GameNow WP Theme

DarkLight
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ, Ο ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ

Τον καιρό της γερμανικής κατοχής, ένας Έλληνας χωροφύλακας υπηρετεί ως φύλακας σε γερμανικές φυλακές της Θεσσαλονίκης. Είναι συνεργάτης των Γερμανών και υποστηρικτής του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού. Βρίσκεται σε συναισθηματικό και ανθρώπινο δίλημμα και τελικά απελευθερώνει φίλο του Έλληνα κρατούμενο.

Έτσι, από φίλος και έμπιστος των Γερμανών καταλήγει φυγάς και κυνηγημένος από τις δυνάμεις κατοχής. Ο φίλος του, από κρατούμενος και προγραμμένος για εκτέλεση, βρίσκεται αντάρτης του ΕΛΑΣ στα βουνά της Μακεδονίας.

Με λίγα τα «εγώ» και με πολλή αγάπη και σεβασμό στη ζωή, δύο φίλοι, νέοι άνθρωποι, πορεύονται παράλληλα στον χρόνο, αλλά σε διαφορετικές καταστάσεις, στα δύσκολα χρόνια της σκλαβωμένης Ελλάδας. Ψάχνοντας για μια άλλη αλήθεια, μαθαίνουν σιγά σιγά να προσέχουν περισσότερο και να μην αποδιώχνουν τις καινούργιες απόψεις που αμφισβητούν τις χθεσινές βεβαιότητες.

Με την περιγραφή και παρουσίαση των γεγονότων αναδεικνύονται καταστάσεις, ιστορικά στοιχεία και κοινωνικές και ανθρώπινες συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο και επηρεάζουν τις μεταγενέστερες.

Ένα ψυχογραφικό, φιλοσοφικό, πολιτικοκοινωνικό κείμενο, με σημαντικό λαογραφικό υλικό και εναργείς περιγραφές της καθημερινής ζωής που συνδέονται με το υλικό αυτό.

Μυθιστόρημα που βλέπει μπροστά, από πλευράς ιδεολογίας και μυθοπλασίας, αλλά και από πλευράς κειμένου.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

Τη σχέση του Γιωργή με τον Λαδά ποτέ δεν την είχε χωνέψει ο μπάρμπα Θανάσης.

Ήξερε ότι ο Λαδάς ήταν η αιτία που ο Γιωργής είχε αυτή τη φιλική διάθεση με τους Γερμανούς. Ήταν σαν δάσκαλός του.

Δεν τον χώνευε τον Λαδά! Αν μπορούσε και έβρισκε γωνιά να τον κρύβει, μωρέ θα τον έπνιγε με τα ίδια του τα χέρια! Κάτι πρέπει να είχαν αυτοί μεταξύ τους.

Παλιότερα, προτού πιάσει δουλειά ο Γιωργής, προδότη τον ανέβαζε προδότη τον κατέβαζε! Μετά που ο Γιωργής έπιασε δουλειά σταμάτησε.

Τα ήξερε ο Γιωργής όλα αυτά. Τα ήξερε και τα σκεφτόταν.

Πώς να πει τώρα τον Λαδά προδότη ο μπάρμπα Θανάσης; Θα ήταν σαν να έλεγε και τον γιό του. Αυτό ήταν που ήθελε να δει στα μάτια του ο Γιωργής! Γι’ αυτό ήθελε να επισκεφτεί τον πατέρα του. Να τον ρωτήσει. Κι’ αν δεν μπορούσε να τον ρωτήσει, να ψάξει. Να δει από το ύφος του αν περνούσε, αν δέχονταν ο πατέρας του, καμιά τρέλα από μέρους του!

Ξανάφερε την κουβέντα στο θέμα.

–    Έτσι όπως έχουν τα πράγματα, ο Μιχάλης την έχει πολύ δύσκολα. Οι Γερμανοί περιμένουν πώς και πώς να κάνουν τίποτα οι αντάρτες. Ψάχνουν αφορμή, έχουν καμιά δεκαριά για τον τοίχο!

–    Και μες τους δέκα είναι και ο Μιχάλης;

–    Απ’ τους πρώτους!

–    Κρίμα ρε το παλικάρι. Λίγο τρελός αλλά μπεσαλής, και το έλεγε η καρδιά  του!Ο τελευταίος λόγος του πατέρα του έβγαινε κομμάτι- κομμάτι, σαν κάτι να τον κόμπιαζε. Ξεφύσηξε! Στενάχωρα πράγματα!

Καλά και εκείνο το φίδι, ο Λαδάς, που έπρεπε να συμπαρασταθεί τον Μιχάλη, έχει μεγάλο χρέος, ξέρω εγώ, δεν κάνει τίποτα;

–  Εδώ που τα λέμε, δεν μπορεί να κάνει και πολλά πράγματα.

Αλλά, όταν του είπα να πάω να μιλήσω στον Μιχάλη, με αποπήρε. Μου είπε ότι θα φάω το κεφάλι μου. Ούτε να πω ότι είμαστε απ’ το ίδιο χωριό. Ούτε σε ξέρει ούτε τον ξέρεις!

–    Ούτε τον ξέρεις ε; Α ρε τον άτιμο τον άντρα να μην βαστάνε τα κότσια μου! Μωρέ μια χαρά βαστάνε, αλλά τι να κάνω;

–    Εσύ εδώ πώς τα πας;

 

Δεν μπορούσε άλλο ο Γιωργής να κρατήσει την κουβέντα, και λίγο πολύ δεν χρειαζόταν. Καταλάβαινε ότι ο πατέρας του ήταν σε δύσκολη θέση.

Μπορεί να μην ήθελε να τον στεναχωρήσει, αλλά απ’ την άλλη μεριά, όταν ξεστομίζεις “να βαστούσαν τα κότσια μου,” άλλα σκέφτεσαι απ’ αυτά που λες στο παιδί σου, δήθεν να μην κάνει καμιά τρέλα!

Άλλο και τούτο πάλι να τον ξεσηκώνει ο ίδιος ο πατέρας του!

–    Τα γίδια τα βλέπω γερά, πολύ καλή χρονιά φέτος.

–    Καλή, καλή είναι, αλλά η περσινή ήταν καλύτερη, βαστάνε γερά από πέρσι. Πέρσι έκανα το καλύτερο τυρί!

Πάρε έναν τενεκέ να δώσεις σ’ αυτόν τον άχρηστο τον άντρα, τον Λαδά! Τι να κάνουμε, αφού είμαστε στην ανάγκη του, τον καλοπιάνουμε, θέλουμε δεν θέλουμε, μη γίνει τίποτα να έχουμε να ακουμπήσουμε.

Βέβαια δεν υποχρεώνεται αυτός. Τα γαϊδούρια δεν υποχρεώνονται! Τέλος πάντων.

–    Κάτσε να γυρίσω λίγο τα γίδια, γιατί τα βλέπω κατηφορίζουνε κατά τις ελιές, είπε ο Γιωργής.

–    Ναι σπάστα λιγάκι ν’ ανέβουνε το πλάι, να περπατήσουμε μέχρι την κορφή στο καραούλι να τα πούμε λίγο.

Έφυγε ο Γιωργής και γύρισε τα γίδια να μην φύγουνε προς το λαγκάδι και σπάσουνε.

Γυρίζοντας είπε στον πατέρα του ότι δεν έχει και πολύ χρόνο, γιατί οχτώ η ώρα πιάνει δουλειά και πρέπει να προλάβει το λεωφορείο στις τρεις.

–    Ναι, ήθελα να σε ρωτήσω πως έτσι και μέρα. Μέρα δεν δουλεύεις εσύ;

–    Α έχουμε νέα, είπε ο Γιωργής γελώντας.

Το ήθελα βέβαια και εγώ και είχα ζητήσει από τον Λαδά να μεσολαβήσει, να πιάσω βραδινός. Να πάω να μείνω στο συγκρότημα, να μην πληρώνω νοίκια. Είναι και πιο καλά το βράδυ, λιγότερες ώρες, δεν έχεις φασαρία, έχεις και τη μέρα ελεύθερη.

Ο Λαδάς λοιπόν τα κατάφερε και μου είπε το μαντάτο με χαρά, ότι πήρα προαγωγή, έγινα βραδινός!

Δεν κρατήθηκε ο μπάρμπα Θανάσης, αλλά δεν είπε και τίποτα. Φτου! Έφτυσε μονάχα κάτω, μπροστά στα πόδια του!

–    Τι έγινε, πατέρα, γιατί φτύνεις;

–    Όχι, ρε Γιωργή, τίποτα.

–    Ε πώς τίποτα, αφού έφτυσες. Δεν ήταν φτύσιμο γιατί σ’ έπνιξε το σάλιο!

Τσίτωσε ο Γιωργής.

– Δεν έφτυσα για σένα, Γιωργή! Δεν έφτυσα για σένα παιδί μου.

Για τους καιρούς που μας παιδεύουν έφτυσα! Που χάνουμε τα πατήματα. Που δεν ξέρουμε τι είναι σωστό και τίμιο, τι είναι άτιμο και σάπιο! Δεν μ’ άρεσε η προαγωγή! Μπορεί να περνάς καλύτερα αλλά την ίδια δουλειά δεν κάνεις; Τι μέρα, τι νύχτα! Έχουμε ανάγκη βέβαια και να μην περνούν τίποτα τρελές ιδέες απ’ το μυαλό σου!

Ξαναβγήκε μπροστά η φροντίδα και η αγάπη του πατέρα για το παιδί.

-Άσε με εμένα, εμένα πέρασαν τα χρόνια μου, τα λέω εδώ με τα γίδια, καμιά φορά κουβεντιάζω και με τα σκυλιά!

Δεν ξέρω πώς μου φαίνεται, αλλά όποτε πω τίποτα για τους Γερμανούς, καλό η κακό, ο Βελούρης σηκώνει τρίχα, αγριεύει! Έχει μυαλό αυτό το σκυλί!

–    Εμένα με είδε με καλό μάτι!

–    Χα χα χα!  Δεν ξέρει φαίνεται τα νταλαβέρια σου!

Είπε ο μπάρμπα Θανάσης και γέλασε με εκείνο το γλυκό μοναδικό του χαμόγελο.

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ:

Γεννήθηκε το 1947 στον Πολύγυρο Χαλκιδικής, όπου και συνεχίζει να ζει μέχρι σήμερα.

Ίσως αργά –έστω και αργά­– αποφάσισε να «εκτεθεί» και να εκθέσει τις σκέψεις του, τους προβληματισμούς του και τα βιώματά του μέσα από την αφήγηση μιας πραγματικής ιστορίας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Έτσι προέκυψε το μυθιστόρημα «Ο Χωροφύλακας, Βιβλίο Πρώτο», γιατί ενιαίο έβγαινε πολύ μεγάλο.

«Είδωμεν». Τουλάχιστον το βιογραφικό είναι σύντομο.

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ

Έτος έκδοσης: 2019

ISBN:  ΙSBN (SET) 978-960-438-224-8
ΙSBN (ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ) 978-960-438-225-5

Σελίδες: 596,

Τιμή: € 21,73


Σχόλια για το βιβλίο: 1
  • Γιώργος Τζανάς
    20 Οκτωβρίου 2019
    #1

    Γνωρίζοντας τον Δημήτρη (Γκούφη), τις δυνατότητές του και την επιμονή του για το τέλειο είμαι βέβαιος ότι το βιβλίο του θα «ταξιδέψει» και οι αναγνώστες του θα μείνουν απόλυτα ικανοποιημένοι!
    Εύχομαι κάθε επιτυχία !

Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης
  • Τις ρίζες μας έδωσαν… ριζοσπάστες. Ένα βιβλίο για την Ιστορία μας, «ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ»
  • ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ, 1868: ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ [Πώς οι ζακυνθινοί εκλογείς από 5000 το 1863 έγιναν 14.408 το 1868!]
  • Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, μέσα από την εφημερίδα Αθηνά της 8ης Σεπτεμβρίου 1843 [η αναίμακτη Ελληνική μετάβαση στην συνταγματική μοναρχία]
  • Οι Λουμπαρδιανοί, οι Λιουραίοι, οι άλλοτε Ζακυνθινές εκλογές και ο ΄Αγγελος Καντούνης
  • ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΖΟΥΠΑΝΟΥ: «MAISON DE TOLERANCE» ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ «ACTION». Φρόυντ και Στανισλάβσκι ή Λακάν και Μπρεχτ; Ιδού η Απορία!
  • «ΙΝΑ ΤΙ», Ο ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟΣ ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΙΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗ
  • Ο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ GIAN BATTISTA MORATELLI ΚΑΙ Η ΛΗΞΗ ΜΙΑΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ ΤΟΥ 1806
  • ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΑΒΟΥΡΗ: Έξω ο Πάρις από την Ευρώπη! Η «Ωραία Ελένη» του Jacques Offenbach σε σκηνοθεσία Ισίδωρου Σιδέρη
  • ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, Η ιδιαίτερη ηθική βάση μιας Χρεοκοπημένης Κοινωνίας
  • «ΤΑ ΚΑΚΟΡΙΖΙΚΑ», της Θάλειας Γρίβα, στο «θέατρο 104»