GameNow WP Theme

DarkLight
ΣΟΝΙΑ ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗ, Τρεις Χιακές Ιστορίες

ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ 30% ΕΚΠΤΩΣΗ ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ:

www.politeia.gr

Η συγγραφέας ασχολήθηκε για πάρα πολλά χρόνια συστηματικά με το γράψιμο, από πολύ νωρίς (με εξαίρεση τα εμφανιζόμενα στο βιβλίο αυτό τρία διηγήματα) αποκλειστικά στην αγγλική γλώσσα.

Δεν δημοσίευσε τίποτε όσο ζούσε, γιατί δεν την ικανοποιούσαν τα (εντούτοις αξιόλογα) έργα της, που συνεχώς τα αναθεωρούσε και τα διόρθωνε.

Έτσι έχει αφήσει εκτεταμένο αδημοσίευτο έργο.

Το γράψιμο της συγγραφέως είναι ποιητικά πολύχρωμο. Οι λυρικές απογειώσεις του κειμένου της δεν είναι καθόλου σπάνιες. Ο αναγνώστης τέρπεται συχνά από την οξύτατη αίσθηση του χιούμορ που φανερώνεται εδώ κι’ εκεί και τον ξαφνιάζει.

Έτσι, για παράδειγμα, αναφερόμενη στα «συλλογικά πόδια του συμπιεσμένου πλήθους», τα μαζεμένα γύρω από το άγαλμα του Κανάρη «με την παράξενη ακινησία τους», αιφνιδιάζει με την σπινθηρίζουσα «διαπίστωση»: Συμπαγείς, ανυπόμονες ήταν οι σόλες, σιωπηλές, εναγώνιες!

 

Για τη συγγραφέα:

Η ΣΟΝΙΑ ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗ  το γένος Μαρκούτση γεννήθηκε στη Χίο, όπου τελείωσε το τότε Γυμνάσιο. Ο πατέρας της ήταν Χιώτης Ιταλικής καταγωγής υπήρξε για πολλά χρόνια διευθυντής της ευφήμως γνωστής Εμπορικής Σχολής στη Χίο και Πρόεδρος του «Φιλοτεχνικού Ομίλου» του νησιού. Όταν συνταξιοδοτήθηκε ήρθε με την οικογένειά του στην Αθήνα, αρχές της δεκαετίας του ΄50.

Η Σόνια πήρε το ‘Diploma of English Studies’, που έδινε τότε το Πανεπιστήμιο του Cambridge σε αλλοδαπούς ύστερα από σοβαρή σπουδή στο οικείο παράρτημα του British Council. Πέθανε στις 30.6.2012

Απόσπασμα από το βιβλίο:

Η παρέλαση

Θα καλοσιδερώσω το πουκάμισό μου, σκέφτηκε. Αυτό έχει σημασία, και θα τραβήξω την κόπιτσα της φούστας μου δυο εκατοστά πιο μέσα, τα πουκάμισα των κοριτσιών πρέπει να είναι μέσα στις φούστες, είπε η κ. Αρίτσα, για ομοιομορφία, τα παπούτσια μου είναι κιόλας γυαλισμένα, το σχολείο μου θα προχωρήσει στην πλατεία και την αγορά το απόγευμα, σοβαρό, καλοντυμένο, ο κόσμος θα κοιτάζει τις Ελληνίδες μαθήτριες που θα προχωρούν, με σημαίες, στεφάνια και τύμπανα, για να τιμήσουν τον ήρωα Κανάρη.

Ένα πουλί κτύπησε με το ράμφος του το τζάμι.

Συντόμεψε με τα μαθηματικά της λίγο· ήταν τόσο ανήσυχη όσο ο ήλιος που μεταγύριζε επάνω στον ουρανό, απ’ έξω.

Από κάτω, η μητέρα της τη φώναξε· απόμεινε κοκαλωμένη για λίγο επάνω από μία πρόσθεση. Τριγύρω ένα άσπρο μπογιατισμένο τραπέζι, ένα κρεβάτι στενό, ένα σπασμένο αμπαζούρ, την περίμεναν.

Τα βιβλία της όμως ήσαν καλοντυμένα με φόδρες από γυαλιστερό χαρτί. Είχε τελειώσει με τα μαθήματα της Δευτέρας και μόνο τα μαθηματικά απόμεναν.

Το νερό έτρεχε στο διπλανό δωμάτιο, για το σαββατιάτικο μπάνιο του πατέρα. Το λιπαρό του μουρμούρισμα έφτανε μέσα απ’ τον λεπτό τοίχο στο πίσω μέρος της καρέκλας της.

Η μητέρα φώναξε πάλι.

«Ελένη! Κάνε γρήγορα!»

Σηκώθηκε με δυσφορία, έκλεισε την πόρτα πίσω της και κατέβηκε τρέχοντας την ξύλινη σκάλα. Τα πόδια της ήσαν μουδιασμένα. Μπαίνοντας στην κουζίνα νεύριασε βλέποντας το φρεσκοπλυμένο της πουκάμισο στριμμένο σε κόμπο να στραγγίζει στο χείλος του κουβά· δοκίμασε ένα γοργό αίσθημα ανασφάλειας, κινδύνου ίσως.

Η μητέρας της, με ανθισμένη ρόμπα, έσκυβε στο νεροχύτη· ήταν αυστηρή και περιβλημένη ατμό. Άκουσε το μυτερό κτύπο των ποδιών της Ελένης στις πλάκες, μα δε γύρισε. Με κουρασμένο δάκτυλο, έδειξε μονάχα τον κουβά:

«Θα πάρεις από δω επιτέλους το πουκάμισό σου;»

Η Ελένη το πήρε, και μαζί του ένα αίσθημα αποξενώσεως, από τη μητέρα και το σπίτι, επιπλέον θριάμβου για την αποξένωση αυτή – θα προχωρούσαν υπερήφανες, εντεταγμένες στις παράλληλες γραμμές, κάτω από ήλιο και ουρανό, κορίτσια δυνατά, υγιή, οι μέλλουσες μητέρες της Ελλάδος.

Η μητέρα πάντα τα έχανε με την παραμικρή αλλαγή στην καθημερινή της ρουτίνα· ιδίως τις ημέρες των παρελάσεων.

Η Ελένη προχώρησε μέσα στην αποθήκη, όπου το σίδερο ήταν κιόλας αφημένο στην άκρη του σανιδιού – το φως αναμμένο –, ο σωρός των υγρών ρούχων στην καρέκλα, περπατώντας στο δρόμο, στη γραμμή. Με τα μαλλιά πλεξίδες, φρεσκολουσμένα – έπρεπε να βιαστεί! –, το πουκάμισο μετάξινο.

Στάθηκε. Δοκίμασε τη θερμοκρασία φτύνοντας τον σιδερένιο πάτο. Αναγνώρισε τέλεια επάνω στην αμυδρή επιφάνεια την τελετή του στεφανώματος. Τον πρώτο μαθητή του Σχολείου να διαβάζει τον «Λόγο», από χαρτί ζαρωμένο και χέρια νευρικά, όρθιος στην προσοχή, επάνω στο ποδοπατημένο παρτέρι· τα εναγώνια μάτια τού συμπιεσμένου πλήθους και την κατάσπαρτη σιγή από τον τραχύ ασυγχρόνιστο βήχα της κυρίας Αρίτσας και των μεγάλων, κυρίως. Έπειτα, τον πρώτο μαθητή να τοποθετεί τη δάφνη γύρω στο μπρούντζινο κεφάλι του αγάλματος – άψυχου, κίτρινου – φροντίζοντας να μη μετακινηθούν πολύ τα φύλλα, ή το στεφάνι κρεμαστεί στραβά, ανήθικα, όπως στεφάνι κακοπερασμένο σε άγαλμα.

Το σίδερο της έμεινε μετέωρο στο χέρι. Ένιωσε και πάλι το γνωστό δυσάρεστο συναίσθημα καθώς θυμήθηκε τα γεγονότα της περασμένης Εθνικής εορτής. Δεν είχε λάβει μέρος στην Παρέλαση. Κοιμήθηκε ως το μεσημέρι και μετά έφαγε σοκολάτες στο πόρτεγο, κοιτάζοντας τον κόσμο – καταστηματάρχες, νοικοκυρές – να πηγαίνει.

Στην τάξη, την επομένη, η κυρία Αρίτσα δεν βροντοφώνησε επαίνους επάνω απ’ τη θαυμάσια πολυψήφια διαίρεση της Ελένης. Έβηξε μόνο. Και έβγαλε ένα μικρό λόγο στην τάξη, διαπερώντας το σώμα της Ελένης με αιχμηρό βλέμμα, όπως το παλαιό χατζάρι του παππού. Μίλησε για το καθήκον στην Πατρίδα, στους παλαιούς ήρωες τουλάχιστον — και στο μεγάλο Μέλλον, και κατά δεύτερον λόγον στο σχολείο και την κυρία Αρίτσα την ίδια. Τέλος, αποβυθίζοντας το βλέμμα της από το σώμα της Ελένης, ανάφερε παροδικά ορισμένες απρεπείς μαθήτριες, που είχαν φθάσει να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους στο σχολικό σώμα, για να περιφερθούν ντυμένες τα καλά τους, ιδιωτικά, ανάμεσα στα ανώνυμα πλήθη. Κι έπειτα ’παίνεσε, κοιτάζοντας τα κορίτσια ένα προς ένα, όχι όμως και την Ελένη, τις μαθήτριες τις πιστές σε Σχολείο και Πατρίδα, που παραστάθηκαν απλά στη σοβαρότητα της ημέρας, με πλεγμένα μαλλιά σε κοτσίδες και πλυμένα πουκάμισα — ενταγμένες στις πρώτες γραμμές. Εν εγρηγόρσει.

Κατέβασε το σίδερο στο αχνιστό πανί.

Νερό κατρακυλούσε στο νεροχύτη.

Η μητέρα είχε πάρα πολλή δουλειά. Ίσως γι’ αυτό παράβλεπε τη σημασία της Παρελάσεως, των Σχολείων, του Μέλλοντος της Ελλάδος, των Γυναικών. Είχε πάρα πολλά επάνω της.

Μα η Ελένη ήταν νέα. Και οι δουλειές του σπιτιού θα βελτιώνονταν όταν ερχόταν η σειρά της. Ένας Νέος Κόσμος θα ορθωνόταν, με υπόβαθρο την Καλή Διαγωγή. Ατένισε το άσπρο πουκάμισο επάνω στη σανίδα του σιδερώματος, σαν ένα αχνιστό σύμβολο. Λίγο κολλάρισμα, ίσως, θα χρειαζόταν. Πάνω σ’ αυτό αποφάσισε να ζητήσει τη συμβουλή της μητέρας της.

 

Η μητέρα δεν ήταν πια στην κουζίνα. Οι μαλακές παντούφλες της ακούονταν να σβήνουν στο κελάρι. Ανικανοποίητη, ταραγμένη, γνωρίζοντας ότι το σίδερο πύρωνε ολοένα, περιπλανήθηκε ως τη βεράντα. Αφαιρέθηκε με το βέλασμα του αρνιού, τη μυρωδιά του φαγητού. Πάλι πατατοκεφτέδες θα είχαν το μεσημέρι. Πεινούσε, ω… — και πάνω στην ανάμνηση η καρδιά της σταμάτησε — τα μαθηματικά της… ήταν άλυτα ακόμη. Μέσα στον ελαφρό αέρα και τον ήλιο και τον μπροστά της απλωμένο λαχανόκηπο το πασπαλισμένο κιμωλία δάκτυλο της κυρίας Αρίτσας μετακινήθηκε σε μαυροπίνακα φανταστικό. Ένα αυστηρό ηλιοστέφανο της δόξασε το κεφάλι. Η καρδιά της Ελένης χάρηκε πάλι: Ήταν τυχερή που είχε μια τέτοια δασκάλα.

Τα ξεθωριασμένα βήματα της μητέρας ακούστηκαν επάνω στις σκάλες.

«Ωχ, καημένη Ελένη, τι πειράζει, είναι ακόμη ασιδέρωτο; Ναι, βάλ’ του λίγη κόλλα. Θα είσαι ανάμεσα σε τόσες πολλές».

Δεν την ένoιασε, δεν την πλήγωσε καθόλου· αν και απόρησε. Η μητέρα φερόταν συχνά έτσι, και δεν θα ’πρεπε βέβαια να εξισώνεται μ’ αυτήν και με τους μεγάλους εν γένει. Αυτοί ήταν ο μόνος λόγος που το Κράτος υπέφερε…

 

Συγγραφέας: ΣΟΝΙΑ ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗ

Εξώφυλλο- Εικονογράφηση: ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ

Έτος έκδοσης: 2015

ISBN: 978-960-438-170-8

Σελίδες: 136, Τιμή:  € 12


Σχόλια για το βιβλίο: 1
  • Νίκος Καραβέλλας
    4 Σεπτεμβρίου 2015
    #1

    Μου άρεσε πολύ.

Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης