GameNow WP Theme

DarkLight
ΤΖΕΝΗ ΜΑΝΑΚΗ: Μικρές και μεγάλες προδοσίες

H τάση των ανθρώπων να προδίδουν, να εξαπατούν και να υφίστανται προδοσίες σε κάθε πεδίο της ζωής, στην γονεϊκή αγάπη, στον έρωτα, στην φιλία, στις ιδέες, στην πολιτική.Ένας ύμνος στην αληθινή φιλία, που είναι η μόνη »συγγένεια» με επιλογή!

Η Αλεξάνδρα Μελά, σύγχρονη όμορφη και καλλιεργημένη γυναίκα της αστικής τάξης της Θεσσαλονίκης, συναντά τον μεγάλο έρωτα στο πρόσωπο του Νάιτζελ Τζάκσον, διάσημου καθηγητή της χειρουργικής. Τον ακολουθεί στην Αμερική, όπου πραγματοποιείται και το όνειρό της να γίνει γνωστή συγγραφέας.

Όμως αισθάνεται προδομένη, όταν ο ίδιος της εξομολογείται τον έρωτά του για ένα φοιτητή του. Εγκαταλείπει τον άνδρα που αγάπησε και το υπέροχο σπίτι τους στο Σαν Φρανσίσκο και μετακομίζει στο Λος ΄Αντζελες. Με την στήριξη και την αγάπη φίλων, ξαναβρίσκει τον εαυτό της και συνεχίζει με μεγαλύτερη επιτυχία την συγγραφική της καριέρα.

 Πολεμώντας δαίμονες και αμφιβολίες, μέσα από συνεχή εκ βαθέων αναμόχλευση και ανασκόπηση των συναισθημάτων της, κατορθώνει να ισορροπήσει. Επιτρέπει στον εαυτό της μία δεύτερη »δοκιμή» στον έρωτα… Σε φάση ψυχικής διερεύνησης των συναισθημάτων της, την επισκέπτεται η αγαπημένη φίλη της, η ψυχίατρος Μαρίνα Φωτίου, προβληματισμένη από τη δική της ταραγμένη προσωπική ιστορία.

Μαζί προσπαθούν να βρουν απαντήσεις μέσα από αναλύσεις των γεγονότων, των »πιστεύω» τους, των ιδεών τους σε βασικά ζητήματα της ζωής, ενώ, παράλληλα, ένα οδοιπορικό στα πιο όμορφα μέρη της Καλιφόρνιας, φέρνει κοντά την ενδεχόμενη λύση των προβλημάτων τους. Λοιποί ήρωες που εμπλέκονται στις ζωές των δύο γυναικών  δημιουργούν έναν ενδιαφέροντα, περιπετειώδη μύθο.

Για τη συγγραφέα:

Η Τζένη Μανάκη γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε ως συντάκτρια και μεταφράστρια σε εφημερίδα και στο Δημόσιο. Ασχολήθηκε με πολιτιστικά θέματα και με την αποκλειστική ευθύνη έκδοσης συνδικαλιστικής μηνιαίας εφημερίδας.

Γνωρίζει Αγγλικά και Γαλλικά. ΄Εχει παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο Λος ΄Αντζελες

Είναι φανατική αναγνώστρια λογοτεχνίας.

Δημοσιεύει από ετών κείμενα με αφορμές που την ευαισθητοποιούν.

Αγαπάει τη ζωγραφική, με έργα της πήρε μέρος σε ομαδικές εκθέσεις.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

Το βλέμμα της πλανιόταν στην απέναντι ακτή. Προσπαθούσε κάτω από τις σιδεριές της γέφυρας να διακρίνει την περιοχή που βρισκόταν το παλιό της σπίτι. Η αχλή της ατμόσφαιρας αντιστεκόταν σθεναρά στον εντοπισμό, όμως εκείνη παρά τις συνομιλίες γύρω της, στις οποίες προσπαθούσε αφηρημένα να συμμετέχει, επέμενε. Της χρειάστηκαν περισσότερα από δύο ποτήρια κρασί για να χαλαρώσει. Όπου κι αν γύριζε το βλέμμα της έβλεπε θάλασσα. Η χαλαρή διάθεση από την επίδραση του αλκοόλ την έκαναν να αισθάνεται ότι κλυδωνιζόταν στην καρέκλα της, σαν να βρισκόταν πάνω σ’ ένα αργοκίνητο καράβι. Ξαφνικά, την είχε κυριεύσει, μια αίσθηση ευτυχίας, ένα στιγμιαίο ψυχικό σκίρτημα που είχε πολύ καιρό να νιώσει. Μισόκλεισε τα μάτια της κι αφέθηκε σ’ αυτό, ήταν μια αίσθηση που ήθελε να φυλακίσει μέσα της για πάντα, μ’ όλο που ήταν βέβαιη για την ματαιότητα της επιθυμίας της. Η φωνή του, διέκοψε ευχάριστα την απόλαυση της ακατάληπτης εκείνης στιγμιαίας ευτυχίας, που είχε έρθει σαν προάγγελος παράτασης μιας όμορφης συνέχειας.

Εκείνος πέρασε πίσω της, έσκυψε της έδωσε ένα φιλί και της ψιθύρισε καθώς κάθισε: “Δεν θέλω να διακόψω την ονειροπόληση σου, είχες μια έκφραση ευτυχίας, μου θύμισε την παλιά αγαπημένη μου !’.

Το άγγιγμα του, παρά την αντίθετη άποψη που θα είχε θεωρητικά, παρέτεινε εκείνο το όμορφο συναίσθημα σε μικρότερη ένταση, έτσι δέχθηκε θετικά, ότι τουλάχιστον δεν το κατέστρεψε! Είχε εγκατασταθεί μέσα της η απόφαση να συγχωρήσει την αθέλητη προδοσία του! Ένιωθε ξαλαφρωμένη από το βάρος συναισθημάτων που ξέφτιζαν κάθε καλή στιγμή, στη ζωή της. Είχε αναλύσει τόσες φορές στα βιβλία της, την καταστροφική επίδραση στις ψυχές των ηρώων της, από την εμμονή σε αρνητικά συναισθήματα, είχε εκθειάσει την γαλήνη των συνειδήσεων εκείνων που απέβαλαν το μίσος, την κακία, την τάση εκδίκησης που προερχόταν από σε βάρος τους εξαπατήσεις και προδοσίες. Όμως το προσωπικό βίωμα, κατέληγε μέσα της, διαφέρει από την θεωρητική αντιμετώπιση. Ο χρόνος είναι που επουλώνει τα τραύματα, κι όσο κι αν το αναιμικό δέρμα της επούλωσης διαφέρει σε χρώμα και σύσταση σε κάθε άνθρωπο, ήθελε το δικό της ν’ αποκτήσει ξανά την σπαργή του υγιούς. Κι ήταν εκείνες ακριβώς οι στιγμές, που καθώς τσούγγριζαν τα ποτήρια τους, σ’ εκείνο το τραπέζι, στην γαλάζια τζαμαρία, την αφημένη θαρρείς, πάνω στην θάλασσα, που της συνέβη η απώλεια της άρνησης να δεχθεί την διαφορετικότητα ακόμη και στον τρόπο που αγαπάει κανείς. Καθώς χαμογελαστή τσούγγριζε το ποτήρι της με τους φίλους της, άγγιξε για ένα δευτερόλεπτο το χέρι του και του ψιθύρισε: “Σ’ ευχαριστώ γι αυτό που είπες.’’

 

Συγγραφέας: ΤΖΕΝΗ ΜΑΝΑΚΗ

Έτος έκδοσης: 2015

ISBN: 978-960-438-173-9

Σελίδες: 420, Τιμή:  € 14

ΑΠΟΚΤΕΙΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΕΚΠΤΩΣΗ 10%  ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ:

www.politeia.gr


Σχόλια για το βιβλίο: 13
  • ΧΑΡΑ ΑΝΔΡΕΙΔΟΥ
    7 Ιουλίου 2015
    #2

    Ήθελα από μέρες να το κάνω και πάντα με προλάβαιναν τα γεγονότα.. ωστόσο, σαν μια πράξη αντίστασης στο φόβο για το άγνωστο μέλλον που μας κυριεύει, δημοσιεύω επιτέλους το κείμενό μου για το βιβλίο της Τζένης Μανάκη Jenny Manaki «Μικρές και μεγάλες προδοσίες» με το οποίο προλόγισα στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου πριν από δυο εβδομάδες περίπου.. Τζένη μου, καλοτάξιδο…

    «Το βιβλίο αυτό έχει πολλές αρετές: ρέουσα γραφή, βαθιά και ευαίσθητη ανάλυση των χαρακτήρων, πλούσια και καίρια χρήση της ελληνικής γλώσσας, κομψότητα στη γραφή, συνεχή αναμόχλευση καθολικών ερωτημάτων που μας βασανίζουν όλους, φράσεις συμπυκνωμένης σοφίας που ανακουφίζουν τις αγωνίες μας, και πολλές, πολλές ακόμη. Άλλες τις φανερώνει στον αναγνώστη με την πρώτη ματιά, με την πρώτη ανάγνωση, κι άλλες είναι κρυμμένες λίγο πιο βαθιά, έτσι ώστε να πρέπει να ψάξεις, να εμβαθύνεις στο κείμενο για να τις βρεις, να τις ανακαλύψεις, να τις αποκαλύψεις. Και οι μεν και οι δε είναι σημαντικές, καμιά δεν υπολείπεται της άλλης.
    Στις αρετές που αποκαλύπτονται με την πρώτη ανάγνωση θα συμπεριλάβω την πλούσια και σωστή χρήση της ελληνικής γλώσσας, τη χαρισματική ικανότητα περιγραφής τοπίων και τη διάχυτη ατμόσφαιρα κομψότητας και λεπτότητας με την οποία είναι εμποτισμένο κυριολεκτικά όλο το κείμενο.
    Η Τζένη Μανάκη γνωρίζει πολύ καλά την ελληνική γλώσσα, τον πλούτο της, τις άπειρες δυνατότητές της, τις εναλλακτικές που προσφέρει. Τα γνωρίζει όλα αυτά και τα χειρίζεται με σιγουριά και άνεση. Και όχι μόνο αυτό. Δεν γράφει απλώς ένα κείμενο σε σωστά ελληνικά αλλά γράφει ένα λογοτεχνικό κείμενο. Προσδίδει άλλη χροιά και άλλο νόημα στις λέξεις, πέρα από τη γνωστή και συνηθισμένη και έτσι δημιουργεί φράσεις μεγάλης ομορφιάς και ακρίβειας και πιστότητας. Για παράδειγμα γράφει για τη μουσική που πληγώνει γλυκά τη σιωπή, για τις ρυτίδες που έγιναν φαράγγια, για το χάδι που χάνει μέρα με τη μέρα τη θερμοκρασία του. Χαρίσματα αναμφίβολα ενός λογοτεχνικού κειμένου.
    Στο βιβλίο διακρίνεται επίσης από την αρχή το χάρισμα που έχει η συγγραφέας στην περιγραφή του τοπίου. Όχι μόνο για το φυσικό τοπίο, αλλά και για το αρχιτεκτονικό και επίσης και τους εσωτερικούς χώρους. Οι περιγραφές της έχουν μια ενάργεια και μια δύναμη που σε παρασέρνει, νομίζεις ότι βρίσκεσαι μαζί της μέσα σ’ εκείνους τους πολλούς και πολύ διαφορετικούς χώρους και τόπους και περιδιαβαίνεις. Έχεις την αίσθηση ότι τριγυρνάς στο πολυπολιτισμικό Λονδίνο, το κοσμοπολίτικο Παρίσι, το ειδυλλιακό Palm Drive μέσα στο πολύβουο Λος ΄Αντζελες. Μας μεταφέρει στο Σαν Φρανσίσκο που αποπνέει τον αέρα της ελευθερίας και φυσικά στη Θεσσαλονίκη, τη στενά δεμένη με τη θάλασσα. Με τις περιγραφές της η Τζένη Μανάκη μας ξεναγεί σ’ αυτές τις πόλεις και ο αναγνώστης έχει την έντονη εντύπωση ότι αναπνέει τον αέρα τους, ότι ρουφά την αύρα τους, ακούει τους ήχους τους, μυρίζει τις μυρωδιές τους, ότι αποτυπώνεται μέσα του η εικόνα τους. Το ίδιο συμβαίνει και για τους εσωτερικούς χώρους. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ο αναγνώστης βρίσκεται μέσα σε φωτεινά, ευρύχωρα σαλόνια, σε φιλόξενα γραφεία, σε φροντισμένους κήπους, σε κομψά εστιατόρια. Ταξιδεύει. Κι αυτή είναι μια λειτουργία του βιβλίου, του κάθε βιβλίου, πολύ σημαντική, ουσιαστική θα έλεγα. Να μπορεί να ταξιδεύει τους αναγνώστες του πέρα και μακριά από τις ζωές τους, από τους κόσμους τους, να τους μπάζει σε άλλους κόσμους, να τους δείχνει άλλους τρόπους. Η Τζένη Μανάκη, με τις υπέροχες περιγραφές της, και με το εφόδιο φυσικά ότι γνωρίζει καλά όλα αυτά τα τοπία και τους χώρους, το κατορθώνει αυτό. Μας ταξιδεύει.
    Ένα άλλο, ιδιαίτερα χαρακτηριστικό και πολύ προφανές στοιχείο της γραφής αυτού του βιβλίου είναι η κομψότητα. Η κομψότητα της σκέψης, της γραφής, της ανάλυσης, της αντιμετώπισης του κόσμου, των άλλων, του εαυτού. Ο κόσμος αυτού του βιβλίου είναι ένας κόσμος με όμορφους ανθρώπους, όμορφους τόπους, όμορφες σχέσεις, όμορφα συναισθήματα. Οι ήρωες του βιβλίου είναι εκλεπτυσμένοι, καλλιεργημένοι άνθρωποι, που ακόμη και τη στιγμή του μέγιστου πόνου έχουν το θάρρος, το κουράγιο, τη δύναμη, να επικρίνουν τον εαυτό τους, να τον ψέξουν, να ψάξουν να βρουν τα δικά τους λάθη, να αναγνωρίσουν ελαφρυντικά στα αγαπημένα τους πρόσωπα που τους πρόδωσαν και τους πόνεσαν και τους πλήγωσαν. Έχουν μια χάρη, μια κομψότητα, ακόμα και στις πιο δύσκολες, στις πιο τραγικές στιγμές τους, όταν όλος ο κόσμος τους καταρρέει. Καταρρέουν κι αυτοί, με αξιοπρέπεια, κρυφά, μέσα τους.
    Κι αυτό μας πηγαίνει στο δεύτερο σκέλος, στις άλλες αρετές του βιβλίου, αυτές που πρέπει να ψάξεις λίγο πιο βαθιά για να τις βρεις. Όλο το βιβλίο το διαπερνά η αναζήτηση της αλήθειας. Της προσωπικής αλήθειας, της καθολικής αλήθειας, της περιστασιακής και της διαχρονικής αλήθειας. Σε όλο το βιβλίο βρίσκουμε αλλεπάλληλα αγωνιώδη ερωτήματα για όλα τα μεγάλα, τα μείζονα θέματα που αντιμετωπίζουμε ως άνθρωποι: το δικαίωμα στην αναζήτηση της προσωπικής ευτυχίας, τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις απέναντι στους άλλους, τις επενδύσεις και τις απογοητεύσεις μας, το φόβο μας μπροστά στη φθορά του χρόνου, την αυθυποβολή και την παράδοση στις βαθύτερες ανάγκες μας, τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε, χαριζόμαστε ή δεν χαριζόμαστε στον ίδιο μας τον εαυτό. Βασανιστικά ερωτήματα, όπως το γιατί δεν διδάσκεται η εμπειρία, πόσο διαφέρει το «προσωπικό» από τη γενική θεώρηση των πραγμάτων, πόσο καταστροφική μπορεί να είναι η αλήθεια, πόσο σωτήρια η ελπίδα.
    Οι χαρακτήρες της ιστορίας βρίσκονται σε ένα συνεχή εσωτερικό πόλεμο. Οι άπειρες εκδοχές της πραγματικότητας, των δεδομένων, οι άπειρες ερμηνείες, οι άπειρες εξηγήσεις παλεύουν συνεχώς μέσα τους καθώς προσπαθούν να φτάσουν στην κατανόηση, στη γνώση, στην αποδοχή, και του εαυτού τους και των ανθρώπων με τους οποίους εμπλέκονται με κάποιο τρόπο. Και όσο επίπονη κι αν είναι αυτή η προσπάθεια, συνεχίζουν να την κάνουν με πείσμα και συνέπεια. Και για το λόγο αυτό είναι αξιοθαύμαστοι.
    Το βιβλίο έχει επίσης κρυμμένες, υπόγειες αντιπαραθέσεις, που σε καλούν να τις ανακαλύψεις. Όπως η αντίθεση της εξωτερικής ομορφιάς, της γαλήνης, των τακτοποιημένων χώρων, των όμορφων ανθρώπων, με τη θύελλα που μαίνεται μέσα στον καθένα από τους ήρωές του. Ή η συνεχής αντιπαράθεση του παρελθόντος με το παρόν, της νεότητας με την ωριμότητα. Στο παρελθόν κυριαρχούν τα νιάτα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, παρορμητισμό, λαχτάρα, άγνοια κινδύνου, ενθουσιασμό, ενώ στο παρόν βλέπουμε πια τους ώριμους εαυτούς των ηρώων, με την κατασταλαγμένη γνώση και τα σημάδια που άφησε βαριά πάνω τους η ζωή. Δεν προκρίνεται όμως το ένα έναντι του άλλου. Το καθένα στάδιο έχει το ειδικό βάρος του, το λόγο του και το ρόλο του στη ζωή των ηρώων, στη ζωή του κάθε ανθρώπου. Συγχρόνως εμφανίζεται η ανελέητη φθορά του χρόνου και οι επιπτώσεις της πάνω μας, όπως ξετυλίγονται οι ζωές μας.
    Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, της εναγώνιας αναζήτησης της αλήθειας, το βιβλίο είναι γεμάτο με αποφθέγματα. Φράσεις συμπυκνωμένης σοφίας με καθολική ισχύ, που έχει προκύψει από τη συνεχή μελέτη, ενδοσκόπηση, αυτοκριτική, από άμεση και έμμεση εμπειρία, διαδικασίες που οδηγούν σε μια πολύ καλή γνώση της ψυχολογίας του ανθρώπινου είδους. «’Ολοι ζουν και χωρίς εμάς», λέει σε κάποια στιγμή η ηρωίδα του βιβλίου, ή «Είναι φορές που ο άνθρωπος στέκεται με φόβο μπροστά στην ευτυχία».
    Όλα αυτά είναι φυσικό να φορτίζουν τον αναγνώστη, να βαραίνουν το κλίμα. Η συγγραφέας, έχοντας γνώση αυτού του δεδομένου, επεμβαίνει και εδώ, με λεπτότητα και διακριτικότητα και παρεμβάλει ανάμεσα στις ανελέητες ενδοσκοπήσεις των ηρώων της ανακουφιστικά ιντερμέδια με περιγραφές όμορφων χώρων, τοπίων, μουσικών. Χρησιμοποιεί επίσης με μαεστρία τις πλατιές γνώσεις της στη μουσική, στη λογοτεχνία, στο θέατρο και παρεμβάλει αποσπάσματα από αγαπημένους συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως ο Γκαίτε, ο Κούντερα, ο Φώκνερ, ο Χαβιέρ Μαρίας, ο Τένεσι Ουίλιαμς, αλλά επίσης μιλάει και για τις μουσικές του Χατζηδάκη, της Καραΐνδρου, της Ρεμπούτσικα. Και με όλα αυτά τα σοφά τεχνάσματα δίνει μια ανάσα στον αναγνώστη, δεν τον κουράζει, δεν τον βαραίνει υπερβολικά, αλλά ούτε και αφήνει το ενδιαφέρον του να σβήσει, το κρατάει ακέραιο.
    Μέσα σ’ αυτόν τον καμβά εξελίσσονται οι σχέσεις των ηρώων, μέσα από αυτή τη συνεχή διαδικασία κριτικής και αυτοκριτικής και συνεχούς αναμόχλευσης, μέσα από αυτή τη συνεχή και επίπονη προσπάθεια κατανόησης όλων των παραμέτρων, και, πολύ σημαντικό, μέσα από τη συνειδητή απεμπόληση των αρνητικών συναισθημάτων που ρουφούν την ενέργειά μας και ασχημαίνουν τη ζωή μας. Έχοντας πολύτιμο συνοδοιπόρο τη φιλία, που αναδεικνύεται σε υπέρτατη σταθερή αξία στη ζωή των ηρώων, παρήγορη, ανακουφιστική, ελπιδοφόρα, οι σχέσεις των ηρώων τελικά μεταλλάσσονται και εξελίσσονται σε κάτι όμορφο. Διαφορετικό από πριν, αλλά ωστόσο όμορφο. Και είναι πολύ σημαντικό ότι όλοι οι χαρακτήρες μέσα στο βιβλίο εξελίσσονται, είναι σημαντικό ότι προχωρούν, ότι δεν μένουν προσκολλημένοι στο παρελθόν και στα δεδομένα του παρελθόντος, ότι έχουν το κουράγιο και τη δύναμη να γυρνούν πίσω για να μπορέσουν να προχωρήσουν μπροστά. Είναι σημαντικό ότι τελικά συμφιλιώνονται με τη ζωή, αφήνοντας για το τέλος ένα ελπιδοφόρο μήνυμα..
    Για το τέλος θα αφήσω κι εγώ ένα ελπιδοφόρο μήνυμα, με ένα στίχο από το υπέροχο ποίημα του Μπόρχες «Μαθαίνεις», με το οποίο ανοίγει και η συγγραφέας τα κεφάλαια του βιβλίου της. Με τον υπέροχο στίχο «και μαθαίνεις ότι στ’ αλήθεια μπορείς ν’ αντέξεις». Μέσα από το βιβλίο της Τζένης Μανάκη λοιπόν μαθαίνουμε «ότι στ’ αλήθεια μπορούμε ν’ αντέξουμε» και θα προσθέσω ακόμη ένα στίχο από το ίδιο ποίημα, ότι η Τζένη μας μαθαίνει αυτή την τεράστια αλήθεια «με τη χάρη μιας γυναίκας κι όχι με τη θλίψη ενός παιδιού».

  • ΛΙΑ ΜΙΛΤΟΥ
    16 Ιουλίου 2015
    #3

    Διαβάζω σε μια παράγραφο του βιβλίου της εξαιρετικής Τζένης Μανάκη : » Τι παράξενα συναισθήματα καθρεφτίζουν τα μάτια , όταν σηκώνεται η αυλαία της αποστασιοποίησης από τον πλησίον……..»
    Εγώ θα παραφράσω αυτό το απόσπασμα λέγοντας : » Τι πρωτόγνωρα συναισθήματα δημιουργεί στην ψυχή του αναγνώστη το ταλέντο μιάς πένας που ακόμα και στα πρώτα της ¨βήματα» σε καθηλώνει και σου υπόσχεται τα καλύτερα !
    Το συνεχές φλάς-μπάκ με εικόνες και περιγραφές των ηρώων της με έχει συναρπάσει ! Κατά τη γνώμη μου όλο το βιβλίο είναι ένα ψυχογράφημα του σύγχρονου ανθρώπου στη σημερινή κοινωνία που σε οδηγεί στην ταύτηση με τα πρόσωπα που περιγράφει και υιοθετείς και σύ τα διλήμματα και τους προβληματισμούς τους.
    Η γεννέθλια πόλη εμπνέει τη συγγραφέα και είναι συχνές οι αναφορές της στην πόλη που γεννήθηκε και υπεραγαπά (Η γνωριμία της Αλεξάνδρας με τον Νάιτζελ με φόντο τον Θερμαϊκό και την κοσμοπολίτικη Πλατεία Αριστοτέλους…)
    Η σπαρακτική εξομολόγησή της στη φίλη της Μαρίνα είναι ένα ξεγύμνωμα της ψυχής και των συναισθημάτων της όταν όλα καταρρέουν μπροστά στην φοβερή αποκάλυψη του εραστή της.
    Αλλά και η μεγάλη προδοσία της Αρνό στον Αλέξανδρο Μελά είναι ένα ψυχογράφημα του προδομένου και η πένα της συγγραφέως σαν χειρουργικό νυστέρι ανατέμνει και εισδύει στις πιο ευαίσθητες χορδές του ψυχικού του κόσμου.
    Θέλω με ειλικρίνεια να ομολογήσω ότι δεν προσδοκούσα να φτάσω σε τόσο υψηλό επίπεδο γραφής , κάτι σαν δοκίμιο για τις ανθρώπινες σχέσεις !
    Στο βιβλίο υπάρχουν και αιχμές για την πολιτική και τους πολιτικούς που είναι τόσο επίκαιρες σήμερα : «Τα πολιτικά μας όνειρα νικήθηκαν από τις μεταβαλλόμενες βιογραφίες των ηγετών που κάποτε μας είχαν πείσει….» τονίζει σε μια αποστροφή της . Άλλη μια προδοσία που αφορά κι εμάς σήμερα και είναι ένα μήνυμα που μας πληγώνει γιατί κάποιες ιδέες καταπατήθηκαν και προδόθηκαν για την εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων και φιλοδοξιών.
    Αλλά,αγαπημένη μου Τζένη ,εδώ θα σταματήσω ,δεν έχω σκοπό να φανερώσω όλη την πλοκή του εξαιρετικού σου πρώτου πονήματος . Αφήνω στους αναγνώστες να απολαύσουν αυτή την εξαιρετική γραφή,αυτον τον κοσμοπολίτικο αέρα που αποπνέει,αυτό το παιχνίδι με λέξεις και νοήματα που χορεύουν μπροστά στα μάτια μας έναν αρμονικό χορό σε ένα ανεπανάληπτο μουσικό κρεσέντο !
    Να μου επιτραπεί να πιστεύω ότι το βιβλίο περιέχει και αυτοβιογραφικά στοιχεία που αιωρούνται διακριτικά μέσα στις σελίδες και σου αφήνουν μια γλυκόπικρη γεύση ,γιατί αναλογίζεσαι και την πορεία της δικής ζωής και κάνεις » ταμείο «μετρώντας τις μικρές και τις μεγάλες προδοσίες που δέχτηκες αλλά και ανταπέδωσες σε ανθρώπους που σε πλήγωσαν….
    Τζένη μου , θερμά συγχαρητήρια !!!
    Ένα ακόμη εξαιρετικό βιβλίο στην βιβλιοθήκη μου και στην καρδιά μου !!

  • Σολτάτος Φώτης
    30 Ιουλίου 2015
    #4

    Καλογραμμένο με μεγαλοαστική φινέτσα. Οι τρόποι ευγένειας υψηλοί ακι η κτητικότητα κάνει την προδοσία… Με πολύ αγωνία διαβάζεται, γιατί πάντα κάτι κρύβει. Είμαι 61 χρονών και το βιώνω…Υπάρχει και η Μαρίνα που ανεβαίνει τη σκάλα φεύγοντας από τη μιζέρια της επαρχίας. Αλλά και αυτή προδίδει -πληρώνει με το ίδιο νόνισμα που προδόθηκε…Σας ευχαριστούμε κυρία Μανάκη

  • Δημήτρης Στεφανάκης THINK FREE
    4 Αυγούστου 2015
    #5

    «ΜΙΚΡΕΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΔΟΣΙΕΣ»: ΑΠΟΙΚΙΕΣ ΠΑΘΟΥΣ ΚΑΙ ΔΙΑΨΕΥΣΕΩΝ 02/08/2015

    Γράφει ο Δημήτρης Στεφανάκης / συγγραφέας – λογοτέχνης

    Με τις «Μικρές και μεγάλες προδοσίες» (εκδ. Περίπλους) η Τζένη Μανάκη συνθέτει ένα μυθιστόρημα ύφους και συναισθηματικών ανατροπών. Γύρω από την κεντρική ηρωίδα της, την Αλεξάνδρα Μελά, η Μανάκη χτίζει μικρές αποικίες πάθους και διαψεύσεων για τους δευτεραγωνιστές της, δημιουργώντας ένα συμπαγή μύθο που υπερβαίνει κατά πολύ τις προδιαγραφές ενός πρωτόλειου.

    Εντυπωσιάζει η σκυταλοδρομία των στοχαστικών μοτίβων του Μπόρχες όπως επίσης και το γεγονός ότι η συγγραφέας παρακάμπτει την μυθιστορηματική της κονίστρα, τη Θεσσαλονίκη, για χάρη του Σαν Φρανσίσκο, που το περιγράφει εξαιρετικά.

    Ο αναγνώστης -και αυτό ίσως έχει μεγαλύτερη σημασία- θα απολαύσει ένα αδρό κείμενο με γλωσσικές αρετές που μόνο έμπειροι συγγραφείς θα μπορούσαν να επιδείξουν.

  • Mαρία Σαραφιανού
    25 Αυγούστου 2015
    #6

    Το βιβλίο » Μικρές και μεγάλες προδοσίες» με συνεπήρε, δεν μπορούσα να σταματήσω την ανάγνωση, το διάβασα σε μιάμιση ημέρα!Δυνατό, ρεαλιστικό, περιγραφικό, λεπτομερειακό με εικόνες που σε μεταφέρουν στον τόπο που διαδραματίζεται, νιώθεις σαν να είσαι ή να έχεις επισκεφθεί όλες αυτές τις μεγαλουπόλεις. Ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με πολύπλοκα συναισθήματα, σκέψεις, προβληματισμούς μέσω της βαθιάς ανάλυσης και περιγραφής συναισθημάτων, καταστάσεων και της μελέτης της διαδικασίας εξερεύνησης της ζωής, της αναζήτησης της αλήθειας. Γραμμένο με άμεση γλώσσα, με πολύ προσεγμένη και ενδιαφέρουσα επιλογή λέξεων και παράθεση φράσεων από άλλους συγγραφείς σε παρασύρει να συμμετέχεις, να αφεθείς. Ασκεί μία γοητεία και συγκίνηση πάνω σου καθώς περιδιαβαίνεις αλυσιδωτά τις σκηνές του βιβλίου! Σε αναμονή του επόμενου βιβλίου της Τζένης Μανάκη. (δημοσ.στο Facw book )
    Μαρία Σαραφιανού

  • Φωτεινή Χριστίδου
    25 Αυγούστου 2015
    #7

    Απολαυστική η ανάγνωση του βιβλίου σου Τζένη! Ταξίδεψα με την ηρωίδα κάποια χρόνια πίσω, σε γνώριμους, μακρινούς τόπους κι αληθινά το χάρηκα αυτό το νοερό ταξίδι! Ιδιαίτερα μ εντυπωσίασε η οδυνηρή πορεία της Αλεξάνδρας προς τη συγχώρεση και η τελική παραδοχή κι επικράτηση της αγάπης, που εξασφαλίζει την εσωτερική πληρότητα και γαλήνη. Εύχομαι και εις άλλα με δύναμη κι έμπνευση!Παράλειψή μου που δεν αναφέρθηκα στο επιτυχημένο εξώφυλλο. Είναι καλαίσθητο και συνάδει με την υπόθεση, ενώ παράλληλα προϊδεάζει τον αναγνώστη για τα τρυφερά και νοσταλγικά αισθήματα της ηρωίδας. Προσεκτικά επιλεγμένα κι εύστοχα, τόσο τα μότο του Μπόρχες, όσο και παραθέματα αγαπημένων σου συγγραφέων όπως του Μαρίας και άλλων! ( δημοσ. στο Face book ) Χρηστίδου Φωτεινή

  • Goodreads
    25 Αυγούστου 2015
    #8

    Infada Spain
    Αγαπώ τα ταξιδιάρικα βιβλία και σίγουρα το πρώτο βιβλίο της Τζένης Μανάκη συγκαταλέγεται σ’ αυτά. Βιβλίο ύμνος στη φιλία, με διάχυτο άρωμα γυναίκας και αρκετή δόση κοσμοπολιτισμού. Κυρίαρχο (και πολύ αγαπητό σε μένα) στοιχείο του μυθιστορήματος είναι η διάνθιση του κειμένου με αποφθέγματα αγαπημένων συγγραφέων, με τον Μπόρχες να πρωτοστατεί και ν’ ακολουθούν ο Χαβιέρ Μαρίας, ο Ντοστογιέφσκι, ο Φλομπέρ, ο Φώκνερ, ο Μπέκετ και άλλοι. Έχει το χάρισμα η Τζένη Μανάκη να διαλέγει τα καλύτερα αποσπάσματά τους και να τα ενσωματώνει με τον καλύτερο τρόπο στα πλέον κατάλληλα σημεία της πλοκής της. Γενικά πρόκειται για ένα θαυμάσιο πρώτο δείγμα γραφής της Θεσσαλονικιάς Τζένης Μανάκη και με ανυπομονησία περιμένω και την επόμενη προσπάθειά της.(δημοσιευμένη στο Goodreads, Jul 16, 2015)

  • Τέσυ Μπάιλα περ. Vakhikon
    17 Οκτωβρίου 2015
    #9

    Στο πρώτο της βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδ. Περίπλους η Τζένη Μανάκη καταθέτει με ενάργεια την άποψή της για τη φιλία, τις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, την αγάπη, τις ηθικές αξίες και όλα όσα καθορίζουν τις μικρές ή τις μεγάλες προδοσίες που ζούμε όλοι μας.

    Από τον Γκάιτε στον Μάνο Χατζιδάκι, από τον Μπόρχες στην Καραίνδρου, τη Ρεμπούτσικα, τον Κούντερα και τον Χαβιέρ Μαρίας, η συγγραφέας στήνει ένα διακειμενικό χορό συνομιλίας ανάμεσα σε πρόσωπα της τέχνης που αγαπά και την έχουν επηρεάσει, και ταυτόχρονα πιο γοητευτική την ιστορία που πραγματεύεται.

    Με βαθιά συναίσθηση της χρήσης της ελληνικής γλώσσας αποκαλύπτει στον αναγνώστη της την προσωπικότητα των ηρώων της, αναλύοντάς τους εν τω βάθει με γνώμονα τις βιωματικές εμπειρίες τους και την εκλεπτυσμένη ιδιοσυγκρασία.

    Οι περιγραφές των τοπίων είναι ένα ακόμα σημαντικό κομμάτι αυτού του βιβλίου. Οι ήρωές της ταξιδεύουν από το Λονδίνο στο Παρίσι, στο Λος Άντζελες και τη Θεσσαλονίκη και η συγγραφέας τούς ακολουθεί και με άνεση καταγράφει τους χώρους γύρω τους, μεταφέροντας τον αναγνώστη της νοερά στις κοσμοπολίτικες γειτονιές τους.

    Το κείμενο διανθίζεται από μικρά αποφθέγματα της συγγραφέα αλλά και καίρια αποσπάσματα από το λόγο του Μπόρχες. Πέρα όμως από όλα αυτά, η συγγραφέας αγωνιά και θέτει τον προβληματισμό της για τις αξίες που χάνονται, για το ήθος και την ηθική που συχνά καταρρέουν, για την τύχη των κοινωνιών. Και αναζητά τις λύσεις των προβλημάτων στην παιδεία, στην πνευματική καλλιέργεια, στην προσωπική πάλη της νόησης του καθένα μας.

    Τέσυ Μπάιλα
    http://www.vakxikon.gr/%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%AD%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CF%82-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%B6%CE%AD%CE%BD/

  • Διονύσης Βίτσος
    19 Οκτωβρίου 2015
    #10

    ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΧΑΡΙΤΙΝΗ ΜΑΛΙΣΣΟΒΑ
    ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ » ΘΕΣΣΑΛΙΑ»

    1)»Μικρές και μεγάλες προδοσίες»,ο τίτλος του βιβλίου σας. Θέλετε να μας πείτε λίγα λόγια;
    Στο βιβλίο μου πραγματεύομαι μέσα από την πλοκή ενός πολυπρόσωπου και »ταξιδιάρικου» μύθου τους εσωτερικούς κλυδωνισμούς του ανθρώπου, που πέρα από το άγχος που προκαλεί το αβέβαιο της ζωής και το βέβαιο του θανάτου, προσπαθεί να υπερβεί μεταξύ άλλων και τα πικρά συναισθήματα που γεννούν οι προδοσίες.
    Η Αλεξάνδρα Μελά και η Μαρίνα Φωτίου, φίλες από τα προφοιτητικά χρόνια μέχρι την ηλικιακή ωριμότητά τους, αναζητούν μέσα από ψυχικές καταβυθίσεις , μέσα από την ανθρώπινη αγωνία τους να ανιχνεύσουν το κρυμμένο πρόσωπο της Αγάπης, του Ερωτα, της Φιλίας, της συμφιλίωσης, της γαλήνης, της αναπαυμένης συνείδησης, να ξεπεράσουν τις προδοσίες που έχουν υποστεί ή έχουν διαπράξει. Πρόσωπα που εμπλέκονται στην ροή του μύθου και διαδραματίζουν ένα σοβαρό ρόλο στις ζωές των δύο γυναικών τις επηρεάζουν προκαλώντας με τις πράξεις τους ψυχικές εντάσεις μέσα από τις οποίεςς δεν λείπουν και οι μικρές ή μεγάλες προδοσίες. Ετσι, συμβαίνουν ανατροπές που αλλάζουν εκ βάθρων τις ζωές τους, όχι όμως την φιλία τους.
    Με προεξάρχοντα ρόλο στην Φιλία σχολιάζω τις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων διαφόρων επιπέδων της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Αναφέρομαι στην φιλία που δεν προδίδει, στην φιλία που προσφέρει χωρίς να περιμένει ανταπόδοση , στην φιλία που γκρεμίζει αδιέξοδα, που δείχνει ορίζοντες, στην φιλία που σώζει. Στην φιλία που είναι η μόνη συγγένεια με επιλογή.
    Αφήνω εκκρεμές το ερώτημα καλώντας τον αναγνώστη να δώσει την δική του απάντηση, αν η κοινωνική καταξίωση , η κατάκτηση πλούτου, η καθιέρωση αναγνωρισιμότητας μπορεί να είναι αυτοσκοπός, όταν γι αυτά πρέπει κανείς να αγνοήσει αξίες, να συρρικνώσει ουσιαστικές επιθυμίες, να στερηθεί την ελεύθερη βούληση, να μετέλθει ακόμη και ποινικών πράξεων για την επίτευξή τους. Εδώ θα παραθέσω ένα απόσπασμα από την κριτική της ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ για το βιβλίο μου:
    »………… η συγγραφέας αγωνιά και θέτει τον προβληματισμό της για τις αξίες που χάνονται, για το ήθος και την ηθική που συχνά καταρρέουν, για την τύχη των κοινωνιών. Και αναζητά τις λύσεις των προβλημάτων στην παιδεία, στην πνευματική καλλιέργεια, στην προσωπική πάλη της νόησης του καθένα μας.»
    Καταλήγω ότι πέρα από τις όποιες ψυχικές διεργασίες, είναι κι χρόνος που παρά το σταθερά φθοροποιό έργο του πάνω στα σώματα των ηρώων μου, απαλύνει, θολώνει ό,τι κακό τους είχε συμβεί , το τυλίγει με την αχλή της απόστασης, ελευθερώνει από το επαχθές βάρος που αισθάνθηκαν την στιγμή που δέχθηκαν την προδοσία. Ο χρόνος παρηγορεί κι ελευθερώνει .
    Θα ήθελα μέσα από την κουβέντα μας αυτή να ευχαριστήσω τον διακεκριμένο βραβευμένο συγγραφέα ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΕΦΑΝΑΚΗ για την κριτική του στο βιβλίο μου, με την οποία καταλήγει: »Ο αναγνώστης -και αυτό ίσως έχει μεγαλύτερη σημασία- θα απολαύσει ένα αδρό κείμενο με γλωσσικές αρετές που μόνο έμπειροι συγγραφείς θα μπορούσαν να επιδείξουν.’

    2)Η ηρωίδα σας,όπως την είδα εγώ,είναι μια καλλιεργημένη-και ψυχικά- γυναίκα,ιδιότητα που την βοηθά να ανταπεξέλθει στις αντιξοότητες.Τι αντίκτυπο,όμως θα είχε η αποκάλυψη τόσο σοβαρών μυστικών σε άλλης προσωπικότητας γυναίκα;
    Η ηρωίδα μου, μία καλλιεργημένη γυναίκα, μέσα από έντονη, μακρόχρονη εσωτερική πάλη κατορθώνει να φθάσει σ΄ένα υψηλό σημείο ψυχικής ωριμότητας να συγχωρήσει και να κερδίσει ψυχική γαλήνη. Και είναι ακριβώς αυτό το ζήτημα που ήθελα να θίξω πέρα από κάθε θρησκευτική ιδεοληψία. Και για ν΄απαντήσω ευθέως θα έλεγα ότι εξαρτάται από τον ψυχισμό του κάθε ανθρώπου. Δεν θα έλεγα ότι η πνευματική καλλιέργεια συνεπάγεται και ψυχική. Οπωσδήποτε παίζει τον ρόλο της βέβαια και αλοίμονο αν δεν τον έπαιζε. Παρ΄όλα αυτά, έχω συναντήσει ανθρώπους με στοιχειώδη μόρφωση να διαθέτουν ένα τεράστιο μεγαλείο ψυχής. Αντίθετα, πολλούς ιδιαίτερα μορφωμένους, καλλιεργημένους με χαρακτηριστική μικροψυχία. Συνεπώς , δίνω μεγαλύτερο ποσοστό σε μία αντιμετώπιση που θα περιείχε μεγάλη δόση μνησικακίας, εκδικητικότητας αλλά και ψυχική κατάρρευση π.χ., αν αφορούσε μια ανώριμη, ακαλλιέργητη γυναίκα, χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρη γι αυτό.

    3)Πόσο βιογραφική και πόσο μυθοπλαστική είναι η ιστορία σας;
    Απολύτως μυθοπλαστική. Βέβαια έχω την αίσθηση ότι κάθε συγγραφέας μέσα από την ιστορία που αφηγείται καταθέτει, ενδεχομένως και άθελά του, την προσωπική του αλήθεια, απόρροια των εμπειριών, των αναγνωσμάτων , της κοσμοθεωρίας του.

    4)Πόσο η προδοσία είναι συνυφασμένη με την εξάρτησή μας από κάποιους ανθρώπους;
    Η εξάρτηση δυνητικά γεννά αμφοτερόπλευρες προδοσίες φαντάζομαι. Τόσο από τον »εξουσιαστή» όσο και από τον εξαρτώμενο. Σε μία σχέση »οικονομικού» ενδιαφέροντος π.χ. Ο εξαρτώμενος ενδέχεται να προδίδει τον εαυτό του προσποιούμενος ανύπαρκτα συναισθήματα και ο άλλος να τα δέχεται ξεγελώντας τον εαυτό του ότι πρόκειται γι αληθινά. Επίσης από μία συναισθηματική εξάρτηση ενδέχεται να βρεθεί κανείς προδομένος .

    5)Τι θεωρείτε μικρή και τι μεγάλη προδοσία;
    Υπάρχει μία διαβάθμιση ηθικού μεγέθους στις προδοσίες πάντα σε σχέση με την τρέχουσα ηθική και τούς κανόνες του Δικαίου. Από την μέγιστη της απάρνησης και εγκατάλειψης ενός παιδιού από τον γονιό του, από την μικρότερης ίσως σημασίας αντίστροφη, από την προδοσία της πατρίδας , (μέγιστη, κυρίως όταν αφορά πολιτικούς) , μιας ιδέας που είναι και προδοσία έναντι του εαυτού, από την ερωτική προδοσία. Θα ανέφερα ως μικρότερη τα μικρά καθημερινά ψέματα απέναντι στον εαυτό μας και τούς άλλους.

    6)Αγαπάμε τον εαυτό μας οι σύγχρονες γυναίκες;
    Σίγουρα περισσότερο από τις γυναίκες παλαιότερων χρόνων γενικώς και κυρίως πιο πολύ πρίν γίνουμε μητέρες. Χαίρομαι τις γυναίκες που διαθέτουν χρόνο για την εμφάνισή τους, το θεωρώ αγάπη και σεβασμό απέναντι στον εαυτό τους, κυρίως βέβαια αυτές που δεν ασχολούνται μόνο μ΄αυτό, αλλά ενδιαφέρονται για την διαρκή καλλιέργειά τους , δίνουν βαρύτητα στην αξιοπρέπειά τους, φροντίζουν με αγάπη τα παιδιά και την οικογένειά τους και συγχρόνως προσφέρουν κάποιο κοινωνικό έργο.

    7)Ως χρήστις του διαδικτύου,πόσο θεωρείτε ότι αυτό βοηθά στην προώθηση της φιλαναγνωσίας και πόσο εκεί προωθείται το «εύκολο» βιβλίο;
    Το διαδίκτυο καθώς προσφέρει εύκολη πρόσβαση στην ενημέρωση σχετικά με το βιβλίο δίνει ερέθισμα για ανάγνωση. Παρατηρώ ότι πολλοί επιδίδονται σε αληθινή ή πλαστή αναγνωστική σκυταλοδρομία, και αναρωτιέμαι όταν διαβάζω επιπόλαιους σχολιασμούς τι πραγματικά τους προσέφερε η ανάγνωση.Διατυπώνονται βέβαια συχνά και πολύ σοβαρές απόψεις. Η αλήθεια είναι ότι προωθείται το »εύκολο» προφανώς εξαιτίας της μεγαλύτερης προσβασιμότητας σε πλατύτερο κοινό. Οι εκδοτικοί οίκοι είναι επιχειρήσεις και θέλουν δικαιολογημένα να έχουν κέρδος , ιδίως με τις οικονομικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν στην χώρα μας. Το ποιοτικό ανάγνωσμα όπως και άλλα στοιχεία πολιτισμού θα έπρεπε κατά κάποιο τρόπο να προωθούνται από το ίδιο το κράτος , αν βέβαια το κράτος ενδιαφερόταν να έχει πολίτες υψηλότερου επιπέδου, πράγμα άβολο εν προκειμένω. Εχω την πεποίθηση ότι ο απλός αλλά σκεπτόμενος αναγνώστης κάποτε θα θελήσει να πάρει στα χέρια του ένα ποιοτικό βιβλίο που κάτι έχει να του πει πέρα από μια ερωτική ή αστυνομική περιπέτεια. Ετσι το »εύκολο» ανάγνωσμα, αν δεν είναι κακό, είναι ένα πρώτο βήμα για εκείνους που δεν θα περνούσαν ποτέ το κατώφλι ενός βιβλιοπωλείου.

    8)Ποια είναι τα δικά σας αγαπημένα βιβλία;
    Το » Εγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκυ, η » Αννα Καρένινα» του Τολστόι, η »Μαντάμ Μποβαρύ» του Φλωμπέρ, »Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Προύστ, » Η βουή και η μανία» του Φώκνερ, όσο από το έργο του Μπόρχες έχω διαβάσει, η »Ασκητική» του Καζαντζάκη, η »Αθανασία» και αρκετό από το δοκιμιακό και πεζογραφικό έργο του Κούντερα, σχεδόν ολόκληρο το έργο του Χαβιέρ Μαρίας , το » Μέρες Αλεξάνδρειας» του Στεφανάκη και πολλά, πολλά άλλα.

    9)Ποιοι συγγραφείς καθόρισαν ή έδωσαν ώθηση στη γραφή σας;
    Πιστεύω το σύνολο των αναγνωσμάτων μου, κυρίως όμως ορισμένοι Γάλλοι κλασσικοί και ο Χαβιέρ Μαρίας από τούς σύγχρονους.

    10)Πόσο,τελικά,η προδοσία είναι κομμάτι της ζωής μας; Είναι πάντα ο προδότης ο θύτης;
    Η προδοσία είναι συνυφασμένη με την ανθρώπινη φύση, σχεδόν κανείς δεν ξεφεύγει από την διάπραξή της, εννοείται με κάποια ηθικού μεγέθους διαβάθμιση, έτσι ίσως ορισμένες τουλάχιστον προδοσίες δεν θα έπρεπε να μας πληγώνουν τόσο .
    Αν είναι ο θύτης πάντα προδότης … συνήθως ναί, αλλά υπάρχουν και προδοσίες που »υποβάλλονται» από το θύμα, έτσι ίσως θα έπρεπε να εξετάζουμε με προσοχή τις παραμέτρους που οδήγησαν στην προδοσία και να είμαστε λιγότερο αυστηροί με κάποιους θύτες.

  • Literature.gr
    27 Οκτωβρίου 2015
    #11

    Literature | Oct 26, 2015
    H τάση των ανθρώπων να προδίδουν, να εξαπατούν και να υφίστανται προδοσίες σε κάθε πεδίο της ζωής, στην γονεϊκή αγάπη, στον έρωτα, στην φιλία, στις ιδέες, στην πολιτική.Ένας ύμνος στην αληθινή φιλία, που είναι η μόνη »συγγένεια» με επιλογή! Η Αλεξάνδρα Μελά, σύγχρονη όμορφη και καλλιεργημένη γυναίκα της αστικής τάξης της Θεσσαλονίκης, συναντά τον μεγάλο έρωτα στο πρόσωπο του Νάιτζελ Τζάκσον, διάσημου καθηγητή της χειρουργικής. Τον ακολουθεί στην Αμερική, όπου πραγματοποιείται και το όνειρό της να γίνει γνωστή συγγραφέας. Όμως αισθάνεται προδομένη, όταν ο ίδιος της εξομολογείται τον έρωτά του για ένα φοιτητή του. Εγκαταλείπει τον άνδρα που αγάπησε και το υπέροχο σπίτι τους στο Σαν Φρανσίσκο και μετακομίζει στο Λος ΄Αντζελες. Με την στήριξη και την αγάπη φίλων, ξαναβρίσκει τον εαυτό της και συνεχίζει με μεγαλύτερη επιτυχία την συγγραφική της καριέρα. Πολεμώντας δαίμονες και αμφιβολίες, μέσα από συνεχή εκ βαθέων αναμόχλευση και ανασκόπηση των συναισθημάτων της, κατορθώνει να ισορροπήσει. Επιτρέπει στον εαυτό της μία δεύτερη »δοκιμή» στον έρωτα… Σε φάση ψυχικής διερεύνησης των συναισθημάτων της, την επισκέπτεται η αγαπημένη φίλη της, η ψυχίατρος Μαρίνα Φωτίου, προβληματισμένη από τη δική της ταραγμένη προσωπική ιστορία. Μαζί προσπαθούν να βρουν απαντήσεις μέσα από αναλύσεις των γεγονότων, των »πιστεύω» τους, των ιδεών τους σε βασικά ζητήματα της ζωής, ενώ, παράλληλα, ένα οδοιπορικό στα πιο όμορφα μέρη της Καλιφόρνιας, φέρνει κοντά την ενδεχόμενη λύση των προβλημάτων τους. Λοιποί ήρωες που εμπλέκονται στις ζωές των δύο γυναικών δημιουργούν έναν ενδιαφέροντα, περιπετειώδη μύθο. – See more at: http://www.literature.gr/to-literature-gr-protini-mikres-ke-megales-prodosies-tis-tzenis-manaki/#sthash.kOXbBw8X.dpuf

    Read more at: http://www.literature.gr/
    http://www.literature.gr/to-literature-gr-protini-mikres-ke-megales-prodosies-tis-tzenis-manaki/

  • ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΦΙΛΚΑΣ-ΦΙΛΙΚΟΣ
    8 Δεκεμβρίου 2015
    #12

    Από την προδοσία άρξασθε… «Μικρές και μεγάλες προδοσίες»

    Όταν «κάποιος» γράφει για την… προδοσία!

    Τα να είσαι αντικειμενικός «κριτής» έναντι ενός «έργου» δημιουργημένο από ένα πρόσωπο για το οποίο τρέφεις συμπάθεια, εκτίμηση ή ακόμη και φιλία (βαριά η λέξη), θα συμφωνήσετε – φαντάζομαι – ότι δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα στο κόσμο – υπό την αίρεση βεβαίως – πως όταν – κριτικά – γράφεις «γι` αυτό», δεν απεκδύεσαι των συναισθημάτων σου, αλλά ούτε παραιτείσαι… εκ της κριτικής σου «ματιάς».

    Παρά ταύτα κι` αφού η επικρατούσα άποψη είναι πως η κριτική – σε τελική ανάλυση – είναι «γνώμη» που παραμένει μια «υπόθεση» υποκειμενική (εδώ αυτό μας εξυπηρετεί, ασχέτως αν το υιοθετούμε…) και η επιθυμία να γράψεις «δυο τρεις σκέψεις» για ένα εγχείρημα γνωστού σου προσώπου – που και μόνον η προσπάθειά του σ` έχει γεμίσει χαρά – και επειδή δεν… είμεθα και δικαστές οι οποίοι οφείλουν να αιτηθούν εξαίρεση εκ της έδρας τους όταν, από το έδρανο της Θέμιδος, βλέπουν στο «ειδώλιο» γνωστό τους πρόσωπο, τολμώ – αφού πρώτα «εξηγήθηκα» – να μιλήσω για το βιβλίο της Τζένης Μανάκη, το οποίο φέρει τον – σημειολογικά – …« Βαρύ » τίτλο, « Μικρές και μεγάλες προδοσίες» , εκδόσεις «Περίπλους»…

    Δε δύναμαι να γνωρίζω το πόσο έγινε κατανοητή η «στόχευση» αυτής μου της εισαγωγής, αλλά μόλις σας… «εισήγαγα» (παραπλεύρως είναι αλήθεια και με ιδιαίτερη προσοχή…) σε ένα πεδίο προς προβληματισμό και που δεν είναι άλλο, από το πώς… «γράφονται» οι κριτικές στη μικρή μας χώρα και το ποιες μπορεί – εν δυνάμει – να είναι οι σχέσεις των κριτικών με τους δημιουργούς, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για την κριτική εν γένει, φυσικά και για πολλά άλλα….

    Θέλω να πω ότι, με δεδομένο – σκεφθείτε – το πώς όλοι στον τόπο μας λίγο-πολύ γνωρίζονται αναμεταξύ τους, άρα διαβάζοντας κάποιος μια κριτική, μοιραίο είναι το μυαλό του να πηγαίνει παντού…
    Φυσικά, αυτή η «ιδιαίτερη συνθήκη» δεν θα μπορούσε να καταργήσει τον κριτικό λόγο, πολύ δε περισσότερο να υποθέσει κανείς a priori πως – εξαιτίας της «συνθήκης» – ο όποιος «λόγος» είναι ένας χαριστικός ή και γιατί όχι (;) ακόμη κι` ένας εκδικητικός λόγος καλά κρυμμένος πίσω από έναν μανδύα μιας… «κριτικής προσέγγισης».

    Θυμάμαι πάντοτε μιαν απάντηση που έδωσε ο Κ. Γεωργουσόπουλος όταν ερωτήθη το εάν έχει φίλους ηθοποιούς και γενικώς «ανθρώπους του θεάτρου». Απήντησε, λοιπόν, ο «πολύς» Γεωργουσόπουλος, πως φυσικά και οι περισσότεροι για τους οποίους γράφει είναι γνωστοί και φίλοι του. Αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε ή να μην γράφει καθόλου για κάποια από τα έργα τους, συχνότερα να τους εκθειάζει, η ακόμη και να γράφει αρνητικά γι αυτούς, τονίζοντας μάλιστα, πως ποτέ κανείς – απ` αυτούς τους… «γνωστούς του» – δεν του «ζήτησε τον λόγο» για το γιατί και το πως κι από πού κι` ως που, έγραψε «αυτό ή εκείνο»…

    Εξυπακούεται, πως όλα τα της «κριτικής» παραπάνω – τα οποία στην πλήρη τους ανάπτυξη θα καταλάμβαναν τις σελίδες ενός ογκωδεστάτου βιβλίου – λίγη και μικρή σημασία έχουν στη χώρα της «φαιδράς πορτοκαλέας», υπό την έννοια του ό,τι, η κριτική και ο λόγος της, ελάχιστους επηρεάζουν αφού τα όσα γράφει κάποιος που «αυτοδιορίστηκε» κριτικός (έτσι τον βλέπουν οι περισσότεροι φιλότεχνοι, φιλόμουσοι, θεατρόφιλοι και αναγνώστες και όχι ως κάποιον που γνωρίζει – εξ ορισμού – λόγω σπουδών κι επαγγέλματος, παραπάνω και σε βάθος «τα πράγματα», ίσως γιατί κάτι τέτοιο σπανίζει, ειδικά στην εποχή του διαδικτύου) πολύ λίγο τους αφορούν και πολύ περισσότερο αδιάφορους τους αφήνουν.

    Βέβαια, επιθυμώ να είναι – κι` ελπίζω να έγινε – πλήρως κατανοητό ( έστω και πλαγίως ) το πως η επιλογή μου να γράψω για τις προδοσίες της Τζένης Μανάκη δεν ορμάται από το ό,τι γνωρίζω προσωπικά τη συγγραφέα του βιβλίου, αλλά αποκλειστικά και μόνον από την εντύπωση που μου έκανε το ίδιο το βιβλίο (έτσι οφείλει να συμβαίνει στα «κριτικά κείμενα», να το τονίζουμε αυτό γιατί ακόμη και το αυτονόητο… εις σπάνιν ευρίσκεται) και πρωτίστως, το ό,τι η Μανάκη είχε το θάρρος να καταπιαστεί με ένα τόσο πολυσύνθετο και διαδραστικό «πεδίο», όπως είναι το πεδίο της προδοσίας, ορίζοντάς το μάλιστα εξ υπαρχής στον τίτλο του βιβλίου της ως το εμφανές και χαρακτηριστικό πλαίσιο για να στήσει μια ιστορία, που τόσα πολλά μπορεί να εγείρει στον αναγνώστη ως «ζήτημα» προσωπικής λογοτεχνικής προσέγγισης και κυρίως, ως μια κορυφαία αίσθηση «πληρότητας» της «ζωής των άλλων».

    Προδοσία… Που κατοικεί άραγε;
    Στ` αλήθεια τώρα, πόση μεγάλη διαφορά έχει μια… μικρή από μια μεγάλη προδοσία;

    Μη βιαστείτε ν` απαντήσετε, γιατί, στο συγκεκριμένο ερώτημα, στέρεα εγκατεστημένο κατοικεί η λάθος απάντηση εξ αιτίας του ό,τι, η προδοσία, ή μάλλον, οι προδοσίες, ως πράξη, αλλά ιδίως ως βίωμα, καταργεί – τις περισσότερες φορές – τα μεγέθη και την ποιότητα, δηλαδή καταργεί τους διαλεκτικούς νόμους εξ αιτίας του ό,τι, πάντοτε, από κάτω της, ελλοχεύει νομοτελειακά το τραύμα που θολώνει την κρίση μας, με φυσική συνέπεια να καταργούνται – επί της ουσίας – και η καθαρή αντίληψη και η αξιολόγηση του συμβάντος.

    Φυσικά, στο μέγα και βασανιστικό, για όλες τις ανθρώπινες υπάρξεις – ανεξαρτήτως φύλου – και τις μεταξύ τους σχέσεις, κάθε θέμα που ανάγεται σε μια προδοσία, γνωστό είναι πως έχει δύο όψεις. Εννοώ πως οι άνθρωποι και προδίδονται αλλά – ας μην το παραγνωρίζουμε αυτό – και προδίδουν. Βέβαια, ελάχιστοι είναι εκείνοι που όταν προδίδονται θυμούνται ότι κι αυτοί – σε κάποια άλλη στιγμή – πρόδωσαν. Αγνοώ όμως το εάν οι δύο αυτές εκδοχές της προδοσίας, είναι οι δύο όψεις ενός κοινού νομίσματος, ή αν προτιμάτε, ακόμη κι` αν το γνωρίζω, δεν επιθυμώ να το καταθέσω ως δική μου άποψη, δηλαδή ως υποκειμενική, δηλαδή με το «φορτίο» που εγώ έχω προσδώσει στην προδοσία, επηρεασμένος φυσικά από τα δικά μου βιώματα.

    Η προδοσία – ίσως – είναι το πλέον εγωιστικό βίωμα, όπως και αν το δει κανείς, είτε ως ενεργών ή ως «παθητικά» συμμετέχων και υφιστάμενος τις επιπτώσεις της. Ναι, καλά καταλάβατε εννοώ πως η προδοσία είναι το απόλυτο ταγκό. Σ` αυτήν – με διαφορετικούς όρους, ρόλους και βήματα – «χορεύουν» και οι δύο όψεις της έκφρασής της.

    Μια περίπλοκη εμπλοκή…
    Όποιος δεν ενεπλάκη σε προδοσία να… σηκώσει το χέρι του.

    Ακόμη και με την πλέον «ελαφρά» διάθεση και εάν προσεγγίσει κανείς την προδοσία, θα νοιώσει το βάρος της όχι μόνον γιατί η προδοσία πάντοτε πονάει πολύ, όταν αυτή «συμβαίνει» εις βάρος του (ποτέ εις βάρος του άλλου, εκεί υπάρχουν άπειρες αιτιολογήσεις), αλλά και γιατί το αντίθετό της που είναι η Πίστη, η Αφοσίωση και μερικά άλλα, θα διαπιστώσει πως όλα «λειτουργούν» σε μια διαλεκτική αντιθετική ενότητα που καθοριστικά σκιαγραφούν πράξεις και ψυχισμό σχεδόν σε κάθε επιλογή – υποτίθεται ελεύθερη – της ζωής μας.

    Σκέφτομαι πως οτιδήποτε και εάν κάνει ένας άνθρωπος, όπου κι αν βρίσκεται, ακόμη και στην παραμικρή λεπτομέρεια και της πλέον άχαρης και ανούσιας – άνευ ιδιαίτερης σημασίας – καθημερινότητάς του, πάντοτε θα ελλοχεύει, ως ένας απόλυτος κίνδυνος ανατροπής, αυτό το σύμπλεγμα της διαλεκτικής αντιθετικότητας, ακόμη-ακόμη και σε ό,τι έχει να κάνει και μόνον με τον εαυτόν του. Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει τη φράση, αυτός «πρόδωσε τον εαυτόν του» ή το «προδόθηκε από τον εαυτόν του» ή τα αντίθετά τους, ότι «παρέμεινε πιστός στον εαυτόν του» και πλείστα άλλα όμοια…

    Αενάως παρούσα…
    Προδοσία, ένας «απαραίτητος» διαρκής «Αστικός μύθος»;

    Νομίζω πως, με όλα τα παραπάνω, και υπό την αίρεση ότι τα υιοθετείτε, θα συμφωνήσετε – φαντάζομαι – ότι – εδώ – μιλάμε για πολύ σύνθετες και δύσκολες «περιπτώσεις», για πολύ σοβαρά, «ερήμην μας συμβάντα», που καθορίζουν, αλλάζουν, καταστρέφουν ή και– γιατί όχι – αναζωογονούν ζωές, δηλαδή η αναφορά γίνεται στις καθόλου αμελητέες «καταστάσεις» που χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής και σοβαρής ματιάς και φυσικά αξίζουν της «ανάδειξής» τους και από την λογοτεχνία.

    Μη διαλανθάνοντας της προσοχής μας πως – εδώ – αναφερόμαστε με ένα είδος «συναισθηματικής πύκνωσης» στο πεδίο εκείνο όπου θριαμβεύει η ετερότητα, το άλλο, το διαφορετικό από τη δική μας – δήθεν αυτεξούσια –επιθυμία και ίσως αυτό που υποκειμενικά μιλώντας για τους εαυτούς μας το ονομάζουμε – όταν αυτό μας προδώσει – «η μεγάλη διάψευση»..

    Αυτό το τόσο σύνθετο νοητικά, για να μην πω φιλοσοφικά, θέμα που – εν μέρει – αφορά στην προδοσία αλλά – καθ` ολοκληρίαν – αναφέρεται στις προεκτάσεις της και στον τρόπο που κάθε υποκείμενο τις διαχειρίστηκε κι` έχει απασχολήσει πολύ σημαντικούς διανοητές «της γραφής», με παρρησία και όχι άγνοια γνώσης ενός αόρατου λογοτεχνικού κινδύνου που «καταστρέφει και τις καλύτερες προσθέσεις» ενός συγγραφέα, η Μανάκη το «κάνει», στο μυθιστόρημά της, να είναι – με μια αποκλειστικά δική του δυναμική – το επιλεγμένο – συνειδητά από το ίδιο το αφήγημα – θέμα που λειτουργεί ως το εναρκτικό υποδόριο αφηγηματικό χαλί του πρώτου – αλλά σε καμία περίπτωση πρωτολείου – μυθιστορήματος της Τζένης Μανάκη.

    Η ιστορία της συγγραφέως – σε ένα πρώτο «εξιστορικό» επίπεδο ανάγνωσης – είναι το «απόλυτο» μιας «αστικής περιπέτειας». Τα πρόσωπα του μυθιστορήματός της κινούνται στα απολύτως συμβατά όρια μιας κατανοητής κανονικότητας της «θεμιτής επιθυμίας» για την κατάκτηση της ευτυχίας που – σχετικά – εύκολα πραγματώνεται. Ένας ιδανικός έρωτας, η μετεγκατάσταση σε μια άλλη χώρα με μεγαλύτερη «λάμψη» και περισσότερες ευκαιρίες,, ένα περιβάλλον «καθαρό» στις προθέσεις του, η εστίαση στις εσωτερικές πορείες, η ανατροπή από την προδοσία και η λυτρωτική αφύπνιση προς την αυτογνωσία, μαζί με την ανάδειξη μιας σωτήριας φιλίας. Ότι χάνεται δηλαδή, κερδίζεται σε ένα διαφορετικό πλαίσιο αυτό-ανασύνθεσης και προσωπικής αυτό-αναδημιουργίας…

    Την όλη «ιστορία της», η οποία πάντοτε στο βιβλίο στηρίζεται στην προδοσία, η Τζένη Μανάκη, την χειρίζεται συγγραφικά με ενδελεχείς περιγραφές ορθοέπειας – αλλά και γλωσσικής καλλιέπειας – που αφορούν, τόσο στο φανερό ελκυστικό «έξω», όσο και στο δαιδαλώδες «έσω», με .ένα λογοτεχνικό τρόπο συγγραφικής υπαρξιακής ένωσης των δύο σε ένα – κατ` εξοχήν – ρέον «εξομολογητικό» ενιαίο μυθοπλαστικό συμβάν αναγόμενο σε μια – ουσιαστική πνευματική πρωτίστως – κατάσταση σύνδεσης του «γλωσσικού τυχαίου» και της συνειδητής επιλογής μιας εκφραστικής φόρμας «του γλωσσικού νοητού», η οποία, λειτουργούσα λες κι` από μόνη της, εστιάζει στη λεπτομέρεια όλων όσων η συγγραφέας θεωρεί σημαντικά, χωρίς – όμως -να «κραυγάζει» γι` αυτά.

    Το πέρασμα στο «άλλο».
    Ένα βιβλίο που πολλά οφείλει στο πάθος και την αγάπη της συγγραφέως για την ουσία της λογοτεχνίας.

    Στο μυθιστόρημά της η Μανάκη, με την κυρίαρχή της αναφορικότητα στην προδοσία, συνθέτει με σαφήνεια και μια – εντέχνως έξοχα «κατατεθειμένη» – σιγουριά της προσωπικής της γλώσσας, ένα μοναχικό αλλά εντυπωσιακά σχεδιασμένο, στην παραμικρή του λεπτομέρεια, ανθρωπολογικό τοπίο, όπου ενδημούν – σε μορφή σταδιακής ανάπτυξης – όλα τα χαρακτηριστικά των πρωταγωνιστών της ιστορίας της, δίνοντας στον αναγνώστη την απαραίτητη σαφή εικόνα του τι συμβαίνει στους ήρωές της, με αποτέλεσμα, η ιδία αναγνωστική εγκαταβύθισή του στο βιβλίο να γίνεται αβίαστα, χαρίζοντάς του μια στοχαστική απόλαυση ιδιαίτερου συγγραφικού ύφους και «κλίματος περιπέτειας».

    Η αφηγηματική δομή που συναντά ο αναγνώστης, στηριγμένη σε μια «αρχαιογνωσία» της σχέσης συναισθήματος με την «πράξη – επιλογή» των ηρώων της, στήνεται με τρόπο που μπορεί να επεκτείνει το μυθοπλαστικό της υλικό με μια δυναμική ενός αυθύπαρκτου δραματικού νοήματος με αποτέλεσμα, η – σε πρώτο επίπεδο – έκφρασή της να δημιουργεί διαρκώς ένα ενδιαφέρον πεδίο συνάντησης βαθύτερων ψυχικών «γενικών κι ειδικών» νοημάτων με ιδιότυπη γλωσσική – λεκτική – εκφραστική περιγραφή που αφήνει πίσω της την όποια «μανιεριστική» ολίσθηση ή και πρόθεση.

    Στην ιστορία που επέλεξε η Μανάκη ν` αφηγηθεί στους αναγνώστες της – εν δυνάμει αλλά (μάλλον) και εκ του αποτελέσματος – θα μπορούσε να πει κανείς ό,τι, η προδοσία είναι μόνον μια αφορμή για να μιλήσει για όλα τα κοινά των ανθρωπίνων «παθών» που – καλά κρυμμένα – οδηγούν σε συμπεριφορές σύνθετες, απρόσμενες, κατανοητές ή αναμενόμενες, χωρίς όμως από το τελευταίο να αποσύρεται – ούτε για μια στιγμή – το σημείο της έκπληξης που αφορά στη διαδικασία των «εσωτερικών γεγονότων», κάτι που κάνει το βιβλίο της ιδιαίτερα ελκυστικό στην βαθύτερη ανάγνωση – ερμηνεία του.

    Κι αυτό κυρίως συμβαίνει γιατί η Μανάκη, στην επαρκώς αποτυπωμένη συνολική διαύγεια όλων των «μηχανισμών» ανάπτυξης της ιστορίας της που – τελικώς – από τον τρόπο της δόμησής της – ή ίδια η ιστορία – κατορθώνει να απεμπλακεί από το βασικό «μότο», προδοσία – διάψευση – κατάρρευση, μπόρεσε να προσφέρει στο βιβλίο της την απόλυτη επαν- επινόηση μιας ιστορίας μέσα στην ιστορικότητα των αιτιών της δημιουργίας της, κάνοντάς την να διακρίνονται, εμφανώς, στο νοητικό επίπεδο, συγγραφικές αρετές, όπως η οξυδέρκεια του γενικού και η βαθιά παρατήρηση – αποκωδικοποίηση του ελάχιστου.

    Η γραφή…
    Η Τζένη Μανάκη φαίνεται λες και γνωρίζει βιωματικά τις αιτίες της ενασχόλησή της με την προδοσία, τις αγωνίες και τα πάθη των ηρώων της που αυτή προκάλεσε, αφού το συγγραφικό της εγχείρημα κατατίθεται μ` ένα απολύτως διακριτικό ύφος, με αποτέλεσμα, τα βαθύτερα επίπεδά του να μην ανιχνεύονται με τον «κοινό τρόπο», παρά «αποκαλύπτονται» μοναχά μέσα από τον δρόμο της ολοκληρωτικής συγκίνησης, κάτι που σίγουρα, δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος.

    Σ` αυτόν τον συγγραφικό ορίζοντα όπου αχνά διακρίνονται «οι φωτισμοί από την αντανάκλαση» πλήθους ερωτημάτων για το αυτεξούσιο της ζωής των ηρώων της, η Τζένη Μανάκη – νιώθοντας επιτακτική την ανάγκη – επανατοποθετείται απέναντι στην προδοσία αλλά και στα όσα άλλα συμβαίνουν στον κόσμο τους (μεταξύ μας… κυριαρχούν οι ηρωίδες… ορίστε, σας το αποκάλυψα… λίγο πιο κάτω θα σας πω περισσότερα) οδηγώντας τους (τες) τελικώς σε καταστάσεις που τους είναι αδύνατον να μη σκεφτούν το «μετά» και το αύριο της ζωής τους.

    Η Τζένη Μανάκη έγραψε μια ιστορία που εξ υπαρχής «ανιχνεύεται» από τον κάθε αναγνώστη σαν η ιστορία που – με αφορμή μια προδοσία – κάπου ο ίδιος την έχει φανταστεί ή την έχει ακούσει, με συνέπεια, καθ` όλη τη διάρκεια της ανάγνωσής της να νοιώθει τόσο οικεία που χωρίς να καταλαβαίνει επ` ακριβώς το γιατί, η πλοκή της – κάνοντάς τον «συμμετέχοντα» στα δρώμενα της ιστορίας – τον κερδίζει.

    Με έναν ήπιο εισαγωγικό ρυθμό ανάπτυξης της ιστορίας του βιβλίου – όπου η συγγραφέας «χειρίζεται» ιδιαίτερα την «οικονομία της αφήγησης» – ο αναγνώστης θα «γνωρίσει» μια γυναίκα – την Αλεξάνδρα Μελά – στην οποία εμφανώς διακρίνονται όλα τα θετικά πρόσημα μιας ελκυστικής προσωπικότητας. Νέα, όμορφη, καλλιεργημένη, αποφασίζει να μεταναστεύσει στην Αμερική ακολουθώντας έναν μεγάλο έρωτα που συνάντησε στο πρόσωπο ενός φημισμένου καθηγητού ιατρικής, του Νάιλελ Τζάκσον, ελπίζοντας πως εκεί θα πραγματοποιηθεί – και – το όνειρό της να γίνει μια σημαντική συγγραφέας. Η προδοσία όμως του γιατρού, όταν αυτή «εμφανίζεται» με το πρόσωπο ενός ομοφυλοφιλικού έρωτα, οδηγεί την Αλεξάνδρα στο να ανατρέψει ολόκληρη τη ζωή της, οδηγώντας την σε μια «άλλη» ζωή από αυτή που η ίδια σχεδίασε(;), -περισσότερο- υπέθεσε ( μεταξύ μας ονειρεύτηκε ) πως θα είχε.

    Αυτή η «άλλη» ζωή είναι το «τοπίο», το οποίο εμπλουτισμένο από την ευεργετική είσοδο στη ζωή της Αλεξάνδρας και ενός άλλου προσώπου, της Ναταλίας Μελά, καθορίζεται σαν η αναγκαία λυτρωτική περιδιάβαση στο «άγνωστο», δίνοντας στη συγγραφέα το έναυσμα να παρουσιάσει και τον αντίποδα της προδοσίας, «επιλεγμένο» στο ίδιον μιας μεγάλης ειλικρινούς και βαθιάς αφοσιωτικής Φιλίας.

    Τα όσα συμβαίνουν στις ζωές των δύο γυναικών, αλλά και των υπολοίπων προσώπων που τις πλαισιώνουν, ο αναγνώστης τα αναγνωρίζει ως μια χαρτογράφηση όλων όσων η ζωή, περιγραφόμενη σε τονικές ψυχογραφικές διαβαθμίσεις ενός εσώτερου βάθους, μπορεί να μας αποκαλύψει ως το απόλυτο μιας πνευματικής περιπέτειας που αναζητά την πλήρωσή της με τη μορφή «αιτούμενου βιώματος» αυτής καθ αυτής μιας υπαρξιακής αναζήτησης «της εμπειρίας», που – όμως – κανείς, εκ των προτέρων δεν γνωρίζει που, πραγματικά, θέλει να τον οδηγήσει …

    Το βιβλίο «μικρές και Μεγάλες Προδοσίες» – κατά μίαν έννοιαν – θα μπορούσε να είναι μια «εκ βαθέων» εξομολόγηση, που εμπερικλείει την αέναη ικετευτική στάση – κάτω από τις όποιες αντίξοες συνθήκες και με παρούσα την προδοσία – να υπάρξει ζωή κι` ελπίδα, σμίγοντας τις παρελθοντολογικές παραδοχές – «αλήθειες του τότε» και του παρόντος – του κοντινού και του μακρόθεν, τη διάρρηξη του μελλοντικού με «κλειδί» τη γνώση ενός τραυματικού παρελθόντος.

    Μια γνώση που – ενδεχομένως – να «κατοικεί» ΚΑΙ στην (ένθεν κακείθεν) προδοσία…

    Και μετά την προδοσία, τι…

    Σαν Υ.Γ: Διαβάζοντας ή κι` ακούγοντας μια ιστορία, είναι καλό να θυμόμαστε το «διαφορετικό» της προσέγγισής της. Εξάλλου είμαστε όλοι εξαιρέσεις ενός κανόνος που… δεν υπάρχει και που όμως, αυτό δεν εμπόδισε ποτέ τη σκέψη – στο σύνολό της – να βρει τις «αλήθειες» της και τον κοινό τόπο της ερμηνείας… Ναι… καλά καταλάβατε. Για κάποιον λόγο σας «έκλεισα το μάτι». Σε σας εναπόκειται να «ερμηνεύσετε» το γιατί…

    Σπυρίδων Φίλκας Φιλικός – Δεκ 8, 2015
    https://artic.gr/apo-tin-prodosia-arksasthe-mikres-kai-megales-prodosies/

  • Ελένη Κίτσου
    4 Ιανουαρίου 2017
    #13

    Περί προδοσίας και άλλων «κακών»…
    Με αφορμή την επίσκεψη της πολύ καλής της φίλης, Μαρίνας, μιας φίλης που έχει πολλά χρόνια να συναντήσει, στο Λος Άντζελες, την πατρίδα της Αλεξάνδρας Μελά τα τελευταία χρόνια, η τελευταία ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής της με τον πρώην άντρα της, Νάιτζελ Τζάκσον, και των αναμνήσεών της. Που άλλοτε πονούν και άλλοτε όχι πια.

    Διαρκή πίσω μπρος, και ακόμα πιο πίσω, στήνουν χορό και η ιστορία ξεδιπλώνεται τμηματικά μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Η φυγή στην Αμερική για χάρη του μεγάλου της έρωτα, οι ευτυχισμένες μέρες τους σαν ζευγάρι, η καθιέρωση της Αλεξάνδρας ως συγγραφέας, ο ξαφνικός χωρισμός τους, η επίπονη συνέχεια της ζωής της.

    Με ενσωματωμένες σκέψεις της συγγραφέα, με παραθέματα του Μπόρχες ως motto στην αρχή κάποιων κεφαλαίων, αλλά και αποσπάσματα από άλλους εξίσου σημαντικούς ομότεχνους μέσα στο κυρίως σώμα του κειμένου, με λόγο απλό, αλλά και πιο σύνθετο, η Τζένη Μανάκη βάζει την ηρωίδα της να κινείται μεταξύ Θεσσαλονίκης, Σαν Φρανσίσκο και Λος Άντζελες, να συναναστρέφεται διακεκριμένους επιστήμονες και αξιόλογους ανθρώπους, αλλά και να μάχεται τη μοναξιά της και να κάνει απολογισμό της ζωής της. Κάτι καθόλου ανώδυνο, μιας και αυτή απαρτίζεται από μία σειρά μικρών και μεγάλων προδοσιών. Οι σχέσεις της, γονεϊκές, οικογενειακές, φιλικές, δοκιμάζονται, οι ανατροπές διαδέχονται η μία την άλλη, οι ισορροπίες ανατρέπονται και οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές. Μόνη παρηγοριά της οι φίλοι της, που πάντα βρίσκονται βράχοι δίπλα της.

    Έχοντας στο πλευρό της τη Μαρίνα, οι δυο τους έχουν την ευκαιρία να συζητήσουν εκ βαθέων, να αναλύσουν τα γεγονότα της ζωής τους και τα «πιστεύω» τους και να προσπαθήσουν να βρουν απαντήσεις σε βασικά ζητήματα της ζωής. Ταυτόχρονα η Αλεξάνδρα, μέσω εσωτερικών μονολόγων, στήνει τον εαυτό της στον τοίχο, παλεύει με τους προσωπικούς της δαίμονες και με αμφιβολίες, εξωτερικεύει τις πιο μύχιες σκέψεις της. Περί λογοτεχνίας και διαφορετικού τρόπου σκέψης και νοοτροπίας, σχετικά με τις επιλογές που καλείται ο κάθε άνθρωπος να κάνει, για τη μοναξιά που ωθεί στη δημιουργία ερωτικών σχέσεων που σε διαφορετική περίπτωση δε θα σύναπτε ποτέ κάποιος, για τις προδοσίες που λαβαίνει, αλλά και «κερνάει» ο ίδιος τους άλλους. Όλες πονούν, όλες σχεδόν ξεπερνιούνται. Μόνο που κάποιες αφήνουν ανεξίτηλα τα ίχνη τους στις ψυχές.

    Γύρω από τη βασική πρωταγωνίστρια του βιβλίου «Μικρές και μεγάλες προδοσίες» περιστρέφονται και άλλοι άνθρωποι. Άνθρωποι που σχετίστηκαν μαζί της, τη σημάδεψαν, καθόρισαν την πορεία της ζωής της, της στάθηκαν στις δύσκολες στιγμές. Αυτοί συστήνονται, άμα τη εμφανίσει τους, ένας ένας σε αυτόνομα ξεχωριστά κεφάλαια, παρουσιάζεται το παρελθόν τους, ποιοι είναι, πώς έφτασαν μέχρις εδώ. Αλέξανδρος Μελάς, Νάιτζελ Τζάκσον, Μαρίνα Φωτίου, Φίλιππος Πολίτης, Τερέσα Ρομέρο κ.ά.

    Όλοι αυτοί, μαζί με την Αλεξάνδρα, παίρνουν σάρκα και οστά μέσα στις σελίδες του βιβλίου, αποκτούν δική τους πνοή, συμπεριφέρονται και δρουν ανθρώπινα, σκέφτονται, από ένα σημείο κι έπειτα είναι εκείνοι που μόνοι τους, ανεξάρτητα, οδηγούν τον ρου της ζωής τους.

    Ένα βιβλίο με έντονα στοιχεία κοσμοπολιτισμού που πραγματεύεται τις μικρές και μεγάλες προδοσίες στη ζωή κάθε ανθρώπου. Ένα βιβλίο που υμνεί την αληθινή φιλία, γιατί, στο τέλος, αυτοί που παραμένουν πραγματικά δίπλα μας είναι οι αληθινοί φίλοι.

    http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=PPG1385_2235

Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης