GameNow WP Theme

DarkLight
ΕΡΣΗ ΛΑΓΚΕ: Το γαλάζιο της γης, ταξιδιωτικά

%cf%84%ce%bf-%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b9%ce%bf-%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b3%ce%b7%cf%83

Το βιβλίο αποτελείται από πέντε ενότητες.

Ένα ταξίδι και, αμέσως μετά, κάποιο διήγημα σε χαλαρή σύνδεση με το ταξίδι.

Το γαλάζιο της γης , όπως φαντάζει  μπροστά στα μάτια, αλλά και στα μάτια της ψυχής , αν βρεθεί κανείς στην Μπανγκόγκ, σ το Σιάμ, στις Μαλβίδες, σ την αποικιακή Σιγκαπούρη, σε  μια μεγαλούπολη σαν  τη  Βιέννη , στο Μπαλί των πνευμάτων, αλλά και στην άγονη γραμμή του Αιγαίου, σε έναν υπνόσακο στην Κάρπαθο, μέχρι και  τα φυλακισμένα μνήματα της Λευκωσίας και…

«Ως εδώ. Ο κόσμος έκλεισε πίσω μου, απέραντος, φυτρωμένος στο τίποτα, ξένος και αγαπητός. Τελειώσαν οι βόλτες στις ζεστές, εξωτικές, παραδείσιες χώρες, στις άγνωστες γωνιές της γης. Δέχθηκα τη βαθιά κουλτούρα λαών παμπάλαιων, που εμείς (οι λευκοί) θελήσαμε δήθεν να εκπολιτίσουμε μην έχοντας τίποτα να δώσουμε, εκτός από εκμετάλλευση και σκληρή βαρβαρότητα, μ’ αποκορύφωμα τις ατομικές βόμβες που αμόλησαν οι ΗΠΑ, γιατί είχαν,  λέει, βαρεθεί να πολεμάνε. Τον πόλεμο της Ευρώπης φυσικά!

Το γαλάζιο της γης, είπα, χωρίς ωραιοποιήσεις και δίχως φανφάρες. Μείναν κάτι κομμάτια κοραλλιών στο γραφείο μου, σελίδες βιαστικά γραμμένες σε ταλαιπωρημένα τετράδια κι η μνήμη η δική μου, που νύχτες ολόκληρες κοπιάζει να αναπαραστήσει.»

 

Απόσπασμα από το βιβλίο:

 ΤΟ ΤΖΑΜΙ

Περπατούσαν στη σκοτεινή έρημο, με τις γκαμήλες βαρυφορτωμένες, μια μακριά σειρά άντρες, γυναίκες και τα παιδιά, πίσω τους μούγκριζε άνεμος κακότροπος ανακατεύοντας τα μπουρνούζια.

Κάτω η άμμος απατηλή, παγωμένο υπόστρωμα νύχτας.

Πού και πού, στον κιτρινισμένο ορίζοντα, κει που ‘χε φύγει ο ήλιος τελεσίδικα κι άλλη μέρα ο κόσμος δε θα ‘χε κι η μαυρίλα καταπλάκωνε τα πάντα, στέλνοντας πυκνά σύννεφα να τεντωθούν με τις κοιλιές χαμηλά, ν’ αρπάξουν αυτές τις παροδικές ζωές, να τις μαζέψουν περαστικά πού και πού, μπαινόβγαινε λιπόσαρκο φεγγάρι σαν χαραμάδα κυρτή κι αμέσως κατόπιν μούγκρισμα πληρούσε τα πάντα.

Και πάλι ξανά νεκρική σιγή.

Περπατούσαν στη σκοτεινή την έρημο, αργά, τις γκαμήλες βαριές και στα μάτια τους τρεμόπαιζε το χαμπσίνι*.

Πέντε μέρες.

Είχανε φύγει, μολυσμένη η όαση. Η λούμπα του νερού γεμάτη σάπια πτώματα. Μαζέψανε. Πέντε μέρες φεύγαν, από αρρώστια και δίψα διωγμένοι, σέρνοντας τους ανίκανους, τα μωρά…. Κι ολόγυρα αποπατήματα, σκουπίδια, τ’ αποφάγια, η κόπρος από τα ζώα κι αίματα με μικρόβια ανάκατα. Ψηλά τα όρνια σε κύκλους, λες και αόρατο σκοινί τα έδενε μαζί τους. Πιο πάνω καυτερός ο ήλιος της Σαχάρας, πυραχτωμένο σίδερο αδυσώπητο, που κατάκαιε τα ίχνη σ’ άκακους κόκκους άμμου ξανά.

Τη μέρα, τη νύχτα. Και τώρα το χαμπσίνι και πουθενά κάλυψη. Της επιφάνειας το πιάτο επίπεδο, ομαλές οι καμπύλες. Αδύνατον να δεθούν κάπου από τη μέση οι άντρες, να κρατήσουν ο ένας τον άλλο, ν’ αντισταθούν στον άνεμο γέρνοντας σε κάποια σκιά που η αμμοθύελλα δεν θα μπορούσε να πνίξει.

Έξαφνα φάνηκε κάτι σκούρο, φαρδύ, δυο μπόγια ψηλό και πιο κει άλλο κι άλλο κι άλλο, πίσσα μαύρα, σα δάσος θαμμένο στην άμμο. Ήτανε πέτρες.

Δεν είχαν καιρό να σκεφτούν το θαύμα, ούτε ώρα για ευγνωμοσύνες είχανε. Παλούκωσαν τα ζώα με τη ράχη στη δύναμη τ’ αέρα, και στις μασχάλες των μπροστινών ποδιών τους, ρίξαν τσαντήρια πρόχειρα, χαμηλά γυρτά, τους ανήμπορους και τις γυναίκες μέσα, στην πλάτη πάντα τις φαρδιές κολόνες από γρανίτη, που ‘χανε θεϊκά ξεπροβάλλει σταλμένες και βλαστημένες απ’ τον Αλλάχ.

Μετά ήρθ’ η θύελλα και κάθισε πάνω τους στέρεα και έπνιξε ό,τι γύριζε κι είχε κοιλότητες και ρουφούσ’ αέρα. Το χαμπσίνι όγκος αβάσταχτος, που ζούπαγε, στούμπωνε, έθαβε κάθε τι που δεν είχε βρει καταφύγιο.

Τ’ άλλο πρωί ανέτειλε φως ιλαρόν. Νήπιο το πρωί κι έφεξε τόπο ήρεμο, ξεφλουδισμένον απ’ τα επίγεια.

Λεγμένα όλα της γης και χαμένα, πασπαλισμένα με την ουσία της σκόνης, γυμνά πέρα-πέρα-πέρα.

Πίσω απ’ τις ελαφρά σηκωμένες κολόνες, τις φυτρωμένες μοναχικά και καλυμμένες αμμοσωρούς, τα λοφάκια από τα προχειροστημένα τσαντήρια. Κάτω τα ζώα, οι άνθρωποι ζαλισμένοι, ξεχώθηκαν, τα χτήνη τριπόδισαν, μουγκάνισαν για νερό…. Και ξάφνου, φάνηκε γυαλιστερά ακύμαντο, φάνηκε το ποτάμι, με τούφες πράσινα ζαχαροκάλαμα και χουρμαδιές.

Μείναν. Απάνω στις κολόνες, μεταχειρίζοντάς τις για στήριγμα, όπως τους είχαν στηρίξει εκείνες κάποτε, χτίσαν σ’ ευγνωμοσύνη τζαμί κι έβγαινε ο μουεζίνης τους κύκλους του και προσκαλούσε τις ερημιές γι’ ανάμνηση και περισυλλογή. Κι έκραζε τα τσακάλια.

Πιο κει βρήκανε τα παιδιά στρογγυλές πέτρες, ίδιες πελώρια κεφάλια. Να τις κουνήσουν δε γινόταν, λες και ρίζες βαθύτατες τις δέναν σε κείνη ακριβώς τη μεριά. Τις χρησιμοποίησαν για κάθισμα και γύρω τους κουβέντιαζαν οι γέροι τα βράδια.

Ύστερα ήρθαν τα χρόνια. Πεθάναν οι γέροι, τα παιδιά ανδρώθηκαν, άλλες γυναίκες κρατούσαν άλλες γέννες κατ’ από τις κελεμπίες τους, μαυροφρύδες πάντα, μαυρομαντηλούσες κι άλλα μελαψά πόδια τραμπάλιζαν αυτό που λέγαν χώμα. Αέρηδες ήρθαν, ανέμοι περάσαν. Όλο απ’ ανέμους γεμάτος της έρημου ο ήχος και βρέθηκε ξάφνου να δυσκολεύονται να μπούνε οι ιμάμηδες στο τζαμί…. Οι κολόνες στέκονταν παράξενα ψηλές, υπερόπτες, όπως να ‘χαν φυτρώσει, σηκώνοντας και το τζαμί μαζί για τον ξεθωριασμένο ουράνιο πατέρα. Χρειάστηκε να φτιάσουν σκαλιά, λίγα μόνο. Κάτω του πια, κάτω απ’ τα θεμέλια του τζαμιού, σα σε κάμαρα, στον ίσκιο του, παίζαν παιδιά και κρύβονταν ζώα.

Στα «κεφάλια» δεν μπορούσε να καθίσει πια κανείς.

Είχανε σχηματίσει και ξεσήκωναν απ’ την άμμο πρόσωπα ακούνητα και άδεια. Τις νύχτες σκιές από Όσιρι και Ραμσή και Άμον πληρούσαν τη Σαχάρα κι όλη μαζί η άφωνη κουστωδία στεκόταν εκεί δα, μες στα σπίτια τους, γύρω απ’ τις κολόνες που κάποτε τους είχαν σώσει. Κανείς πια δεν ερχόταν τις πρώιμες νύχτες να πει τον καημό του στην αυλή του τζαμιού. Τ’ ακατανόητο είχε τυλιχτεί γύρω του.

Φύγαν λοιπόν. Κατέβηκαν και χτίσαν άλλα λασπόχτιστα στην όχθη του Νείλου, τετράγωνα, πλίθινα σπίτια, με βούρλα και καλάμια σκεπασμένα στο μέγεθος τ’ ανθρώπινο, έτσι, να τρίβει χρόνο στο χρόνο ψιλό άχερο στις κάμαρες μέσα. Εκεί μείναν κι οι κοπριές μαζεύτηκαν και τα μουγκανητά των ζώων μιλούσαν για πλούτο.

Στο τζαμί τ’ αδέσποτα σκυλιά, αδερφοποιητοί του Ανούβη, τριγυρίζαν στις άπλες ανάμεσα στις κολόνες, λιμασμένα. Και τα χρόνια ξενέρωναν κάτω-κάτω-κάτω για τις εκβολές του Νείλου, μαζί με την ιλύ και τις φουσκονεριές και τα ζαχαροκάλαμα. Τα κόβαν, τα μάσαγαν, εκείνα θεριεύαν πάλι. Ανάμεσα ο αέρας, διώχνοντας όγκο άμμου, σχηματίζοντας λόφους τυχάρπαστους.

Αναπάντεχα βρέθηκε το τζαμί φωλιά κρεμασμένη μες στον αρχαίο τόπο, καθαγιάζοντάς τον, την πόρτα αιωρούμενη, το πάτωμα στον ουρανό και το φως έκλεινε την αυλή κάτω του, τη σπαρμένη με άμμο ως μέσα. Οι κολόνες στηρίζαν άλλους τοίχους τώρα, παμπάλαιους, τεράστιους, (το τζαμί ένα τίποτα μπρος τους).

Τα κεφάλια, πιο κει, με σώμα και βήμα ζωντανού, το ένα πόδι μπρος, κρατώντας τα εμβλήματα της Άνω και Κάτω Αιγύπτου. Ένας στρατός γιγάντων, από πέτρα πορώδη, ανάκατη με κόκκινα και πράσινα κι άσπρα ψηφία, τα μάτια στυλιζαρισμένα, να κοιτάν μακριά. Δέκα κολοσσοί απειλητικοί κατά μας, τους εν ζωή, που τις πύλες ακόμα δεν διαβήκαμε να ησυχάσουμε, μένοντας έτσι ακούνητοι με το ‘να πόδι μπροστά, τις αλλαγές μόνο στο φως ατενίζοντας.

Περνάν αγεληδόν οι ξένοι τουρίστες, κοιτάν γύρω, ψηλά.

Ξένες φάτσες. Χαζεύουν, ζεσταίνονται, αρπάζουν την πρόσκαιρη ματαιότητα και φεύγουν για να ‘ρθουν άλλοι. Πέντε ακριβώς λεφτά, ν’ αστράψουν οι μηχανές.

Το τζαμί κρεμασμένο, αφημένο ανέπαφο στα δικά του, μετρώντας τ’ αμέτρητα.

Πέρασα κάτω του, με σκίασε. Δε στάθηκα. Πλαγιαστός ήλιος κοκκινωπός, κολλητικός σα μέλι μου χάραζε το δρόμο ανάμεσα στο δάσος των όρθιων κιόνων. Πέρασα από κάτω και μου φάνηκε πολύ σημαντική η στιγμή που ανάπνεα. Η μόνη στατική κι ανάλλαγη. Η μόνη υπαρχτή κι ο αέρας γύρω μου μουρμούριζε σε νόθο τραγούδι.

*χαμπσίνι=αμμοθύελλα

 Για τη συγγραφέα:

%ce%b5%cf%81%cf%83%ce%b7-%ce%bb%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%b5-2

H Έρση Λάγκε γεννήθηκε στην Aθήνα, από μητέρα Zακυνθινή και πατέρα Mυτιληνιό. Σπούδασε ζωγραφική στη Mαγεντία και στη Φρανκφούρτη της Γερμανίας.

Παντρεύτηκε και αργότερα χώρισε από το βυζαντινολόγο Ρ. Λάγκε με τον οποίο απέκτησε ένα γιο. Στα γράμματα εμφανίζεται το 1972, με την ποιητική συλλογή «Σπάλαθρα». Έχει γράψει 3 μυθιστορήματα, 7 συλλογές διηγημάτων, 5 βιβλία ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, 5 ποιητικές συλλογές και 5 μεταφράσεις από τα γερμανικά.

Έχει τιμηθεί με το «Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας», το «Βραβείο Λουντέμη» και το «Βραβείο Ποίησης» στο Μιλάνο.  Επίσης έχει διάφορες άλλες  τιμητικές διακρίσεις στην Ζάκυνθο και στην Αθήνα. Tο έργο της έχει μεταφραστεί σε πέντε γλώσσες (Γαλλικά, Ιταλικά, Γερμανικά, Ολλανδικά και Χιλιάνικα).

Έχει διατελέσει αρχισυντάκτρια στο λογοτεχνικό περιοδικό «Περίπλους»,  υπεύθυνη λογοτεχνίας επί πέντε χρόνια στο Δήμο Αθηναίων, υπεύθυνη λογοτεχνίας στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ δημιούργησε τον Αυγέριο Κύκλο στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών.

Έχει συγκροτήσει δύο ανθολογίες και 3 ανθολόγια. Είχε εκμπομπή σε ραδιοφωνικό σταθμό στην Ζάκυνθο.

Περιλαμβάνεται σε εγκυκλοπαίδειες και ανθολογίες, ενώ έχουν δημοσιευθεί πάνω από 2000 κριτικές για το έργο της σε εφημερίδες και περιοδικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

  1. (2014)  Η παράξενη σοφία, Κοράλι – Γκέλμπεσης Γιώργος
  2. (2007) Σρι Λάνκα, Περίπλους
  3. (2003) Θέλω να σου μιλήσω, Περίπλους
  4. (2001) Ιώδες, ποίηση,  Όμβρος
  5. (2001) Βιοχημική τρομοκρατία, Περίπλους
  6. (1998) Θα σε περιμένω στην Ινδία, Άγκυρα
  7. (1996) Το πλην του έρωτα, Δελφίνι
  8. (1993) Ο Τενόρος, Φιλιππότης
  9. (1990) Στην Ινδία με τους Γιόγκι
  10. (1990) Χαλκός, ποίηση,  Φιλιππότης
  11. (1990) Λίγο πριν το 2000, Θέμα
  12. (1989) Οι καμπανοκρούστες, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
  13. (1989) Τέρρα ντελ Σολ, Γκοβόστης
  14. (1986) Αδελφέ μου Κάιν, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
  15. (1986) Αλλάχ  Ακμπάρ, Γκοβόστης
  16. (1983) D.N.A.  (ποίηση)
  17. (1980) Στα γεγονότα Πολίτη, Σίσυφος
  18. (1979) Οι κληρονόμοι , Χατζάρας
  19. (1977) Εκλειπτική (ποίηση)
  20. (1975) Ραγιάδες, Σύγχρονη Εποχή
  21. (1974) Οι τελευταίοι
  22. (1972) Σπάλαθρα (ποίηση)

Μεταφράσεις

  1. (2002) Meyrink, Gustav, Γκόλεμ, Αίολος
  2. (1990) Hesse, Hermann, 1877-1962, Ταξίδι στην Ανατολή, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
  3. (1990) Frank, Anne, 1929-1945, Το ημερολόγιο, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
  4. (1985) Frank, Anne, 1929-1945, Ιστορίες και συμβάντα στο πίσω σπίτι, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
  5. (1992) Carreras, José, Τραγουδώντας με την ψυχή, Εκδόσεις Γκοβόστη

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΕΡΣΗ ΛΑΓΚΕ

Έτος έκδοσης: 2016

ISBN: 978-960-438-185-2

Σελίδες: 170, Τιμή:  € 10,60


Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το βιβλίο.
Γράψτε το σχόλιό σας: