GameNow WP Theme

DarkLight
ΦΡΙΝΤΑ ΜΗΤΣΙΟΥ, Γαμήλιος Εσπερινός

PROMO-ΓΑΜΗΛΙΟΣ-ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ-3001Γεννήθηκα λίγο μετά τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο και μου ‘λαχε για νονός απ’ το πουθενά, σύντροφος του πατέρα μου στο μέτωπο, χρόνια χαμένος σε νοσοκομεία της Γερμανία, ξεχασμένος ακόμα κι από τους δικούς του και αναπάντεχα επανεμφανισθείς μετά από χρόνια. Βρήκε τον παλιό του συστρατιώτη παντρεμένο, με μικρό κορίτσι αβάπτιστο, εμένα . Αποφασίσθηκε να με βαφτίσει αυτός. Όνομα; Της Γερμανίδας νοσοκόμας που αγάπησε με έρωτα βαρύ και ανανταπόδοτο, Φρίντα. Ο πατέρας μου δεν είχε αντίρρηση . Ήδη την αδελφή του την είχαν βαφτίσει, προ εικοσαετίας Οφηλία. Έλα όμως που η γιαγιά μου, παρόλο που άκουγε στο γλυκύτατο όνομα Φωτεινούλα, ήταν κεφάλι αγύριστο. Όταν ο παπάς, μετά από κάποιους δισταγμούς είπε και το όνομα αυτής Φρίντα, η γιαγιά έκλεισε την πόρτα της εκκλησιάς και απαίτησε να προσθέσουν και το «Φωτεινή»,αλλιώς δεν θα έβγαινε κανείς από κει μέσα. Αρκάδι θα γίνει, δήλωσε.

 Έτσι βρέθηκα ένα μωρό, φορτωμένο με δύο ονόματα, άκρως αντίθετα στο άκουσμα, Το ένα με τα ρο του και τα ταυ, σκληρό και τολμηρό, ίσως και μοιραίο, να θυμίζει Λιλή Μαρλέν ως εμβατήριο ( γιατί στην ουσία εμβατήριο είναι ) , το άλλο με τα λάμδα, τα νι και τα άλφα του, να λάμπει γλυκό και υποτακτικό.

  Η γιαγιά μου μ’ έλεγε Φώτω, ο παππούς μου Φωτεινούλα και όλοι οι άλλοι Φρίντα, το οποίο και επεκράτησε, καθώς οι άλλοι ήταν μακροβιότεροι των γερόντων.

 Μεγάλωσα. Εξωτερικά είμαι και φαίνομαι και φέρομαι σαν Φρίντα. Μέσα μου, πολύ βαθιά, η  Φωτεινούλα, άντε η Φώτω το πολύ, δειλά πάει να πει το λόγο της , να βρει ένα τόπο να υπάρξει. Και μη σας ξεγελάει το γλυκό το λάμδα της και το καμπανιστό το νι. Ούτε το φι το σιωπηλό. Το φως είναι και φωτιά . Το Αρκάδι της βάβως μου της Φώτως είναι απειλή υπαρκτή. Κάποτε με κατακλύζει, ποτάμι πύρινο που θα τα κάψει όλα.

 Δεν ξέρω, αν μπορείς  να καταλάβεις. Για μένα η κατάσταση είναι περίπου σχιζοειδής.

Τα διηγήματα, που σήμερα αποθέτω στα χέρια σου δεν δείχνουν αυτό τον πόλεμο, είναι στιγμές απ’ τις ζωές των άλλων, που για μένα είναι οικείες, σχεδόν δικές μου.                                                   

 Στο μεγαλύτερο βιβλίο, που ίσως προλάβω να γράψω , θέλω να φαίνονται και το Φρίντα και το Φωτεινή, αξεχώριστα και αγκαλιασμένα ή αντιμέτωπα σε μια εξοντωτική διελκυστίνδα επικράτησης, ή και τα δύο. Θα δείξει. Για την ώρα, σ’ εσένα, που με τιμάς κρατώντας αυτά τα διηγήματα στα χέρια σου, εύχομαι καλή ανάγνωση. Και σε ευχαριστώ.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

Η «καμπερδiνα»

Η μάνα μου δεν έχει μεγάλη μόρφωση. Για τα σημερινά δεδομένα είναι αυτό που λέμε «ολίγων γραμμάτων», αλλά το μυαλό της, ξουράφι. Του στάθηκε του πατέρα μου απ’ την αρχή. Κρατούσε το γραφείο, όταν αυτός έλειπε στο εξωτερικό για τις δουλειές του. Κάνει σε καμιά κατάληξη λάθος μερικές φορές, αλλά έχει προσόντα αρχηγού. Μαστόρια, συνεργεία αυτή τα κανονίζει μέχρι και ρουμάνικα έμαθε –τα βασικά– να συνεννοείται με τον Γιάννο Πουπέσκου, τον αρχιμάστορα του πατέρα μου. Στην επικοινωνία, άσσος. Τώρα με την κρίση και τη λιτότητα, από το πρωί μέχρι το βράδυ στο τηλέφωνο. Αυτή κλείνει όσες μικροδουλίτσες εμφανίζονται, επισκευές, ημιυπαίθριοι, τέτοια, που ο πατέρας μου τις κάνει με βαριά καρδιά.
– Είναι δουλειές για μηχανικούς αυτές; Παπάρες είναι…, λέει, όταν μιλάει, γιατί συνήθως πέφτει στο σκοτάδι μιας καταθλιπτικής σιωπής.
Δίκιο έχει. Όλοι δίκιο έχουν. Και οι νοικάρηδες στο τριάρι, στο δεύτερο, εννιά μήνες τώρα, μηδέν εισόδημα και τρία μωρά. Κι ο γιος της κυρίας Χάιδως, στον τέταρτο, άνεργος πτυχιούχος κι αυτός, με γυναίκα ετοιμόγεννη. Συγχωρέθηκε και η μάνα του, πάνε και τα πεντακόσια εξήντα το μήνα. Κι ο Γιάννης, ο συμφοιτητής μου, που σταμάτησε τις σπουδές πέρυσι, περικοπές στον μισθό του πατέρα του κι αυτόν τον σχόλασαν. Παρκαδόρος νυχτερινός ήταν.
– Και τι θα κάνεις; Του είπα.
– Θα δω, πικρογέλασε. Εν ευθέτω χρόνω.
Δεν τον ξαναείδα
– «Λιτότητα» τι είναι ακριβώς, κορίτσι μου; με ρώτησε ένα βράδυ η μάνα μου. Λιτός, διάβασα το Λεξικό της «Πρωίας», τόχουμε απ’ τον παππού σου, το θυμάσαι. Είδα λοιπόν, είναι ωραία λέξη. Χωρίς περιττά στολίδια, λέει, απλός και ωραίος. Τι σχέση έχει μ’ αυτό που ζούμε;
– Διάβασε, μάνα, και τον «Μπαμπινιώτη», που είναι πιο σύγχρονος. Να, εδώ στο τέλος, λέει «… περιορίζονται στο ελάχιστο οι ανάγκες και οι δαπάνες με σκοπό τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος… κ.λ.π., κ.λ.π.», να, εδώ διάβασε «πολιτική μονόπλευρη, που αφορά κυρίως στα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα, μισθωτούς και συνταξιούχους…». Κατάλαβες, μαμά;
– Κατάλαβα. Δεν φταίνε οι λέξεις. Εμείς χαλάμε τη ζωή μας και έτσι κακοπαθαίνουν κι αυτές. Άκου «λιτότητα», η κόλαση, που ζει ο κοσμάκης. Γιατί, εμείς, δόξα τω Θεώ, τα καταφέρνουμε – και κοίταξε λοξά τον πατέρα, χαμένο στη σιωπή του. Όλα θα σιάξουν, συνέχισε. Φέρε να περάσω νερόξυδο την καμπερδίνα του πατέρα σου. Στα καθαριστήρια δεν τα προσέχουν.
Αχ, αυτή η «καμπερδίνα» μού ’κανε τα νεύρα σερπαντίνες. Είναι μια τρὲϊνσκότ απ’ την εποχή των ευτραφών αγελάδων –πώς να πω στη γενική το «παχιές»;– την είχε χαρίσει στον πατέρα μου ένας συνεργάτης του Σκωτσέζος, μαζί μ’ ένα κιβώτιο ουίσκι, Johnny, δωδεκάρι μαύρο… «ευχαριστώ», για μια λύση στο πολύπλοκο μηχανικό πρόβλημα που εκείνος αντιμετώπιζε, και ο πατέρας μου δεν δέχθηκε τότε αμοιβή.
O φίλος του Φαίδωνα, ο Σκωντζέζος…
Χίλιες φορές την διέκοπτα.
– «Σκωτία» είναι η χώρα, όχι «σκωντία», μάνα. «Σκωτσέζος», χωρίς νι …
– Καλά Σκωντσέζος, βγάλε συ το νι. Λοιπόν αυτός, πολύ τον εκτιμάει τον Φαίδωνα, του χάρισε την καμπερδίνα, καρώ από μέσα, αδιάβροχη, κοιτάξτε και το χρώμα.
– Καμπαρντίνα, ρε μάνα. Κα-μπαρ-ντί-να. Μάθε το, επιτέλους σωστά. Ντρέπομαι κάθε φορά, που το λες στον κόσμο. Σε γιορτές, σε τραπέζια … αμάν, ντρέπομαι…
– Καλά, παιδί μου, δεν είναι για θάνατο. Εντάξει, κα-μπαρντίνα.
Δεν κράταγε πολύ αυτό. Μετά από μήνες, πάλι τα ίδια. Έχει ο πατέρας σου τόσα παλτά, αλλά σαν την Σκωντσέζικη την καμπερδίνα…
– Δώσ’ την, ρε μάνα, πέταξέ την να γλυτώσουμε από την «καμπερδίνα» σου. Δέκα χρόνια τη λιβανίζεις, δεν αντέχω, πέταξέ την να ησυχάσουμε. Νισάφι πια… Δεν συνεννοούμαστε εδώ μέσα.
– Δεν μου λες, κορίτσι μου. Αν σου ζητήσω να μου φέρεις την «καμπερδίνα» του πατέρα σου, εσύ θα μου φέρεις το σώβρακο;
– Όχι, ρε μανούλα, όχι, μην το χοντραίνεις. Την καμπαρ-ντίνα θα σου φέρω.
– Τότε προς τι η συζήτησις; Η «καμπερδίνα» θα μείνει εδώ, είναι αρχοντικό πράμα, εδώ στο πορτ-μαντώ. Μου θυμίζει ημέρες δόξης.
Παρέδωσα τα όπλα. Έχω ν’ ασχοληθώ και με τα δικά μου, είμαι στην διπλωματική, έχω όνειρα να πάω για μεταπτυχιακό έξω, δεν το βλέπω, τα χρήματα πλέον ελάχιστα.
Χριστούγεννα. Κρύο, παγωμένο χιονόνερο μέρες τώρα. Η Αθήνα προσπαθεί να φανεί γιορτινή. Φώτα, μπαλόνια, ένα δέντρο στο Σύνταγμα. Όμως τα μαγαζιά κλειστά και έρημα. Σκοτεινιά και σιωπή στα πρόσωπα και στους σκυφτούς βηματισμούς, πού και πού κάποιο ξεκάρφωτο παιδικό γελάκι σαν ανορθογραφία. Και οι άστεγοι και οι ζητιάνοι. Όχι μόνο μετανάστες και περιθωριακοί, όπως παλιά. Πρόσωπα οικεία, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που η ανάγκη σχεδόν έσβησε από πάνω τους την παλιά αξιοπρέπεια. Δεν σε κοιτούν στα μάτια, και όταν ακόμα σου ζητιανεύουν. Ή ψάχνουν στα σκουπίδια. Ή κουβαλάνε ξύλα, χαρτόνια, σπασμένα καφάσια, ψευδαίσθηση θαλπωρής στα ρημαγμένα σπίτια.
Ξημέρωσε παραμονή. Ανάψαμε στο καθιστικό το μαρμάρινο τζάκι – απομεινάρι, απ’ τις καλές μέρες. Ο πατέρας, κάπως καλά αυτόν τον καιρό, η μάνα γρήγορη φρέσκια, χαρούμενη. Δύναμη που αναβλύζει από την αγάπη της, τη θαυμάζω και τη ζηλεύω λίγο. Εγώ παλεύω σήμερα να ευθυμήσω, να χαρώ, όπως παλιά. Δύσκολα όλα…
Χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Του σπιτιού, όχι της εξωτερικής εισόδου. Ποιος να ’ναι; Άνοιξα. Στο κατώφλι εμφανίσθηκε ο γιος της κυρίας Χάιδως, απ’ τον τέταρτο, αυτός με την ετοιμόγεννη. Παλιά λέγαμε δυο λόγια στο ασανσέρ, τελευταία τίποτε.
Στάθηκε διστακτικός, στο κατώφλι. Φορούσε ένα καλοκαιρινό μπουφάν, από μέσα μπλουζάκι. Κρατούσε ένα τρίγωνο χριστουγεννιάτικο.
– Να τα πούμε; είπε βραχνά. Τα μάτια του γυάλιζαν σαν να ’χε πυρετό. Ένα ερυθρό κύμα έβαψε για λίγο τη χλωμάδα του.
Πάσχιζα να εντάξω στις εμπειρίες μου το νέο δεδομένο. Τα κάλαντα, ίσον παιδιά. Μικρά, φάλτσα, φασαριόζικα και ωραία. Αυτά ήξερα, αυτά ξέραμε όλοι. Άντε και καμιά μπάντα, ο Ερυθρός Σταυρός, ή κάποιοι πρόσκοποι, τέλος πάντων, αλλά ένας τριανταπεντάρης, σαραντάρης ίσως, τρέμοντας στην καλοκαιρινή του αμφίεση, μόνος μ’ ένα τρίγωνο; Σοκ…
– Πέρασε, κύριε Νίκο, πέρασε. Η μάνα μου τον πήρε απ’ τον αγκώνα, πρόσχαρη.
Ο πατέρας μου σηκώθηκε. Έλα, κάθισε, Νίκο. Μας κάνεις ποδαρικό. Γύρισε σ’ εμένα.
– Τσάι –και μπισκότα πολλά, πρόσθεσε ψιθυριστά. Με τους πρώτους που έρχονται, πίνουμε μαζί το τσάι με πυρωμένο ψωμί, ξέρεις φρυγανισμένο. Εμείς πάνω στη Μακεδονία τα γλεντούσαμε τα κάλαντα. Το κρατάμε το έθιμο κι εδώ, όσο μπορούμε. Εσύ, Νίκο, από πού κατάγεσαι;
– Ανδραβίδα, στην Πάτρα κοντά.
– Ξέρω, έχτισα μια πολυκατοικία εκεί, τον καλό καιρό.
Σηκώθηκε, μ’ αλαφράδα, πήρε απ’ το ντουλάπι της βιβλιοθήκης το μαντολίνο.
Πρόσφερε μ’ επισημότητα το τσάι, ρούφηξε και αυτός με απόλαυση.
– Ζάχαρη; μέλι; Είπε η μάνα.
– Μέλι, ευχαριστώ. Καθόταν άκρη-άκρη στην πολυθρόνα.
– Βολέψου, παιδί μου, Εκτός, αν βιάζεσαι.
– Όχι, δεν…
– Έλα, κάτσε, θα σου πω το ανέκδοτο για έναν βιαστικό…
Κοίταζα κατάπληκτη. Τόσα λόγια μαζεμένα, είχε ν’ αρθρώσει ο πατέρας κάτι μήνες.
Σε λίγο γελούσαν και οι τρεις, τραγάνιζαν τα μπισκότα. Οι φέτες ψωμί ψήνονταν στο τζάκι και μοσχοβολούσαν.
Τέλος ο πατέρας κούρδισε το μαντολίνο.
– Έλα, είπε, ας πούμε τώρα τα κάλαντα. Πώς να σε ευχαριστήσω, που μας άνοιξες το σπίτι, χρονιάρα μέρα.
«Καλήν εσπέραν, άρχοντες…». Η μπάσα φωνή του πατέρα, η διστακτική όμορφη φωνή του γείτονα και της μάνας μου η κελαριστή, λίγο παράφωνη συνοδεία. Έκρυψα ένα λυγμό, που μού ’καιγε το λαιμό.
Ο πατέρας έβγαλε ένα χαρτονόμισμα. Αυτός μάζεψε το χέρι, με ντροπή.
– Όχι δεν κάνει…
– Τι λες; Είναι έθιμο. Μη με προσβάλλεις σε παρακαλώ, είπε ο πατέρας.
Στην έξοδο η μάνα μου κοντοστάθηκε. Στάσου, κύριε Νίκο. Αυτή η καμπερδίνα είναι απ’ τη Σκωτία. Εξαιρετική. Του Φαίδωνα δεν του κάνει πια, πάχυνε. Τη θέλεις; Θα με υποχρεώσεις. Εκείνος την κοίταξε.
– Δεν είναι ανάγκη, κυρία… , είπε κοκκινίζοντας.
– Σε παρακαλώ, κάν’ το για χατίρι μου. Πω, πω! Πώς σου πάει! Να σε ιδεί μ’ αυτήν η μπέμπα… Μπέμπα δεν περιμένετε;
– Μάλιστα …, γεννάμε σε δέκα μέρες.
– Έλα, γεια σου. Να μας ειδοποιήσετε, να ’ρθουμε για τις ευχές…Τον προβόδισε βιαστικά.
– Άντε, στο καλό. Χαιρετισμούς στη σύζυγο… Καλά Χριστούγεννα.
Όταν έκλεισε η πόρτα, γύρισε στον πατέρα μου.
– Προχθές, τον είδα με μια ντάνα βαριά ρούχα να τα δίνει στον παλιατζή, για ένα εικοσάρικο.
Με κοίταξαν αγκαλιασμένοι. Του πατέρα μου τα μάτια έλαμπαν, όπως παλιά. Πήρε πάλι το μαντολίνο.
– Θέλεις να σου πούμε τα κάλαντα απ’ την πατρίδα, που σου τραγουδούσαμε τότε που ήσουν μικρούλα;

» Ένα μικρό, μικρούτσικο/σπυρί μαργαριτάρι
Για πλέν’τε το, για λούστε το/ για στο σχολειό να πάει.
Και ο δάσκαλος το καρτερεί/με τη χρυσή τη βέργα.
Α μπρε, παιδί, καλό παιδί/και πούν’ τα γράμματά σου;
Τα γράμματα είναι στο σχολειό/ κι ο νους μου στην αγάπη».

Ύστερα η μάνα γύρισε σ’ εμένα, ξερόβηξε και χαμογέλασε.
– Άντε την ξεφορτωθήκαμε την κα-μπε-ρδί-να. Έγινε η χάρη σου.

 

 

Για τη συγγραφέα:

ΦΡΙΝΤΑ-ΜΗΤΣΙΟΥ-100ΚΒ4Η Φρίντα Μήτσιου γεννήθηκε στο Αγρίνιο. Το πατρικό της επώνυμο είναι Κολοβού. Σπούδασε κλασσική Φιλολογία στο Α.Π. Θεσσαλονίκης, Παιδαγωγικά – Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάστηκε στη Δημόσια Εκπαίδευση για 25 χρόνια. Πρόσφατα ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας (Φλώρινα). Πεζά της έχουν δημοσιευθεί, κατά καιρούς, σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες.

Αυτό είναι το πρώτο της βιβλίο.

 

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΦΡΙΝΤΑ ΜΗΤΣΙΟΥ

Έτος έκδοσης: 2015

ISBN: 978-960-438-179-1

Σελίδες: 116, Τιμή:  € 12

ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ  ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ «BOOKS AND THE CITY»

Σχόλια για το βιβλίο: 49
  • George
    28 Δεκεμβρίου 2015
    #1

    Μπράβο Φρίντα! Είμαι ενθουσιασμένος.

  • ΤΟΥΛΑ ΔΡΑΝΙΔΟΥ
    28 Δεκεμβρίου 2015
    #2

    Τι γλυκεια εικονα! Τι θυμισες μου ξυπνησε! Συγχαρητηρια Φριντα. ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ

  • Λένα
    28 Δεκεμβρίου 2015
    #3

    Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά …Τόση αίσθηση της γλώσσας,καλλιέπεια έκφρασης ,παρατηρητικότητα και διεισδυτικότητα ,σίγουρα θάβγαζαν κατι ωραίο .Μπράβο φωτεινή Φρίντα….Με την αγάπη μας Λενα Πέτρος.

  • ΝΤΙΝΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ
    28 Δεκεμβρίου 2015
    #4

    Πολλα και θερμα συγχαρητηρια Φριντα μου και σε αλλα με υγεια.Καλη επιτυχια!!!!

  • Ελένη Λεμονή
    29 Δεκεμβρίου 2015
    #5

    Τα θερμά μου συγχαρητήρια κ. Φριντα – Φωτεινή, να είναι φωτεινός ο δρόμος για το βιβλίο σας, με τα λίγα δείγματα που έχω διαβάσει δεν νομίζω ότι θα είναι δύσκολο να είναι φωτεινός. Με αγάπη Ελένη

  • Ελένη Λεμονή
    29 Δεκεμβρίου 2015
    #6

    Τα συγχαρητήριά μου κ. Φρίντα – Φωτεινή από τα μικρά δείγματα που ‘εχω διαβάσει νομίζω ότι ο δρόμος του βιβλίου σας θα είναι φωτεινός και πλατύς.
    Με αγάπη
    Ελένη Λεμονή Χανιά

  • Θαλεια Ψηλου-Χριστοφορακη
    29 Δεκεμβρίου 2015
    #7

    Τα θερμά μου συγχαρητήρια κα. Φρίντα. Διάβασα το απόσπασμα του βιβλίου σας και σκέφτομαι πως δεν μπορεί παρά να έχει επιτυχία. Το εύχομαι απο καρδιάς και επίσης σας εύχομαι η καινούργια χρονια να ειναι γεμάτη απο επιτυχίες. Σαν Αγρινιοτισα σας καμαρώνω και χαίρομαι για σας. Με πατριωτικούς χαιρετισμούς. Θαλεια Ψηλου-Χριστοφορακη

  • Όνομα
    30 Δεκεμβρίου 2015
    #8

    Συγχαρητήρια κα Φρίντα- Φωτεινή, υπέροχο το απόσπασμα που διάβασα,αποπνέει εσωτερικότητα,καλλιέργεια, αισθαντικότητα,εφόδια πραγματικά απαραίτητα για τους ζοφερούς καιρούς που διανύουμε.Ευχαριστούμε.

  • Σίσσυ Στρανομίτη
    30 Δεκεμβρίου 2015
    #9

    Aγαπημένη μου δασκάλα, δεν έχω λόγια να εκφράσω την αγάπη μου και τον ενθουσιασμό μου για το πρώτο σου βιβλίο…Τίποτα λιγότερο δεν θα περίμενα από σένα που ήσουν η έμπνευση για πολλές από μας, να ξέρεις ότι δεν ξεχνώ ποτέ τον τρόπο που με συνέπαιρνε ο λόγος σου και τους δρόμους που άνοιγες στο άγουρο μυαλό μου…Απειρα συγχαρητήρια, θα χαρώ τόσο να ξανασυναντηθώ με την αισθαντικότητά σου μέσα απ’αυτό το πραγματικά ωραίο βιβλίο μετά από τόσα χρόνια! Σου στέλνω την αγάπη μου

  • Έλενα Ρώμπη
    31 Δεκεμβρίου 2015
    #10

    Δυνατό, ρεαλιστικό κείμενο περιγράφει με απλό και άμεσο λόγο την σημερινή κατάσταση αγγίζοντας με ευαισθησία ιστορίες της διπλανής πόρτας. Συγκινεί και προβληματίζει για όλα αυτά που συμβαίνουν ή πρόκειται να συμβούν.

  • Διονυσια Μπακοχρηστου
    31 Δεκεμβρίου 2015
    #11

    Απλα υπεροχο!!!!

  • Αλικη
    2 Ιανουαρίου 2016
    #12

    Υπεροχο!!!! Ανυπομονω να το πιασω στα χερια μου!!!!!!

  • Βαγγέλης Κρικοχωρίτης
    3 Ιανουαρίου 2016
    #13

    Καλοτάξειδο το πρώτο ..καραβάκι σου,που το ΅σπρωξες στα ανοιχτά.

  • Βαρβάρα Μικέλλη
    3 Ιανουαρίου 2016
    #14

    Η ιστορία της Φρίντας Μήτσιου μπορεί να συμβαίνει σήμερα, εδώ, δίπλα μας. Στο βάθος της υπάρχει το ζοφερό πρόσωπο της πραγματικότητας που όλοι βιώνουμε, αλλά και η βαθιά ανθρωπιά, την οποία τροφοδοτεί αυτή η πραγματικότητα. Εύχομαι το πρώτο αυτό βιβλίο της καλής φιλολόγου να είναι καλοτάξιδο.

  • Έφη
    3 Ιανουαρίου 2016
    #15

    Γραφή που σε συνεπαίρνει! Μπράβο Φρίντα μου (Άξια και η Φωτεινούλα!).
    Καλοτάξιδο και πάντα επιτυχίες!!!!

  • Συγχαρητήρια Φρίντα. Καλοτάξιδο το βιβλίο σου
    3 Ιανουαρίου 2016
    #16

    Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας…

  • Κωνσταντίνα Πίστα
    3 Ιανουαρίου 2016
    #17

    Συγχαρητήρια Φρίντα. Καλοτάξιδο το βιβλίο σου

  • Βασιλική Μαραγιάννη
    4 Ιανουαρίου 2016
    #18

    Με τα διηγήματα της κ Φρίντας Κολοβού γινόμαστε ταξιδευτές σε χώρους και κόσμους του παρελθόντος αφού η συγγραφέας , με το μαγικό της ραβδάκι μας ξυπνά εικόνες, χρώματα, γλυκά συναισθήματα ,μας συγκινεί και μιλάει μες την καρδιά μας. Η συγγραφέας ,με απλότητα, φαντασία και έμπνευση πλέκει ιστό και υφαίνει μοναδικές εικόνες . Με την πένα της εικονογραφεί , περιγράφει τους χαρακτήρες με ενάργεια ,σκιαγραφεί συμπεριφορές με λεπτές αποχρώσεις .
    Με το μεστό τρόπο γραφής της προβαίνει στη χαρτογράφηση των σχέσεων κάποιας αλλοτινής εποχής, τις διαμορφώνει και τις εκφράζει με ευαισθησία και λεπτότητα ενώ ο στοχασμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την εσωτερική καλλιέργεια της συγγραφέως.
    Εκφράζω ολόθερμες ευχές να είναι το βιβλίο Καλοτάξιδο !

  • Παρασκευή Γρομητσάρη
    4 Ιανουαρίου 2016
    #19

    Πολλά συγχαρητήρια στην αγαπημένη μου κυρία Φρίντα.
    Η ποιότητα και η λεπτότητα της συγγραφέως, δεν μπορούν παρά να αποτυπώνονται και στο πνευματικό της παιδί.
    Καλοτάξιδο, κυρία Φρίντα!
    Και στα επόμενα!

  • Παρασκευή Γρομητσάρη
    4 Ιανουαρίου 2016
    #20

    Συγχαρητήρια, κυρία Φρίντα. Να είστε πάντα γερή και δημιουργική και να μας μαγεύετε με τα όμορφα γραπτά σας!
    Η ποιότητα και η λεπτότητά σας δεν μπορεί παρά να αποτυπώνεται και στο πνευματικό σας παιδί.
    Καλοτάξιδο το βιβλίο σας! Σύντομα και στα επόμενα!

  • Αναστασία Μήτσου
    5 Ιανουαρίου 2016
    #21

    «Καμπερδίνα» ……………….
    Ένα διήγημα που θαρρώ πως αρκεί για να μας υποψιάσει ως προς την ποιότητα της συλλογής «Γαμήλιος Εσπερινός». Ακατάλυτες αξίες της ζωής, χαρές της συνοδευόμενες από τις «αδήριτες ανάγκες» της βιοτής αλλά και «χαίνουσες πληγές» που δύσκολα κλείνουν χωρίς την ανθρώπινη ζεστασιά και αγάπη, κάνουν ένα διήγημα πάντα επίκαιρο και διαχρονικό. Αυτά τα χαρακτηριστικά, σε συνδυασμό με την ώριμη και εκφραστική γραφή της Φρίντας Κολοβού-Μήτσιου, μας προϊδεάζουν για ένα λογοτέχνημα πολύ αξιόλογο και ενδιαφέρον από κάθε άποψη.
    Συγχαρητήρια
    Αναστασία Β. Μήτσου
    Φιλόλογος-ποιήτρια

  • Areti Erato
    5 Ιανουαρίου 2016
    #22

    Συγχαρητήρια….υπέροχα ζεστή και γλυκιά γραφή που σε συνεπαίρνει και χάνεις την αίσθηση του Τώρα….

  • πολύ καλή φίλη
    7 Ιανουαρίου 2016
    #23

    Με έκανες να γελάσω και να δακρύσω,να νοιώσω τόσο κοντά μου την τρυφερή σου σκέψη.Το διήγημά σου αυτό μου θυμίζει εσένα, τον τρόπο που λειτουργείς.Δεν ξέρω αν μπορείς να καταλάβεις αυτό που θέλω να σου πω…Έτσι σε έχω χαρακτηρίσει οτι σκέφτεσαι και λειτουργείς πάντα με τρυφερότητα,δοτικότητα,χιουμορ και αξιοπρεπή συμπόνοια προς τους άλλους.Είμαι περηφανη για σένα.

  • Μαίρη Σχισμένου
    7 Ιανουαρίου 2016
    #24

    Ένα βιβλίο γραμμένο με πολλή προσοχή, με ουσιώδεις διαλόγους, εξαιρετικά δομημένο με έντονες και λιτές περιγραφές που μας μεταφέρουν πραγματικές εικόνες, κάνοντάς μας να νιώσουμε την αύρα της εποχής εκείνης. Πολλά και θερμά συγχαρητήρια.

  • Φρίντα Μπαστάνη-Γκούμα
    8 Ιανουαρίου 2016
    #25

    Υπέροχο !!! Ηταν σαν να ήμουν παρούσα στο περιστατικό, που περιγράφεις τόσο ζωντανά. Μπράβο !!! Θα είναι σίγουρα καλοτάξιδο.

  • Ιωάννα Αμπατζή
    8 Ιανουαρίου 2016
    #26

    Πολλά συγχαρητήρια!! Καλοτάξιδο, Φρίντα!

  • Λένα Κουκούλη
    9 Ιανουαρίου 2016
    #27

    Γραφή που αγγίΖει το ΣώΨυχο.
    Που δίνει ώθηση σ΄εκείνο το κινητήρα των ευαίσθητων χορδών κι ενεργοποιεί την υγρασία στα μάτια .
    Περήφανη ως ανιψιά σου κι ανυπόμονη να το κρατήσω στα χέρια μου !

  • πακο
    9 Ιανουαρίου 2016
    #28

    Γερή φιλολογική πένα…ισχυρά συναισθήματα.
    Η δυσκολίες τις ζωής που μετατρέπονται σε βαθύ ποτάμι κατανόησης,στωικότητας κι ανεξικακίας.
    Καλή κι απολαυστική ανάγνωση!

  • Δημήτρης Αναστασόπουλος
    9 Ιανουαρίου 2016
    #29

    Πολλά και θερμά συγχαρητήρια!Σύγχρονη και συνάμα διαχρονική ,άκρως διεισδυτική περιγραφή της απάνθρωπης βαρβαρότητας που βιώνουμε αναμενόμενη δε από την σπάνια κυρία Φρίντα.
    Περιμένοντας την έντυπη έκδοση.

  • Διονυσια Σαμαντα
    10 Ιανουαρίου 2016
    #30

    Με τη σιγουριά της γνώσης ξεδιπλώνεσαι με γραφή γρήγορη, νευρική, λιτή, με δυνατό το δραματικό μέρος. Παρουσιάζεις μια όψη της σκληρής πραγματικότητας μαζί με τη διαχρονική ελπίδα της ανθρωπιάς που δεν σβήνει. Παράλληλα αναδεικνύεις τη ρομαντική, ανάλαφρη και τρυφερή Φωτεινουλα.
    Φρίντα μου, καλή επιτυχία. Περιμένω να το κρατήσω στα χέρια μου.

  • πολύ καλή φίλη
    11 Ιανουαρίου 2016
    #31

    Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας…

  • Μιμίκα Κ. Μαραγιάννη
    12 Ιανουαρίου 2016
    #32

    Συγχαρητήρια κυρία Φρίντα για το βιβλίο σας.Σας εύχομαι καλή επιτυχία !Καμαρώνω για την καλή μου καθηγήτρια και την θυμάμαι με πολλή αγάπη και νοσταλγία και τρυφερότητα.Η ωριμότητά σας, η παιδεία σας και η κοινωνικότητά σας αποτυπώνονται στα κείμενά σας.Σας εύχομαι μια φωτεινή πορεία στον λογοτεχνικό σας δρόμο.

  • Βησσαρία Ζορμπά Ραμμοπούλου
    13 Ιανουαρίου 2016
    #33

    Συγχαρητήρια! Καλοτάξιδο!
    Ανυπομονώ να το διαβάσω ολόκληρο…..

  • Παναγιώτα Μωυσιάδου
    14 Ιανουαρίου 2016
    #34

    Πολύ τρυφερό και συγκινητικό το απόσπασμά. Γραφή ενδιαφέρουσα και ειλικρινής. Συγχαρητήρια.

  • Καλλιρρόη Ηλιού
    18 Ιανουαρίου 2016
    #35

    Καλοτάξιδο Κα. Φρίντα!!!!
    Υπέροχο, πολλά ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!!!

  • Κατερίνα Λιβιτσάνου- Ντάνου
    18 Ιανουαρίου 2016
    #36

    Δυνατό λογοτεχνικό κείμενο, που χαρακτηρίζεται για την αμεσότητα και την παραστατικότητα του νεοελληνικού λόγου, θίγει προβλήματα επίκαιρα και τα προσεγγίζει με ανθρωπιά και ευαισθησία. Εύχομαι στη συνάδελφο ένα ιδανικό ταξίδι στον κόσμο της λογοτεχνίας.
    Κατερίνα Λ. Ν. / Φιλόλογος-συγγραφέας

  • ρουλα
    18 Ιανουαρίου 2016
    #37

    Αγαπημενη Φριντα,θερμα συγχαρητηρια.Ειμαι βεβαιη για την καλη αποδοχη του βιβλιου σου απο το αναγνωστικο κοινο.Το αξιζεις Φωτεινουλα.

  • ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΣ
    22 Ιανουαρίου 2016
    #38

    Eενα χειρουργικο νυστερι η πεννα σου ,που μετουσιωνει τον πονο σε χαρα της ζωης.
    Στεφανος

  • ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΓΙΟΥΛΑ
    23 Ιανουαρίου 2016
    #39

    Η ανησυχη Φρριντα με γνωση και ευαισθησια μας ανοιγει ενα παραθυρον ανθρωπω

    ν. Ετσι θα μιλουσε η ζωη αν μιλουσε. Πολυ δυνατο το εργο στο εξωφυλλο

    Η παντα ανησυχη Φριντα με γνωση και ευαισθησια ανοιγει ενα παραθυρο στη ζωη των συνηθισμενων ανθρωπων.Ετσι θα μιλουσε η ζωη αν μιλουσε.Πολυ δυνατο το εργο στο εξωφυλλο.Συγχαρητηρια.

  • ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΓΙΟΥΛΑ
    23 Ιανουαρίου 2016
    #40

    Η παντα ανησυχη Φριντα με γνωση και ευαισθησια μας ανοιγει ενα παραθυρο στη ζωη των συνηθισμενων ανθρωπων. Ετσι θα μιλουσε η ζωη αν μιλουσε.Πολυ δυνατο το εργο στο εξωφυλλο.Συγχαρητηρια.

    ν. Ετσι θα μιλουσε η ζωη αν μιλουσε. Πολυ δυνατο το εργο στο εξωφυλλο

    Η παντα ανησυχη Φριντα με γνωση και ευαισθησια ανοιγει ενα παραθυρο στη ζωη των συνηθισμενων ανθρωπων.Ετσι θα μιλουσε η ζωη αν μιλουσε.Πολυ δυνατο το εργο στο εξωφυλλο.Συγχαρητηρια.

  • Ασπα Κ αρατζογιάννη
    25 Ιανουαρίου 2016
    #41

    στις μέρες μας ο σύγχρονος κόσμος μας δίνει το μήνυμα λιγότερη ανθρωπιά και περισσότερη αποτελεσματικότητα το βιβλίο της Φρίντας δίνει την αληθινή διάσταση της ζωής με τις διαχρονικές αξίες της ανθρωπιάς της αλληλεγγύης, της υπομονής και της ελπίδας.Φρίντα με ξάφνιασες όμορφα καλή επιτυχία και σε επόμενα έργα σου

  • Κατερίναι Π
    15 Φεβρουαρίου 2016
    #42

    Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας…

  • Ελένη Πριοβόλου
    19 Φεβρουαρίου 2016
    #43

    Γαμήλιος Εσπερινός.
    Από τον τίτλο και μόνο το βιβλίο σε προδιαθέτει να το ανοίξεις, για να βρεθείς σε μια σειρά ιστοριών πράγματι κατάθεση ψυχής. Στις αφηγήσεις τα πάθη και οι καημοί του ανθρώπου αποτυπώνονται με άρτια γλώσσα και ρυθμό, ενώ ο ζόφος απαλύνεται με μια λεπτή αίσθηση χιούμορ. Στα ρεαλιστικά κείμενα πάλουν ποιητικές στιγμές χωρίς λυρισμό και περιττές συγκινησιακές φορτίσεις. Είναι ένα βιβλίο καθρέφτης της Ελλάδας του χθες και του σήμερα. Κορύφωση του έργου αποτελεί και το τελευταίο αφήγημα με τίτλο» αποχαιρετισμός», όπου ποίηση και πεζός λόγος βρίσκονται σε πλήρη αρμονία.
    Ελένη Πριοβόλου
    Συγγραφέας.

  • ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΚΡΙΤΙΔΗΣ
    18 Ιουλίου 2016
    #44

    «Γαμήλιος Εσπερινός» ονομάζεται το πρώτο βιβλίο της Φρίντας Μήτσιου και πρόκειται για μια εξαίσια συλλογή διηγημάτων που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη από τον “ενημερωμένο” αναγνώστη.

    Όλη η συλλογή βασίζεται πάνω σε δυο στιβαρές κολόνες με πολύ ισχυρά θεμέλια. Τα βιώματα και την ωριμότητα. Πράγματι, είναι η πιο ολοκληρωμένη και σοβαρή δουλειά, που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια στο είδος αυτό, το οποίο αγαπώ ιδιαίτερα και υπηρετώ από τη δική μου πλευρά…

    Διηγήματα – διαμάντια ζωής, που σε αφήνουν άφωνο από τον ρεαλισμό τους και την ορμητικότητά τους. Διηγήματα που συχνά θυμίζουν παλιές ελληνικές ταινίες, μεταφέροντας με ευκρίνεια στο εσωτερικό τους αξίες και ηθική που έχουν αλλοιωθεί αισθητά στους καιρούς που βαδίζουμε. Κινούνται σε έναν μικρόκοσμο με εντελώς διαφορετικές δομές και κοινωνικούς συσχετισμούς. Τον μικρόκοσμο της γειτονιάς, της πατροπαράδοτης ελληνικής οικογένειας, του γκρίζου και αδελφοκτόνου πολιτικού τοπίου.

    Βέβαια υπάρχουν και διηγήματα με πιο σύγχρονη θεματολογία, τα οποία είναι εξίσου δυνατά και ανατρεπτικά. Ένας άνδρας που η οικονομική κρίση τον φέρνει σε απόγνωση, μια αστεία ημέρα στην εφημερία ενός Νοσοκομείου, ένα διαδικτυακό φλερτ, μια αχάριστη “κυρία” που εγκατέλειψε τον άντρα της. Εκείνα όμως που έλκουν κυρίως τον αναγνώστη, είναι όσα έχουν μέσα τους τη χροιά του παλιού, του ξεθωριασμένου. Εκείνα που μυρίζουν χώμα, μούχλα και κολόνια του μπαρμπέρη. Εκείνα που τα σκεπάζει η σκόνη της αλάνας και ο καπνός των φουγάρων από τα τραίνα της μετανάστευσης…

    Τα δυο σημαντικότερα κατά τη γνώμη μου διηγήματα είναι ο «Γαμήλιος Εσπερινός» και το «Καλό βράδυ». Ο «Γαμήλιος Εσπερινός» σχετίζεται άμεσα με το είδος του Μελοδράματος, που μεσουράνησε στα κινηματογραφικά δρώμενα της χώρας μας κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, με μόνη διαφοροποίηση την μη ύπαρξη αίσιου τέλους. Άδικες επιθέσεις της μοίρας, συναισθηματικές υπερβολές, δημιουργία ρόλων – θυμάτων, ύπαρξη ενός θανάτου ή μιας αυτοκτονίας. Σύμφωνα επίσης με τον Γάλλο κριτικό κινηματογράφου Max Tessier, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει μελόδραμα “χωρίς οικογένεια” αλλά και χωρίς κάποιες άλλες αρνητικές ενέργειες, όπως σφάλματα, παραπτώματα και αμαρτωλές πράξεις*. Αυτό το διήγημα λοιπόν διαθέτει όλα τα παραπάνω. Σενάρια ζωής σκληρά και τραγικά. Κάπου κάπου και λίγο τραβηγμένα, μα όχι εντελώς ανύπαρκτα. Απλά υπάρχουν φορές που η πραγματικότητα ξεπερνάει τη φαντασία. Ο άνθρωπος κάτω από συγκεκριμένες ψυχολογικές και κοινωνικές “πιέσεις” διαμορφώνει έναν “εξωπραγματικό” εαυτό, που δεν μπορεί να χειραγωγήσει τις πράξεις του και δεν αντιλαμβάνεται τα μοιραία λάθη του. Αν θα επιχειρούσαμε να ανιχνεύσουμε ένα μήνυμα από τη συγγραφέα, ίσως θα ήταν ότι δεν πρέπει ο γονιός να γαλουχεί το παιδί του κάτω από την ομπρέλα μιας “μη αληθινής” πραγματικότητας. Να βοηθάει το παιδί, όπως έχει υποχρέωση άλλωστε, αλλά και να του μαθαίνει να παλεύει για το μέλλον του, να εκτιμάει τον κόπο των ανθρώπων που το μεγάλωσαν, να μην ντρέπεται για την όποια καταγωγή του. Αυτό το διήγημα πάντως διαθέτει μια μεγάλη διδακτική δύναμη και θα το επέλεγα αβίαστα αν θα ήθελα να μεταδώσω στα παιδιά μου μηνύματα ηθικής και ανθρώπινων αξιών.

    Το διήγημα «Καλό βράδυ», φέρει στοιχεία που θυμίζουν τον πατέρα του διηγήματος στην Ελλάδα, Γιώργο Βιζυηνό. Μια σχέση παππού – εγγονού που λαμβάνει σχεδόν μυθικές διαστάσεις και μας ταξιδεύει σε αλλοτινές και δύσκολες εποχές. Τότε που η γειτονιά είχε λόγο και ύπαρξη. Που τα σπίτια της πόλης είχαν κήπους και οι παραστάσεις του Καραγκιόζη αποτελούσαν την κορυφαία διασκέδαση… Ένας παππούς που ηρωποιείται με την πρόοδο της αφήγησης και εξαγνίζεται στα μάτια του εγγονού – αφηγητή, που με συγκίνηση αναμοχλεύει παλαιά γεγονότα. Μια σχέση αγάπης και στοργής που ενδυναμώνεται μέσα από πράξεις κι αποφάσεις. Μια παρένθεση μνήμης για όσα με θλίψη και νοσταλγία αφήνουμε πίσω μας, παρασυρόμενοι από τον χρόνο που τρέχει βιαστικά…

    Προς το τέλος, η αφήγηση της Φρίντας Μήτσιου λαμβάνει πολιτική χροιά μα όχι για να εκφέρει απαραίτητα μια πολιτική γνώμη, αλλά κυρίως για να καταδείξει τα δεινά που υπέστη ο λαός μας κατά τα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου, της εξορίας, της μετέπειτα Χούντας των Συνταγματαρχών. Εξάλλου και η ίδια ανήκει σε μια γενιά που ταλαιπωρήθηκε από αυτές τις καταστάσεις, που στερήθηκε, που βίωσε το εμφύλιο μίσος και ίσως μέσα από αυτήν την διαδικασία να πραγματοποιεί και την δική της “άσκηση” εξιλέωσης από τις στενάχωρες μνήμες…

    Γλαφυρή και γρήγορη γλώσσα, αμεσότητα, χιούμορ, ικανότητα δραματοποίησης, όμορφοι ιδιωματισμοί, όπου απαιτούνται, flash back, αλλαγές στο πρόσωπο αφήγησης και προσαρμογή του λόγου στον ήρωα – ομιλητή, ανάλογα με την καταγωγή του, τη μόρφωσή του, την ηλικία του.

    Κλείνοντας θέλω να δηλώσω πως εξεπλάγην όταν διάβασα ότι ο «Γαμήλιος Εσπερινός» είναι το πρώτο επίσημο συγγραφικό έργο της Φρίντας Μήτσιου. Είναι γεγονός πως κάποια πράγματα χρειάζονται το χρόνο τους και τις συγκυρίες τους, όμως ποτέ δεν είναι αργά. Ειλικρινά θα περιμένω με αγωνία την επόμενη δουλειά της, θέλοντας να την διαβεβαιώσω παράλληλα πως, πράγματι, αυτά τα “μικρά” διηγήματα πλούτισαν και ομόρφυναν τον εσωτερικό μου κόσμο…

  • Ινώ Τσιάρα-Σφαιρίδου
    22 Οκτωβρίου 2016
    #45

    Καλογραμμένο, με χιούμορ και ευαισθησία. Σε αγγίζει. Με ανυπομονησία για το επόμενο!

  • ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΙΟΥΣΗΣ περιοδικό PRESS PUBLICA
    27 Απριλίου 2017
    #46

    Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

    Γεννήθηκα λίγο μετά τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο και μου “λαχε για νονός απ’ το πουθενά, σύντροφος του πατέρα μου στο μέτωπο, χρόνια χαμένος σε νοσοκομεία της Γερμανία, ξεχασμένος ακόμα κι από τους δικούς του και αναπάντεχα επανεμφανισθείς μετά από χρόνια. Βρήκε τον παλιό του συστρατιώτη παντρεμένο, με μικρό κορίτσι αβάπτιστο, εμένα . Αποφασίσθηκε να με βαφτίσει αυτός. Όνομα; Της Γερμανίδας νοσοκόμας που αγάπησε με έρωτα βαρύ και ανανταπόδοτο, Φρίντα. Ο πατέρας μου δεν είχε αντίρρηση . Ήδη την αδελφή του την είχαν βαφτίσει, προ εικοσαετίας Οφηλία. Έλα όμως που η γιαγιά μου, παρόλο που άκουγε στο γλυκύτατο όνομα Φωτεινούλα, ήταν κεφάλι αγύριστο. Όταν ο παπάς, μετά από κάποιους δισταγμούς είπε και το όνομα αυτής Φρίντα, η γιαγιά έκλεισε την πόρτα της εκκλησιάς και απαίτησε να προσθέσουν και το «Φωτεινή»,αλλιώς δεν θα έβγαινε κανείς από κει μέσα. Αρκάδι θα γίνει, δήλωσε. Έτσι βρέθηκα ένα μωρό, φορτωμένο με δύο ονόματα, άκρως αντίθετα στο άκουσμα, Το ένα με τα ρο του και τα ταυ, σκληρό και τολμηρό, ίσως και μοιραίο, να θυμίζει Λιλή Μαρλέν ως εμβατήριο ( γιατί στην ουσία εμβατήριο είναι ) , το άλλο με τα λάμδα, τα νι και τα άλφα του, να λάμπει γλυκό και υποτακτικό. Η γιαγιά μου μ’ έλεγε Φώτω, ο παππούς μου Φωτεινούλα και όλοι οι άλλοι Φρίντα, το οποίο και επεκράτησε, καθώς οι άλλοι ήταν μακροβιότεροι των γερόντων. Μεγάλωσα. Εξωτερικά είμαι και φαίνομαι και φέρομαι σαν Φρίντα. Μέσα μου, πολύ βαθιά, η Φωτεινούλα, άντε η Φώτω το πολύ, δειλά πάει να πει το λόγο της , να βρει ένα τόπο να υπάρξει. Και μη σας ξεγελάει το γλυκό το λάμδα της και το καμπανιστό το νι. Ούτε το φι το σιωπηλό. Το φως είναι και φωτιά . Το Αρκάδι της βάβως μου της Φώτως είναι απειλή υπαρκτή. Κάποτε με κατακλύζει, ποτάμι πύρινο που θα τα κάψει όλα. Δεν ξέρω, αν μπορείς να καταλάβεις. Για μένα η κατάσταση είναι περίπου σχιζοειδής.

    Τα διηγήματα, που σήμερα αποθέτω στα χέρια σου δεν δείχνουν αυτό τον πόλεμο, είναι στιγμές απ’ τις ζωές των άλλων, που για μένα είναι οικείες, σχεδόν δικές μου.
    Στο μεγαλύτερο βιβλίο, που ίσως προλάβω να γράψω , θέλω να φαίνονται και το Φρίντα και το Φωτεινή, αξεχώριστα και αγκαλιασμένα ή αντιμέτωπα σε μια εξοντωτική διελκυστίνδα επικράτησης, ή και τα δύο. Θα δείξει. Για την ώρα, σ’ εσένα, που με τιμάς κρατώντας αυτά τα διηγήματα στα χέρια σου, εύχομαι καλή ανάγνωση. Και σε ευχαριστώ.

    «Γαμήλιος Εσπερινός» της Φρίντας Μήτσιου, εκδόσεις Περίπλους. Η Φρίντα Μήτσιου γεννήθηκε στο Αγρίνιο. Το πατρικό της επώνυμο είναι Κολοβού. Σπούδασε κλασσική Φιλολογία στο Α.Π. Θεσσαλονίκης, Παιδαγωγικά – Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάστηκε στη Δημόσια Εκπαίδευση για 25 χρόνια. Πρόσφατα ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας (Φλώρινα). Πεζά της έχουν δημοσιευθεί, κατά καιρούς, σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Αυτό είναι το πρώτο της βιβλίο.

    .- Τι είναι ο «Γαμήλιος Εσπερινός», τι περιλαμβάνει;

    Ο «Γαμήλιος Εσπερινός» είναι μια συλλογή διηγημάτων∙ Στιγμές ανθρώπων οικείες που με συγκίνησαν κι έδωσαν έναυσμα στην μυθοπλασία.
    – Γιατί αυτός ο τίτλος;

    Είναι ο τίτλος ενός διηγήματος απ’ αυτά που περιλαμβάνονται στη Συλλογή. Όμως ως φράση περιέχει κι ένα οξύμωρο, μιαν αντίθεση. Χαρά και δάκρυ, αρχή και τέλος, έτσι, όπως είναι η ζωή μας. Γι’ αυτό κυρίως το διάλεξα.

    – Το πρώτο σας βιβλίο;

    Ναι , είναι το πρώτο μου βιβλίο. Αφηγήματά μου έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε εφημερίδες και περιοδικά∙ αναφέρω τα πιο πρόσφατα, «Τα Θέματα Λογοτεχνίας» του Γκοβόστη και η «Ακτή», περιοδικό Λογοτεχνίας και Κριτικής της Κύπρου. Όμως πρώτη φορά τολμώ να εκδώσω έργα μου σε βιβλίο.

    – Μικρές ιστορίες – βιώματα που αποθησαυρίσατε;

    Όλα τα αφηγήματα έχουν, κύριε Κιούση, βιωματικά στοιχεία. Αν βέβαια, ως βίωμα θεωρήσουμε, όχι μόνο το γεγονός, αλλά και τον τρόπο που το προσλαμβάνει ο καθένας μας. Κυρίως όμως οι ιστορίες μου είναι για μυθοπλασία.

    – Εξαιρετικό και το εξώφυλλο…

    Ευχαριστώ που σας αρέσει. Η ζωγράφος Ράνια Σταθοπούλου είναι μια ταλαντούχα, χαράκτρια κυρίως, επίκουρος καθηγήτρια τώρα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Αυτοί οι δύο πινακες, αναφέρομαι και στη ζωγραφιά του οπισθόφυλλου, είναι από τα λίγα λάδια, που έχει ζωγραφίσει και τα αγόρασα εδώ και χρόνια, όταν ακόμη μπορούσαμε να αγοράζουμε πίνακες. Τα έχω και τα χαίρομαι κάθε μέρα.

    – Αποφασίσατε να συγγράψετε μετά την εκπαιδευτική σας αποστρατεία;

    Δεν πρόκειται για απόφαση. Χρόνια γράφω, τώρα συνέβη να τα εκδώσω. Εδώ οφείλω να αναφέρω το σύντροφό μου Γιάννη Μήτσιου και τα παιδιά μας, που από παλιά με ωθούσαν να προβώ στην έκδοσή των μικρών αυτών ιστοριών. Δίσταζα, γιατί δεν θεωρούσα ότι θα χάσει το αναγνωστικό κοινό κάτι σημαντικό, αν δεν εκδοθούν όσα γράφω. Με πολλή χαρά πρέπει να σας πω ότι εκπλήττομαι, επειδή φαίνεται ότι αρέσουν οι ιστορίες μου και το βιβλίο κινείται, παρόλο πως ως «συγγραφέας της περιφέρειας» δεν έχω πρόσβαρη στα μέσα∙ εξαίρεση αυτή η συνέντευξη, την οποία ευγενικά μου ζητήσατε και για την οποία σας ευχαριστώ θερμά.

    – Τι θυμάστε από την μαθητεία σας κοντά στον Μίμη Σουλιώτη;

    Τον Μίμη Σουλιώτη είχα την τύχη να τον γνωρίσω στο μεταπτυχιακό «Δημιουργικής Γραφής» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Ήταν ο εμπνευστής και ο καθοδηγητής των σπουδών και πέθανε στις επάλξεις. Ήταν σπουδαίος άνθρωπος, με ισχυρή πνευματική ακτινοβολία. Δεν θα μιλήσω για την προσφορά του στην ποίηση, πρέπει κανείς να γίνει κοινωνός της, για να την αποτιμήσει. Αυτό που θα θυμάμαι είναι ότι ο Μίμης Σουλιώτης ήταν ένας αληθινά ευγενής άνθρωπος, με γνώση και αίσθηση του «ωραίου», που είχε την δυνατότητα να τα μεταδίδει στους μαθητές του. Ήταν αυτό που λέμε «ευπατρίδης» με όλη τη σημασία του όρου.

    – Τελικά πώς θα εμπνεύσουμε τα παιδιά στην φιλαναγνωσία και στην γραφή;

    Αυτό είναι σοβαρό και επίκαιρο ερώτημα.. Μια πρώτη απάντηση είναι: Λιγότερο tablet και λοιπά ηλεκτρονικά στα σπίτια, πιο πολλή συζήτηση με τους γονείς και τους φίλους, παιχνίδι και βιβλία που να κυκλοφορούν στις οικογένειες, όπως το ψωμί και το νερό. Όμως ας δούμε σε βάθος τα πράγματα. Δεν υπάρχουν , φοβούμαι, κανόνες που θα μας λύσουν άμεσα το πρόβλημα. Γιατί είναι η ποιότητα της ζωής μας και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα που πρέπει να αλλάξουν. Αν οι ενήλικες – οι γονείς, οι δάσκαλοι, αλλά και το πολιτικό και οικονομικό σύστημα, ο κόσμος μας όλος δηλαδή – προσανατολισθούν προς ένα αυθεντικά πνευματικό τρόπο ζωής, τότε αυτόματα θ’ αλλάξει και η αξιακή κλίμακα των παιδιών μας. Τότε θα διαβάσουν, θα χαρούν θα γευτούν την τεράστια γοητεία της Τέχνης σ’ όλες της τις μορφές, όχι μόνο της Λογοτεχνίας. Δεν μπορεί να ζητούμε από το νέο να διαβάζει και να χαίρεται το βιβλίο, όταν ζει σε μια αντιπνευματική εποχή και σε μια ξεδιάντροπα υλιστική κοινωνία, όπως η σημερινή.

    – Ο αγαπημένος σας συγγραφέας;

    Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Γ. Βιζυηνός, ο Μ. Μητσάκης, από τους παλιούς. Από τους νεότερους αγαπώ πολύ μερικά έργα , λ.χ. τη «μητέρα του σκύλου» του Μάτεση, την «κάθοδο των εννιά» του Θ. Βαλτινού και άλλα.

    -«Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» έλεγε ο αείμνηστος Παναγιώτης Τέτσης;

    Ναι, το πιστεύω. Στο οπισθόφυλλο του «Γαμήλιου Εσπερινού» το έχω γράψει κιόλας. Νομίζω ότι πρώτος το διατύπωσε ο Ντοστογιέφσκι « Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο». Ο Παν. Τέτσης πάντως, με τις ζωγραφιές του, έχει δώσει σ’ εμένα, πρέπει να το ομολογήσω, πολύτιμα σωσίβια ψυχής. Ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει. Ευχαριστώ θερμά την ταλαντούχα συγγραφέα Ελένη Πριοβόλου. Ευχαριστίες μέσα από την καρδιά μου, οφείλω και στον ποιητή Σωτήρη Σαράκη, γιατί με τον σοφό του τρόπο μ’ ενθάρρυνε και βέβαια στον εκδότη του «Περίπλου» Διονύση Βίτσο που μ’ εμπιστεύθηκε και στήριξε την προσπάθειά μου.

  • ΜΑΡΙΑ ΣΦΥΡΟΕΡΑ, ΕΡΤ
    27 Απριλίου 2017
    #47

    ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
    ΦΡΙΝΤΑ ΜΗΤΣΙΟΥ
    Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

    Άρχισα να γράφω διηγήματα από τα πρώτα νεανικά μου χρόνια. Διάβαζα και διαβάζω Έλληνες και ξένους διηγηματογράφους και τώρα πλέον μπορώ να καταλάβω τη δυσκολία και τη γοητείαμικρή φόρμα. , που έχει η Για μένα ήταν πάντα μια πρόκληση. Πρέπει να πεις μια ιστορία, που να αφορά τον αναγνώστη και να τον ενδιαφέρει, σε λίγες σελίδες. Μέσα σ’ αυτές να φαίνονται ανάγλυφοι και αληθινοί οι χαρακτήρες. Ο ήρωας να πορεύεται μέσα από περιπέτειες, από ενθουσιασμούς και διαψεύσεις και τέλος να κορυφώνεται με φυσικό τρόπο η πλοκή και η δράση (εσωτερική και εξωτερική ) να οδηγεί στην «κάθαρση»∙ και όλα αυτά μέσα σε λίγες λέξεις.

    Ο τίμιος διηγηματογράφος δεν μπορεί να στοχεύει στην εύκολη συγκίνηση του αναγνώστη με φιοριτούρες και γλωσσικά τσακίσματα. Δεν έχει χρόνο για αυτά. Το διήγημα απαιτεί ένα γοργό ρυθμό, μια οικονομία στο λόγο, «να μην ξοδεύουμε ασυλλόγιστα τη γλώσσα», που είπε ο Μανώλης Πρατικάκης, ένας από τους αγαπημένους μου ποιητές.

    Ξέρω ότι σήμερα κυκλοφορούν και ακμάζουν τα ογκώδη μυθιστορήματα, κοινώς «τούβλα». Εγώ δεν θα πω ότι όλα είναι άχρηστα, αλίμονο! Εφόσον υπάρχουν αναγνώστες γι’ αυτά, σημαίνει ότι κάτι τους λένε. Κομίζουν αυτό που οι αναγνώστες χρειάζονται. Άλλωστε, υπάρχουν αριστουργήματα της παγκόσμιας Λογοτεχνίας, που αριθμούν πολλές εκατοντάδες σελίδων.
    μικρή φόρμα, Μ’ αυτές τις γραμμές που σας εμπιστεύομαι, απλώς θέλω να υπερασπιστώ τη που τόσο αγαπώ και υπηρετώ τίμια και από καρδιάς.

    Ο Γαμήλιος Εσπερινός είναι το πρώτο μου βιβλίο, το εξέδωσα κάπως αργά, παρόλο που, το ξέρετε, ο χρόνος είναι σχετικός. Οι ήρωες των ιστοριών του Γαμήλιου Εσπερινού είναι κοινοί άνθρωποι και δρουν με ιδιαίτερο τρόπο. Όλοι.
    • Μια μητέρα δίνει τη δική της λύση, όταν βλέπει ότι δεν χωράει στη ζωή του παιδιού της.
    • Μια «πόρνη που σέβεται».
    • Ένας στερημένος άνθρωπος θυμάται το μοναδικό χάδι της ζωής του.
    • Ένα ασύμβατο ζευγάρι αγαπιέται βαθιά και αληθινά μέσα σε άγριες συνθήκες.
    • Δυο συγχωριανοί, νέοι φοιτητές, ο ένας γιος παπά, ο άλλος γιος αντάρτη – εξόριστου, συναντούν την κοινή τους μοίρα.
    • Ένα «ευαίσθητο» πιάνο αναστατώνει μια οικογένεια.
    • Ο λαϊκός αυθεντικός ερωτευμένος, που προδίδεται και ξεσπάει.
    • Ο γιατρός, που μέσα σ’ ένα σκηνικό παρακμής και σήψης υποστηρίζει τις αξίες του με κίνδυνο και ρίσκο.
    • Δύο νέοι «αποκληρώνουν» τους γονείς τους και μαζί την ψεύτικη ζωή, που εκείνοι τους ετοιμάζουν.
    • Μέρα Χριστούγεννα, στην Ελλάδα της κρίσης, μια μεσοαστική οικογένεια ανακαλύπτει και πάλι την χαρά και την αισιοδοξία, όταν αποφασίζει να υποστεί μια απώλεια.
    • Ένας παππούς κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ ξαναθυμίζει στον εγγονό του ποια είναι η αληθινή λεβεντιά.
    • Ένα παιδί, θύμα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, του εμφύλιου σπαραγμού, ανακαλύπτει μέσα από την ποίηση τι είναι η πατρίδα.
    • Τέλος, οι ήρωες των τριών τελευταίων ιστοριών, οι οποίες είναι γραμμένες με έναν «μοντέρνο» τρόπο, με γραφή ελλειπτική και φράση υπαινικτική, είναι πρόσωπα σύγχρονα, παιδιά της εποχής των εικόνων και των πληροφοριών, της εποχής της αποξένωσης και των ματαίων επιδόσεων. Μέσα από τον εκκωφαντικό ανταγωνισμό, των καταιγισμό των σύγχρονων μέσων και την τραγικότητα της απομόνωσης του ανθρώπου στον αιώνα μας, κατορθώνουν, όχι χωρίς προσωπική οδύνη, να βρουν τον δικό τους δρόμο.

    ΓενικάΓαμήλιου Εσπερινού , οι ήρωες του αρχίζουν και κλείνουν έναν κύκλο μέσα σε κάθε ιστορία. Κινούνται με το δικό τους τρόπο ανάμεσα στα γεγονότα και στις προκλήσεις, συνομιλούν με την πραγματικότητα και το όνειρο, γοητεύονται, απογοητεύονται, πονούν και μαθαίνουν. Και δίνουν τη δική τους λύση, που συχνά είναι απροσδόκητη, τη δική τους απάντηση στα επείγοντα ερωτήματα της ύπαρξης.

    Τέλοςχιούμορ, , το που οι αναγνώστες και οι κριτικοί διαπίστωσαν στις ιστορίες μου, υπάρχει και προκαλεί χαμόγελο, μέσα στη συγκίνηση ή στη θλίψη ή στην τραγικότητα. Γιατί αυτή είναι η ζωή. Γέλιο και δάκρυ. Άσπρο και μαύρο. Ξαστεριά και καταιγίδα. Η απουσία «καλολογικών στοιχείων» από τη γλώσσα που χρησιμοποιώ είναι σταθερή μου επιλογή. Είμαι βέβαιη ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου.

    Σας ευχαριστώ για τα λίγα λεπτά της προσοχής σας.

    Φρίντα Μήτσιου

    ΓΑΜΗΛΙΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ Η συλλογή διηγημάτων της Φρίντας Μήτσιου Γαμήλιος Εσπερινός Εκδόσεις Περίπλους (με τίτλο κυκλοφορεί από τις σελ.: 116, τιμή: 12,00 €).

    Εικόνα εξωφύλλου: Ράνιας Σταθοπούλου (Λάδι σε μουσαμά της χαράκτριας και ζωγράφου καθηγήτρια Πανεπιστημίου Ιωαννίνων)

    Η Φρίντα Μήτσιου γεννήθηκε στο Αγρίνιο. Το πατρικό της επώνυμο είναι Κολοβού. Σπούδασε κλασσική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Παιδαγωγικά – Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάστηκε στη Δημόσια Εκπαίδευση για 25 χρόνια. Πρόσφατα τελείωσε το μεταπτυχιακό Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας (Φλώρινα). Πεζά της έχουν δημοσιευθεί, κατά καιρούς, σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες.

    ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΓΑΜΗΛΙΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ

    PREZOLON

    Γυμνάστρια ήθελε να γίνει· ήταν πρωταθλήτρια στο άλμα εις ύψος στο σχολείο. Σκελετός γερός και ψηλόλιγνος εις πείσμα των πρόσφατων γενετικών της προδιαγραφών. Ποιός ξέρει ποια ή ποιος μακρινός της πρόγονος με μακριά κανιά ταξίδεψε μέσα στη σιωπηλή και ακάματη πορεία των γονιδίων ανάμεσα στα χρόνια, μέχρι την ώρα που τη γέννησε ο έρωτας.

    Γυμνάστρια. Τ’ όνειρό της. Δεν μπόρεσε. Μια θλάση στο μετατάρσιο την έκοψε στις δοκιμασίες, το μεγάλο της ατού. Για λίγο έμεινε άπρακτη. Να ξαναδώσει; Δύσκολο. Τρία αδέλφια, ένα μισθό ο πατέρας, η μεγάλη κιόλας σπούδαζε. Αυτή δεύτερη και ο μικρός, ο «διάδοχος», που προαλείφονταν επίσης για πανεπιστημιακές σπουδές. Ο πατέρας είχε αφήσει στη μέση τις σπουδές του στη Φιλολογία, λόγω των οικονομικών. Δάσκαλος ο παππούς, τρία κορίτσια -γραμμάτια προς εξόφληση-, τρία αγόρια, σώθηκαν τα λεφτά. Του πατέρα του ’μεινε καημός. Η μεγάλη ήδη σπούδαζε φιλολογία στο Α.Π.Θ. Πάντως εκείνος θα ένιωθε δικαιωμένος, αν ο γιος του τελείωνε από το Καποδιστριακό φιλόλογος, φιλολογάρα. Για την ώρα, ταμειακός ρουτίνας, αγόραζε την εγκυκλοπαίδεια Ηλίου, τεύχος-τεύχος και στο μεσημεριανό τραπέζι η φασολάδα και η πίτα συνοδεύονταν από λογοτεχνία και γλωσσικές ασκήσεις, από αινίγματα και αστεία με σπίθες, λεκτικές ξιφομαχίες. Καλά όλα τούτα. Και τα βιβλία καλά, και αυτή τα διάβαζε, όμως θα γινόταν γυμνάστρια.
    Και να, τώρα, ένα ατύχημα την έστελνε πίσω στο πουθενά. Ήταν πρακτικός άνθρωπος. Το μαχαίρι γροθιά δεν χτυπιέται, το ’πε κι η γιαγιά Γιαννούλα. Αποφάσισε να σπουδάσει Κοινωνική Λειτουργός. Γιατί; Διότι έδωσε εξετάσεις, τότε δεν ήταν στα Τ.Ε.Ι. οι κοινωνικές σπουδές, άλλο σύστημα, και πήρε υποτροφία. Alea jacta est, είπε ο πατέρας, ο κύβος ερρίφθη. Αυτό θα σπούδαζε.

    Μερικά χρόνια αργότερα -έκανε και κάποιο course στην Αγγλία- δούλευε προϊσταμένη της Κοινωνικής Υπηρεσίας σε μεγάλο Νοσοκομείο της Αθήνας. Τις νύχτες, όταν προσπαθούσε ν’ αδειάσει το μυαλό της από την καθημερινή δυστυχία, που καλούνταν να «τακτοποιήσει» -γερόντια με άνοια, που τα παρατούσαν οι συγγενείς χωρίς χαρτιά, τραβεστί, πόρνες, ορφανά, ακρωτηριασμένους, μισότρελους, έκλεινε τα μάτια κι ονειρευόταν ένα τεράστιο γήπεδο, όπου όλα ήταν φωτεινά και γαλάζια και εκείνη έτρεχε, έτρεχε ξεπερνούσε την Αλίκη, συναθλήτριά της στο Λύκειο- και την ώρα που σκέφτονταν «μα δεν αγωνιζόμαστε στο τρέξιμο» έφτανε πρώτη στο σκάμμα και εκτινάσσονταν θριαμβευτικά ψηλά, πολύ ψηλά, ώρα υψιπετούσε και έπεφτε στο στρώμα απαλά, η αδελφή της χειροκροτούσε, ο μικρός έκανε κυβιστήσεις στην άμμο, ο πατέρας συγκατένευε «καλώς, καλώς», η μάνα γελούσε, πέντε χρόνια στο χώμα και δεν πειράχτηκε η γλύκα στο χαμόγελό της, ο κόσμος πλήθος, όλοι γνωστοί λέει, χιλιάδες γνωστοί ούρλιαζαν ενθουσιασμένοι.

    Εκείνη τη χρονιά, θαρρείς επιδημία, το γραφείο της Κοινωνικής Υπηρεσίας κατακλύσθηκε από «περιπτώσεις» -όπως ήταν ο όρος- γυναικών, που η Υπηρεσία ευγενώς τις χαρακτήριζε «ελευθερίων ηθών», ιερόδουλες κάθε είδους. Νέες, γριές, πολυτελείας, βιζιτούδες του δρόμου, δαρμένες από νταβαντζήδες, ξεμαλλιασμένες μεταξύ τους. Ένας άλλος κόσμος.
    Η Πάολα ήταν Καστοριανή. Δηλαδή από κάποιο χωριό στα Κορέστια, άκρη τόπου, η προφορά της βαριά μακεδονίτικη με τόνους σλάβικης ντοπιολαλιάς. Είχε τη νόσο του Ωνάση. Το ’λεγε με καμάρι η μαύρη. Μυασθένεια. Αν δεν έπαιρνε τα φάρμακά της μαζί με γερές δόσεις κορτιζόνης, ήταν κατάκοιτη, σαν νεκρή. Ούτε ν’ ανοίξει τα μάτια, ούτε να μιλήσει. Κάποια τέτοια φορά της ξέφυγε το αληθινό της όνομα. Κυριακή. Κυριακούλα την έλεγε η μάνα της. Όταν όμως συνήλθε, ξαναγύρισε με επιμονή στο «Πάολα», πιο αβανταδόρικο για τη δουλειά.
    – Όχι τίποτε άλλο, κυρία Ιωάννα μας, αλλά χωρίς τα φάρμακα δεν μπορώ ούτε να δουλέψω. Με εννοείς;
    Φυσικά, την εννοούσε. Όταν λοιπόν κόντευαν να τελειώνουν τα φάρμακά της –στις τέσσερες εβδομάδες περίπου – έπρεπε να έρχεται να παίρνει τη νέα δόση, μέχρι τον επόμενο μήνα.
    – Εντάξει;
    – Οκέυ, κυρία Ιωάννα μου, μερσί.
    Δεν είχε περάσει βδομάδα, όταν χτύπησε το τηλέφωνο στο Γραφείο της Κοινωνικής Υπηρεσίας. Μια φωνή σπηλαιώδης, σύμφωνα-φωνήεντα δεν ξεχώριζαν, η Πάολα σ’ άθλια κατάσταση. Κοντολογίς δεν είχε άλλα φάρμακα.
    – Πώς έτσι; Τα ’χασες;
    – Όχι, θα σας πω. Δεν μπορώ να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι.
    – Πού είσαι;
    – Στο τάδε ξενοδοχείο, στην τάδε οδό.
    Η οδός, ακουστά την είχε, κάπου στην Ομόνοια. Το ξενοδοχείο παντελώς άγνωστο. Την άλλη μέρα, πριν πάει στη δουλειά, με τα φάρμακα στο χέρι, εφτά το πρωί, έφτασε στο ξενοδοχείο. Κατάλαβε. «Πανσιόν δι’ οικογενείας». Μπήκε μέσα. Στη ρεσεψιόν, που ήταν και το σαλόνι, πέντε–έξι «κορίτσια», μόλις είχαν ξεπροβοδίσει τους πελάτες, κάθονταν με ανοιχτά τα πόδια και άπλωναν τα χέρια τους τρέμοντας –ρόμπες και πασουμάκια τι να σου κάνουν στα μέσα του Φλεβάρη;- γύρω από μια σόμπα με ξύλα. Πλησίασε. Διέκρινε την έκπληξη του ξενοδόχου.
    – Καλημέρα σας, είπε ευγενικά
    Όλες, τα «κορίτσια», την παρατηρούσαν με ανεξιχνίαστο ύφος, μάλλον εχθρικό, το κοντό χτενισμένο μαλλάκι, με σαντρέ ανταύγειες, το ταγέρ, την ολόμαλλη μπέρτα-παλτό της. Εκτός τόπου και χρόνου. Μια ανορθογραφία.
    – Η μαντάμ; Ο ρεσεψιονίστας δεν ήξερε πώς να χρωματίσει τη φωνή του. Περίμενε.
    – Ζητάω τη δεσποινίδα… Από την Κοινωνική Πρόνοια… κ.λπ. Τα φάρμακά της.
    – Α,α,α, εντάξει. Η ατμόσφαιρα καθάρισε.
    – Περάστε. Από δω, το δωμάτιο δίπλα στις τουαλέτες. Είναι στα τελευταία της.
    Μπήκε. Στο κρεβάτι, σχεδόν σε βύθος, η Κυριακούλα
    – Τα φάρμακα, κυρία Ιωάννα. Δώστε μου.
    Της τα ’δωσε.
    – Τι έγινε, Κυριακούλα;
    Να, τι είχε γίνει. Πριν δυο μέρες έκανε έφοδο το Τμήμα Ηθών· μπήκαν στο δωμάτιο και βρήκαν στο συρτάρι της τα φάρμακα, μαζί πέντε σωληνάρια κορτιζόνης με το όνομα «Prezolon». Ο πιο νέος από τους δύο γνώριζε τη λατινική γραφή και συλλάβισε πρε-ζο-λόν. Ήταν νέος και φέρελπις, υπερβάλλοντος ζήλου. Είχε και μια σαρδέλα στο μανίκι.
    – Α, πιάσαμε λαβράκι. Είσαι και πρεζόνι, μωρή πουτάνα.
    – Όχι, κύριε αστυνόμε, δεν έχω βάλει στο στόμα τέτοια πράματα.
    – Τι λες, μωρή χαμούρα; Και τούτο δω; Πρέζα δεν γράφει; Τον Νόμο πας να ξεγελάσεις;
    Τη μαύρισε στο ξύλο, της πήρε και το «πρεζολόν».
    – Την άλλη φορά που θα σε πιάσουμε – γιατί δεν το ’χεις ξανακάνει- κατευθείαν στην ψειρού, είπε ο μεγάλος.
    – Είδα τον Χάρο με τα μάτια μου, κυρία Ιωάννα.
    – Καλά, θα πάω εγώ να ενημερώσω, μην ανησυχείς. Είναι μακριά το Τμήμα;
    – Στο άλλο τετράγωνο.
    Η κορτιζόνη, διπλή δόση για την περίπτωση, έκανε το θαύμα της. Η Κυριακούλα σηκώθηκε και την έβγαλε μέχρι έξω.
    Τ’ άλλα «κορίτσια » μαζεύτηκαν γύρω γύρω.
    – Μωρή Πάολα; Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Ούτε ο Χριστός με τον Παραλυτικό, τόσο γρήγορο θαύμα.
    Η Πάολα τη σύστησε.
    – Η κυρία Ιωάννα από το Νοσοκομείο. Μου ’φερε τα φάρμακά μου.
    Και τότε, μία–μία, σκούπισαν καλά τα χείλια τους με χαρτομάντιλο και της φίλησαν το χέρι.
    Το βράδυ, κουρασμένη, αποκοιμήθηκε νωρίς. Και είδε ότι έτρεχε. Έτρεχε πάλι σ’ εκείνο το γαλάζιο και ολοφώτεινο γήπεδο. Ούτε ο πατέρας, ούτε η μάνα, ούτε τ’ αδέλφια, ούτε ο κόσμος ήταν εκεί. Ή μάλλον ήταν, αλλά μακριά και ακίνητοι. Σαν κάδρα. Πίσω και δίπλα της έτρεχαν τα «κορίτσια», όχι μόνον αυτά, και άλλα με πρόσωπα γνωστά-άγνωστα. Όταν έφτασαν στο σκάμμα αυτή πήδησε. Και πάλι υψιπετούσε για ώρα, όπως πάντα, αλλά γύρω της με μια αθώα χαρά πετούσαν και τα «κορίτσια» με μάτια ολάνοιχτα σαν έκπληκτα κι ένα χαμόγελο, που τη γυρνούσε στα πρώτα παιδικά της χρόνια.

    DSC09164

    Σημείωση: τα έργα της κυρίας Σταθοπούλου παραχωρήθηκαν για τη στήλη από τον εκδοτικό οίκο «Περίπλους».

  • Μαίρη ΛΑΙΝΙΩΤΗ Καραγιαννοπουλου
    2 Μαΐου 2017
    #48

    Αγαπητή μου Φρίντα θερμά συνγχαρητηρια και σ’ευχαριστω για το θαυμάσιο βιβλίο σου «Γαμηλιος Εσπερινός»
    Πραγματικά υπέροχα τα διηγήματα . Μου άγγιξαν την ψυχή μου και η «Καμπερίδης» μου θύμησε την καπαρτινα του δικού μου Πατέρα!
    Θα χαρώ να σε δω στο Αγρίνιο το δικό μας και να σε χαιρετίσω και πάλι.
    Γράφε, γράφε γράφε και αλλά πολλα.,….
    Περιμένουμε.
    Με αγάπη
    Μαίρη ΛΑΙΝΙΩΤΗ
    Νταλλας Τέξας

  • Μαρία Βουλδή
    29 Μαΐου 2017
    #49

    Φρίντα, Συγχαρητήρια ! Μόνο πού δέν πρόλαβα να γευθώ το βιβλίο σου κι αυτο…τελειωσε. Περιμένω κι άλλα γιατί μόνο με τέτοιες μελέτες γεμίζει η ψυχή μου .Διαβάζοντας σου , μου θυμίζεις την υπέροχη Μάρω Βαμβουνάκη!
    Μαρία Βουλδή
    εκπαιδευτικός

Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης
  • ΣΠΥΡΟΣ ΞΕΝΟΣ: Διονύσιος Παν. Στεφάνου:«Η αποδοχή μου [της Πρωθυπουργίας] δεν θα είχε κανένα άλλον σκοπόν παρά να γίνει η κηδεία μου πολυτελεστέρα. Αλλά δι’ αυτό εμέ δεν με ενδιαφέρει».
  • ΑΝΔΡΕΑ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΥ: ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΝΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
  • “ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ” σε σκηνοθεσία κι ερμηνεία του Θόδωρου Γραμψα
  • Πηνελόπη Αβούρη: Το «νησί των δικαίων» συνωμοτών. | Αναφορά στο βιβλίο του Διονύση Βίτσου, «ΟΙ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ
  • ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΑΒΟΥΡΗ: Οι “μνηστήρες” της πολιτιστικής μας κληρονομίας
  • ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ: «ΟΙ ΒΙΟΛΙΤΖΗΔΕΣ ΑΛΛΑΞΑΝ ΑΛΛΑ Ο ΧΑΒΑΣ Ο ΙΔΙΟΣ» από το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΣΚΟΚΟΥ 1892
  • Περί κατασκευής του κρασίου (1846)
  • Η ΖΑΚΥΝΘΟΣ-ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΑΚΗ. [Ομιλία στα Αποκαλυπτήρια της έκθεσης φωτογραφίας στο Barrage, στις 9.8.2018]
  • ΝΙΚΟΣ ΜΕΓΑΔΟΥΚΑΣ: H κάθοδος της Ζακύνθου στην κόλαση (11-13 Αυγούστου 1953)
  • ΙΠΠΟΔΑΜΟΣ (Μίλητος 498 π.Χ.- 408 π.Χ.): Ο «πατέρας της πολεοδομίας».