GameNow WP Theme

DarkLight
ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ Ν. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ: ΖΑΚΥΝΘΟΣ, ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΘΕΣ

Σεπτέμβριος 2012. Λίγο μετά τις τελευταίες αναλαμπές του ήλιου, πριν χαθεί πίσω απ’ τα βουνά της Ζακύνθου και λίγο πριν το σούρουπο, μέσα στο πλοίο της γραμμής …  Μια άσπρη κουκίδα, παραφωνία στο απέραντο γαλάζιο της γης και τ’ ουρανού, σχίζει τη θάλασσα και τρέχει, με μανία, να προλάβει τη φωτιά που’ χει ανάψει πάνω στις στέγες των σπιτιών που αχνοφαίνονται πριν τη σβήσει, το σκοτάδι που πλησιάζει. Κι εγώ, στην κουπαστή να θαυμάζω τον πίνακα που απλώνεται μπροστά μου κι αλλάζει συνεχώς χρώματα. Σπίτια, κι εκκλησιές, γαντζωμένα απ’ το βουνό, κατηφορίζουν ως τη θάλασσα, κι εκεί σταματούν, στέκουν απέναντί της, και την κοιτούν κατάματα κι αφουγκράζονται, μέρες και νύχτες, καλοκαίρια και χειμώνες τους ήχους της. Ξαφνικά, η κόρνα του πλοίου σπάει τη σιωπή της σκέψης και της εικόνας, κι όσο πλησιάζουμε, τόσο ο πίνακας ζωντανεύει κι οι πρωταγωνιστές του αρχίζουν να περπατούν, να μιλούν, να τρέχουν, μία καμπάνα χτυπά, κάποιο παιδί κλαίει, μια παρέα γελάει κι οι αμαξάδες περιμένουν καρτερικά στην προκυμαία για την πρώτη τους κούρσα.Ζάκυνθος ……. Το νησί των ποιητών, των «Μεγάλων Ανδρών», και των Αγίων …

Ακολουθώντας μία παρέα παιδιών, που έζησε στη Ζάκυνθο στα μέσα του 19ου αιώνα, στην καθημερινότητά της, ανακαλύπτουμε μέσα απ’ τα μάτια τους τις ομορφιές του τόπου. Μαζί τους σκαρφαλώνουμε στα τείχη του κάστρου, κουτρουβαλάμε στην πλαγιά του ως το πλακόστρωτο της Παναγίας της Πικριδιώτισσας, καθισμένοι πάνω στα βράχια, πετάμε πέτρες στη θάλασσα αγναντεύοντας τη γη που ορθώνεται μπροστά μας, ακολουθούμε τον άγιο στην πορεία του στην πόλη και γινόμαστε κοινωνοί του μυστικού τους… Ενός μυστικού, που πηγάζει απ’ την αστείρευτη αγάπη τους για τη μικρή τους πατρίδα, και τους κάνει ήρωες.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

Ο Πετρής δεν ακολουθεί πάντα την παρέα στα παιγνίδια και τις βόλτες. Είναι φορές που ανεβαίνει στον αναμινάλε του σπιτιού –ένα μικρό, ξύλινο, τετράγωνο κιόσκι που ξεπροβάλλει πάνω απ’ τα κεραμίδια κι είναι ζωσμένο ολόγυρα με παράθυρα, μια «βενετσιάνικη κατασκευή», που απαντάται σε πολλά σπίτια της Ζακύνθου– και παρατηρεί όπου φθάνει το μάτι, έχοντας, πάντα, μπροστά του ένα χαρτί κι ένα, καλά ξυσμένο, μολύβι. Έχει τόσα πολλά στο μυαλό του, που νιώθει πως θα ξεχειλίσουν και θα γεμίσουν μεμιάς το χαρτί με εικόνες και λέξεις. Κάθε φορά, όμως, που πιάνει το μολύβι, αυτό μένει ακίνητο να κοιτά το χαρτί και το χαρτί να το κοιτά, περιμένοντας… Ο Πετρής, όμως, ξέρει ότι κάποια στιγμή θα το γεμίσει το λευκό χαρτί και κάνει υπομονή μέχρι την επόμενη προσπάθεια.
Η μητέρα του δεν είχε την οικονομική άνεση να αναθέσει την εκπαίδευση του παιδιού της σε δάσκαλο, κι ας το βλέπει πως αγαπάει πολύ τα γράμματα. Ευτυχώς που ο κύριος Ραζής, ακολουθώντας το παράδειγμα του ρασοφόρου, ποιητή, συγγραφέα και φλογερού πατριώτη Αντώνιου Μαρτελάου –που γεννήθηκε το 1754 και πέθανε το 1818 στη Ζάκυνθο, και είχε ιδρύσει ιδιωτικό σχολείο στο πλάτωμα της Ανάληψης, παραδίδοντας δωρεάν μαθήματα σε παιδιά φτωχών συμπολιτών του– έκανε το ίδιο. Έτσι, τ’ απογεύματα, ο Πετρής, ανηφορίζοντας την πλατεία Ρούγα, κατευθύνεται στο σπίτι του δασκάλου του, ένα παλιό αρχοντικό στα δεξιά του δρόμου, κι εκεί, μαζί με άλλα παιδιά, διδάσκεται την ελληνική γλώσσα.
Του αρέσει πολύ να σεργιανίζει στην πλατεία Ρούγα. Τα σπίτια είναι τα περισσότερα διώροφα, στα μετζάα τους στεγάζουν μαγαζιά, και στα αριστερά και δεξιά του δρόμου υπάρχουν στοές με κολώνες. Πλησιάζοντας στην κεντρική πλατεία της πόλης, πάντα κοντοστέκεται έξω από το ντομινικάλε, την κύρια κατοικία της οικογένειας Σολωμού. Έχει ισόγειο με στοές, όπου, από το 1838, λειτουργεί το σπετσαρείο του Πελεκάση, δύο ορόφους και αναμινάλε. «Αυτός ο μικρός τόπος έβγαλε πολλούς μεγάλους άνδρες», συλλογίζεται. Στην άλλη πλευρά του δρόμου είναι η μποτέγα του Κομούτου, ένα καφέ όπου παλαιότερα γίνονταν δεκτοί μόνο ευγενείς. Η βόλτα καταλήγει στην τριγωνική πλατεία του Φόρου, που είναι πλακοστρωμένη με πλάκες του βουνού Κατασταρίου και περιβάλλεται από στοές. Κάτω από αυτές τις στοές είναι εγκατεστημένα μερικά χρυσοχοεία, ενώ στην ανατολική πλευρά της πλατείας είναι κτισμένη η κατοικία του στρατιωτικού διοικητή, του γκουβερναδόρου. Είναι κι αυτή διώροφη, έχει εξωτερική μαρμάρινη σκάλα και μικρά κόκκινα παράθυρα.
Στη βόρεια πλευρά της υπήρχε η Gran Guardia, ένα μονώροφο σπίτι, που περιβαλλόταν από έναν ξύλινο φράκτη, μέσα στον οποίο δυο ασταθή γέρικα κανόνια στηρίζονταν πάνω σε σάπιους τροχούς, που χρησίμευε κάποτε ως αστυνομικό κατάστημα με φυλακή. Στις 29 Δεκεμβρίου του 1860, το κτίριο γκρεμίστηκε και στη θέση του χτίστηκε το κτίριο που στεγάζει τη λέσχη «Ο Ζάκυνθος».
Στη δυτική πλευρά της πλατείας είναι ο καθολικός ναός του Αγίου Μάρκου, στη συνέχεια το δημοτικό ρολόι και δίπλα του ο ναός του Παντοκράτορα. Το ρολόι, με τον ψηλό και κομψό πύργο του, είναι διαιρεμένο κάθετα σε δύο μέρη, διαχωρισμένο με ανάγλυφο οριζόντιο διάζωμα.
Στο επάνω τμήμα του βρίσκεται ο δίσκος των ωρών, με τα κλάσματα του δωδεκάωρου, ενώ ο πύργος καταλήγει σε μία επίπεδη κορυφή, στο κέντρο της οποίας είναι τοποθετημένες δύο καλαίσθητες καμπάνες, που σημαίνουν τις ώρες. Όταν ο Πετρής περνά κάτω απ’ το ρολόι, οι καμπάνες σημαίνουν σχεδόν πάντα μεσημέρι. Είναι η αγαπημένη του ώρα, γιατί η κίνηση στον δρόμο είναι λιγοστή, κι έτσι μπορεί μόνος του να περιδιαβαίνει, χωρίς να περισπάται από την παρουσία γνωστών και φίλων. Μόνο κανένας ηλικιωμένος –που λαγοκοιμόταν πάνω απ’ το μισοτελειωμένο φλιτζάνι του καφέ στην μποτέγα του Κομούτου και ξύπνησε απ’ τις καμπάνες του ρολογιού, που σήμαναν μεσημέρι– περνά βιαστικά από μπροστά του, φορώντας στραβά το ψάθινο καπέλο του, για να προλάβει στο σπίτι το στρωμένο τραπέζι. Η δυτική πλευρά του Φόρου τελειώνει στην κατοικία της οικογένειας Σουμάκη, όπου δίπλα της υπήρχε παλαιότερα μία πύλη, που απομόνωνε τον Φόρο απ’ τη λαχαναγορά, τους ευγενείς, δηλαδή, από τα λαϊκά στρώματα.
Στη νότια πλευρά της πλατείας καταλήγει ο Στενόφορος, ένας δρόμος, που ξεκινά απ’ το Γιοφήρι, στενός και σκοτεινός εξαιτίας των μπότζων, των σπιτιών στις δύο πλευρές του, που στη συνέχεια, καθώς πλησιάζει στον Φόρο, γίνεται πλατύς και φωτεινός.
Στα μετζάα των σπιτιών του Στενόφορου, κάτω από τους μπότζους, που προσφέρουν προστασία απ’ τη βροχή τον χειμώνα και δροσιά το καλοκαίρι, στεγάζεται η κεντρική αγορά, η Piazza dell’ Erbe. Εκεί πουλούν τα προϊόντα τους οι λαχανοπώλες και παντοπώλες της Ζακύνθου. «Αχ, είναι πολύ όμορφος ο τόπος μας! Θα στεναχωρηθώ πολύ, όταν τον αφήσω». Ο Πετρής θέλει, όταν μεγαλώσει, να ταξιδέψει και να γυρίσει κάποτε στην πατρίδα του ξακουστός και μεγάλος, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι…
—Πάλι ονειροπολείς, Πετρή; τον ρωτά λαχανιασμένος ο Ανδρέας, το αρχοντόπουλο της παρέας, που τον είδε από το παραθύρι του πέτρινου και σκεπασμένου με κεραμίδια αναμινάλε, του αρχοντικού της οικογένειάς του, που δεσπόζει στην πλατεία Ρούγα, κι έτρεξε μεμιάς στο κατόπι του.
Εκεί, στο «παρατηρητήριό» του, όπως το αποκαλεί, κάθεται τα μεσημέρια, όταν η πόλη ησυχάζει και παρατηρεί την κίνηση στον δρόμο. Ο Ανδρέας, που έχει πνεύμα ανήσυχο, επαναστατικό, που δεν ηρεμεί ποτέ, «ο Μάρκος Μπότσαρης», όπως τον φωνάζουν οι φίλοι –και πολύ του αρέσει και του ίδιου– εκεί χάνεται με τις ώρες και καταστρώνει τα σχέδιά του.

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ:

Η Ανδρονίκη Αθανασιάδη γεννήθηκε στο Γκρατς της Αυστρίας το 1970. Τα πρώτα παιδικά της χρόνια τα πέρασε στην Αθήνα (Κυψέλη) κι αργότερα στην Αντίκυρα Βοιωτίας. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στην Εθνική Σχολή Δικαστών. Από το έτος 2000 υπηρετεί στο Δικαστικό Σώμα. Από τον Σεπτέμβριο του έτους 2012 έως τον Μάρτιο του έτους 2014 υπηρέτησε στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου με τον βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών.

Η διαμονή της στη Ζάκυνθο αποτέλεσε το έναυσμα για τη συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος, ως ελάχιστου φόρου τιμής στο νησί που γέννησε μεγάλους πνευματικούς άνδρες.

Η αγάπη του πατέρα της για το διάβασμα και τα χιλιάδες βιβλία του, που συντρόφευαν ολόκληρη την οικογένεια, την ώθησαν στις πρώτες απόπειρες γραφής από τα γυμνασιακά της χρόνια και το έτος 1983 λαμβάνει το τρίτο βραβείο ποίησης στα πλαίσια του πρώτου διαγωνισμού ποιήματος «Άσπρης Πολιτείας». Ζει οικογενειακώς στο Ηράκλειο Κρήτης και είναι μητέρα δύο παιδιών.

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ Ν. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ

ISBN: 978-960-438-213-2

Σελίδες: 82,

Τιμή: € 10,60

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ με 10% έκπτωση ΕΔΩ:

https://www.politeianet.gr/


Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το βιβλίο.
Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης
  • ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ, 1868: ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ [Πώς οι ζακυνθινοί εκλογείς από 5000 το 1863 έγιναν 14.408 το 1868!]
  • Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, μέσα από την εφημερίδα Αθηνά της 8ης Σεπτεμβρίου 1843 [η αναίμακτη Ελληνική μετάβαση στην συνταγματική μοναρχία]
  • Οι Λουμπαρδιανοί, οι Λιουραίοι, οι άλλοτε Ζακυνθινές εκλογές και ο ΄Αγγελος Καντούνης
  • ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΖΟΥΠΑΝΟΥ: «MAISON DE TOLERANCE» ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ «ACTION». Φρόυντ και Στανισλάβσκι ή Λακάν και Μπρεχτ; Ιδού η Απορία!
  • «ΙΝΑ ΤΙ», Ο ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟΣ ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΙΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗ
  • Ο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ GIAN BATTISTA MORATELLI ΚΑΙ Η ΛΗΞΗ ΜΙΑΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ ΤΟΥ 1806
  • ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΑΒΟΥΡΗ: Έξω ο Πάρις από την Ευρώπη! Η «Ωραία Ελένη» του Jacques Offenbach σε σκηνοθεσία Ισίδωρου Σιδέρη
  • ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, Η ιδιαίτερη ηθική βάση μιας Χρεοκοπημένης Κοινωνίας
  • «ΤΑ ΚΑΚΟΡΙΖΙΚΑ», της Θάλειας Γρίβα, στο «θέατρο 104»
  • Δ. Αρκαδιανος – Μ. Γιαννουλης: “Δημοτικά τραγούδια και χοροί των χωριών της Ζακύνθου” || Λαογραφική έρευνα