες τους, γίνονται και πιο ορατές. Ο χωρισμός φαίνεται η μόνη λύση

    Κι ο έρωτας; Τι απέγινε ο έρωτας ; Ο έρωτας απών. Ο έρωτας δεν ήταν γνήσιος, δεν ήταν καθαρός. Υπαγορεύτηκε από την ανασφάλεια, την ανάγκη, την μοναξιά, την τάση για εξουσία. Έγινε προδοσία, μακελειό! Οι ελπίδες διαψεύστηκαν. Εκμετάλλευση από τον Άλκη. Η Νέλλη συγκατοικούσε με ένα ξένο σε ένα ξένο σπίτι.

    Η μαθηματική εξίσωση ήταν λάθος!

    Οι διαφωνίες συσσωρεύονταν, τα παράπονα γίνονταν βαρετά βουνά. Τα καταπατημένα δικαιώματα, οι καταπιεσμένες επιθυμίες, τα ανέκφραστα συναισθήματα γύρευαν, με την υπόκωφη πίεση ενός ηφαιστείου, να βρουν διέξοδο και να εκτονωθούν. Το γέλιο σπάνιο, τα αισθήματα ατροφικά. Μια υποκρισία σε ένα σαρκοβόρο γάμο. Ακρωτηριασμένες ψυχές. Τρομεροί καυγάδες. Συγκρούσεις καθημερινές για ασήμαντες λεπτομέρειες. Η ψυχρότητα του χώρου αλληλεπιδρούσε, σαν τα συγκοινωνούντα δοχεία, με τις παγωμένες τους ψυχές. Χάος τους χώριζε. Ο έρωτάς της, η αγάπης της, ήταν βάρος…

    Η Νέλλη όλα τα χρόνια χάριζε τον κόπο της, τα λεφτά της, την ψυχή της. Δεν ήθελε να αγοράσει κανέναν. Αγάπη και συμπόνια ζητούσε. Ένα σπίτι ήθελε για τους δυο τους. Μια οικογενειακή φωλιά. Αντί να χτίσουν ένα σπίτι, για να στεγάσουν τον έρωτά τους, θα ήταν πολύ πιο σοφό να έχτιζαν με γερά υλικά τον ίδιο τον δεσμό τους, κι ας τον άφηναν άστεγο.

    Η Νέλλη συμπεριφερόταν σαν πρωτάρα έφηβη. Όλα της άρεσαν, όλα τα δεχόταν, δεν έλεγε ποτέ «όχι». Ανοχύρωτη πόλη. Χειμώνας στη φύση, χειμώνας και στην ψυχή της Νέλλη. Παγωνιά…

    Η Νέλλη που κάποτε ονειρεύτηκε μια ζωή γεμάτη αγάπη κι ομορφιά, αυτή που θέλησε να ρουφήξει κάθε σταγόνα απ’ αυτή, που λαχτάρησε να αγγίξει μια στάλα ευτυχίας , στο τέλος παραδόθηκε στα δίχτυα της δυστυχίας και του πόνου, αυτή κατέστρεψε μια για πάντα το είναι της. Η γνώση της πραγματικής αγάπης της Νέλλης ήταν αληθινή, γιατί πήγαζε από την καρδιά και όχι από τα βιβλία.

    Η ζωή τις περισσότερες φορές είναι σκληρή, πολύ σκληρή. Κι απρόσμενη…

    Πονάει η αγάπη! Πονάει πολύ!

    Η αγάπη τελικά μετατράπηκε σε αμοιβαίο αβυσσαλέο μίσος.

    Πώς να αντιπαλέψει ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά τον πρίγκιπα ή την πριγκίπισσα του παραμυθιού;

    Πόση άραγε θλίψη μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος και ποια αλήθεια μπορεί να ξεπεράσει τα όρια της αντοχής του;

    Θα δει η Νέλλη την αλήθεια μετά από επτά χρόνια σχέση και ένα δεύτερο γάμο;

    Θα αρχίσει η ζήλεια και ο ανταγωνισμός;

    Τι νόημα έχει ένα σπίτι χωρίς ανθρώπους;

    Γιατί πολλές φορές δεν ξεχωρίζουμε τα πρόσωπα από τα προσωπεία;

    Πόσο απερίσκεπτη, πόσο ανόητη και επιπόλαια μπορεί να γίνει μια γυναίκα, όταν ο έρωτας θολώσει την όρασή της;

    «Που πάει ο έρωτας όταν μια σχέση σβήνει; /Στις μνήμες. Στις μουσικές. Στις λέξεις.»

    Πόση ελαστικότητα μπορεί να αποκτήσει η συνείδησή της γυναίκας, ώστε να κουκουλώσει τις ενοχές, να αμνηστεύει τα σφάλματα και να δίνει άφεση στις αμαρτίες;

    Από μια κακιά σχέση θα ήταν προτιμότερη η μοναξιά που επέτρεπε τουλάχιστον να διαχειριστεί τη ζωή της και να περιφρουρεί την αυτονομία της;

    Ο εραστής, ο σύντροφος, ο φίλος, ο συνοδοιπόρος, έχει μετατραπεί σε αντίπαλο; Αντίπαλος εραστής;

    Το φινάλε θα είναι τραγικό; Ή θα βγει τελικά ο έρωτας νικητής;

    Το κύριο θέμα του βιβλίου της Σταυρούλας Ιωαννίδου, είναι ο έρωτας και ότι η ηδονή και η οδύνη συλλειτουργούν ως αξεδιάλυτες εκδηλώσεις του, η ερωτική επιθυμία και το ερωτικό συναίσθημα είναι διαρκείς ταλαντώσεις ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία, την πλήρωση και τη ματαίωση, το κυνήγι, την κατάκτηση και την απώλεια. Μόλις ο έρωτας τείνει να κατακτηθεί χάνεται, για να ανατροφοδοτηθεί μέσα από τον πόθο της νέας του επανεύρεσης. Ο έρωτας είναι το επίκεντρο της ακατάπαυστης επιθυμίας, της αχαλίνωτης φαντασίας, της αγωνίας μας να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, τον άλλο και τον κόσμο…

    Ο έρωτας είναι κάτι που το αισθάνεσαι, το εκφράζεις και το πραγματοποιείς. Το μόνο αίσθημα που αξίζει όσο κι ο έρωτας είναι η ταπείνωση. Ο έρωτας, ο γλυκόπικρος, ο παντοτινός απών σύντροφός μας. Ο έρωτας δεν είναι πάντα ευλογία, μπορεί να αποδειχτεί και συμφορά. Στον έρωτα ακόμα κι αν ορίζεται ως επιθυμία αθανασίας, υπάρχει μέσα του η σφοδρότητα του «θέλω» και του «ζητώ» το βάσανο του «αχ». Ενώ η φιλία απελευθερώνεται από αυτόν τον διπλό αναστεναγμό.

    Ο έρωτας είναι όλεθρος.

    Αγάπη είναι ο έρωτας, αλλά ο ανιδιοτελής έρωτας, ο έρωτας που προσφέρει, καλωσορίζει και δέχεται. Η αγάπη προχωρεί πέρα από τη σεξουαλική έλξη κι επιθυμία. Επεκτείνεται στη φιλία, στην αδελφοσύνη, με άλλους λόγους στη μυστική και δημιουργική συγγένεια. Δίχως αγάπη πεθαίνεις. Αλλά και με αγάπη πεθαίνεις. Μόνο που δεν είναι όλοι οι θάνατοι ίδιοι. Η αγάπη δεν είναι θετικό συναίσθημα. Δεν είναι ούτε ευλογία, ούτε κατάρα. Είναι μια ευλογία που είναι κατάρα, αλλά ούτε αυτό ακριβώς. Η αγάπη «ου περπεύεται», «ου φυσιούται», «ου ζητεί τα εαυτής». «Κι αν σ’ αγαπώ δεν σε ορίζω» λέει το Άσμα Ασμάτων.

    Ο σύγχρονος έρωτας έχει αναπτυχθεί με τρόπο που μεγιστοποιεί την υποταγή και ελαχιστοποιεί την ελευθερία, χωρίς καμιά αντίρρηση. Ο Έρωτας τείνει να εξασθενεί όταν η επιθυμία εκπληρώνεται. Η σκληρή δουλειά θεωρείται πανάκεια για την καταπόνηση της επιθυμίας. Μήπως ζούμε με ένα ξένο; Αλήθεια τι χρειάζονται σήμερα τόσα βιβλία αυτοβοήθειας στις σχέσεις, το βιάγκρα και οι τσόντες, για τα ζευγάρια;

    Οι λέξεις «αλυσίδα» ή «θηλιά» έχουν γίνει συνώνυμα των συζύγων. Το σημερινό ζευγάρι είναι ίσον φυλακή και ο ένας δεσμοφύλακας του άλλου και ο κατ’ οίκον περιορισμός είναι η βασική συνθήκη του σημερινού έρωτα. Ο έρωτας είναι μεθυστικός και παραισθησιογόνος, αλλά στο τέλος τοξικός…

    Η συζυγική ζωή είναι ένα άγονο τοπίο είτε ένα φορτισμένο πεδίο μάχης είτε μια εφιαλτική επανάληψη που χαρακτηρίζεται από μονοτονία, καυγάδες, σιωπή ή παράλογες εγωιστικές απαιτήσεις. Αλλά, αν η σχέση είναι, για την κοινωνία, ο πιστοποιημένος αποθηκευτικός χώρος οικειότητας, περιουσίας, παιδιών και ερωτικής επιθυμίας , τότε η μοιχεία είναι ο δημοτικός κάδος του γάμου, για απόβλητα τοξικής δυστυχίας και προβλημάτων!

    Η μοιχεία, η οπτασία της αλλαγής είναι τόσο ελκυστική όσο και τρομακτική. Αλλά, πριν σου μπουν βιαστικές ιδέες να αποκαλύψεις την αλήθεια ή να σκάψεις κάποιο τούνελ απόδρασης και να το βάλεις στα πόδια, θυμήσου πως οι ένοπλοι φρουροί-παιδιά, κοινή γνώμη, υπερεγώ- περιπολούν στα σύνορα και τα σκυλιά τους είναι ξελιγωμένα για σκάνδαλα.

    Και μετά η μοιχεία που έρχεται και αναστατώνει τα πάντα.

    Η μοιχεία για τον έρωτα είναι ότι ο δοκιμαστικός σωλήνας για την επιστήμη: ένα σκεύος για πειραματισμούς. Η συζυγική εξαπάτηση στην προσωπική ζωή δεν είναι απλώς διαδεδομένη, στάζει από το ταβάνι…

    Η προδοσία και η μοιχεία υπήρξε, ήταν γεγονός, το ίδιο και η υποκρισία.

    Η απειλή είχε γυμνασμένο κορμί και σκληρό πρόσωπο, με τοξικό βλέμμα και αιχμηρές γωνίες. Μαύρα μαλλιά και ένα αντρικό βάδισμα. Η απειλή ήταν η Ντίνα, παλιά, στενή φίλη του Άλκη. Η πιο έμπιστη. Το alter ego του. Αυτό της επέτρεψε να μολύνει την ψυχή του Άλκη (ίσως και το σώμα του, ποιος ξέρει;) να επηρεάσει την συμπεριφορά του και να υποσκάψει, με την άδειά του φυσικά, την σχέση του με τη Νέλλη.

    «Η Εξίσωση» είναι μια διαχρονική διαπίστωση ότι οι άνθρωποι κουβαλούν αυτό που ανέκαθεν υπήρξαν. Και όταν έχουν το στίγμα της μοναξιάς, την αποζητούν κι επιστρέφουν και περιχαρακώνονται σ’ αυτήν, όσες ευκαιρίες κι αν τους χαρίσει η ζωή.

    Δεν ξέρω άλλο βιβλίο που να μας μεταδίδει με τόση ζωντάνια και στοχαστική ματιά τη δυσφορία των οικιακών και ερωτικών σχέσεων.

    Ένα βαθιά και πυκνά στοχαστικό βιβλίο για τη φύση του έρωτα και την αναπόδραστη σχέση του ανθρώπου μαζί του.

    Ένα πραγματικά ερωτικό βιβλίο.

    Έξυπνο και καλογραμμένο.

    Ένας διεισδυτικός συνδυασμός γνώσεων, φαντασίας και κατανόησης.

    Η Σταυρούλα Ιωαννίδου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964. Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας το 1986, με ειδικότητα στις Νεοελληνικές και Βυζαντινές σπουδές. Το 1994 ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή στη Νεοελληνική Φιλολογία. Από το 1987 ως το 2015 δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση. Παράλληλα, δημοσίευσε άρθρα και μελέτες σε φιλολογικά περιοδικά. Σήμερα ζει στην Αθήνα και έχει δύο παιδιά. «Η εξίσωση» είναι το πρώτο της μυθιστόρημα

Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης