GameNow WP Theme

DarkLight
ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ-ΤΣΟΥΚΑΛΑ, Δύο στεφάνια κι ένα δαχτυλίδι

 

 Ξεσκονίζοντας τη λήθη από τη μικρή ζωή των ανθρώπων που ζουν στην πρώτη και τη δεύτερή της πατρίδα και φέρνοντας στη μνήμη πρόσωπα, γεγονότα, και καταστάσεις, η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά, στις ιστορίες που μας αφηγείται στο καινούργιο της βιβλίο, ανακαλύπτει η ίδια για πρώτη φορά την πικρή αλήθεια:  ο δρόμος για την επιστροφή έχει κλείσει.

Έτσι, απαλλαγμένη από τη μυθοποίηση στοιχείων, που μπορούν να δυσκολέψουν σε συναισθηματικό επίπεδο τη γραφή της, αφήνεται στη νοσταλγία της περιγραφής της «ζωής των μεταναστών», που την αφηγείται πάντα χωρίς να την ωραιοποιεί και της «άλλης ζωής», εκείνης των μακρινών συγγενών, πίσω στην πρώτη πατρίδα, και αποδέχεται την πραγματικότητα: η ονειρεμένη πατρίδα μας δεν έχει χωρικά σύνορα, η εστία μας είναι εκεί που καίει η φωτιά της καρδιάς μας.

Οι ιστορίες της, γραμμένες ισόρροπα, με νοσταλγία και ρεαλισμό, μας αγγίζουν, γιατί τελικά ανακαλύπτουμε ότι η Διονυσία δεν έφυγε ποτέ…                                                                                                                                                                                                                                                                   ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΔΕΜΕΤΗ

 

 

Απόσπασμα από το κείμενο:

Δύο Στεφάνια κι ένα Δαχτυλίδι

Ούτε 20 μέτρα η απόσταση που τους χώριζε πια και σαν έσμιξαν, βουβοί κι οι δυο, άπλωσε τα χέρια του και την αγκάλιασε ολόκληρη, την έσφιξε επάνω του με όλη την τρυφερότητα που είχε στην καρδιά του για κείνην.

Ανταποκρίθηκε στο αγκάλιασμα του κι έμειναν έτσι ούτε που ήξεραν για πόση ώρα σφιχταγκαλιασμένοι τόσο πολύ που κοβόταν η ανάσα, μα ούτε που το πήραν χαμπάρι, ούτε που νοιάζονταν πως είναι σε δημόσιο χώρο, ούτε που κοίταξαν γύρω να δουν πως στα γύρω παγκάκια του μικρού πάρκου στον περίβολο χώρο κάθονταν άνθρωποι της ηλικίας τους, που τους κοίταζαν άφωνοι μ’ αχνοχαμόγελο, νοσταλγώντας ίσως τα περασμένα.

Κάποια στιγμή, έτσι όπως την κρατούσε αγκαλιασμένη την τράβηξε και κάθισαν στο μικρό πεζούλι. Ξαφνικά, γύρισαν και κοιτάχτηκαν για πρώτη φορά στα μάτια… στα μάτια που είχαν βουρκώσει από την ιερότητα της στιγμής, πόση αγάπη στα βλέμματα.

Ωχριούν τα λόγια για να περιγράψεις μια τέτοια στιγμή.

Μια στιγμή, που χωρίς να το γνωρίζουν, την περίμεναν χρόνια, πολλά χρόνια, πάρα πολλά!

Μόλις είχαν κλείσει τα 18 όταν χώρισαν οι δρόμοι τους, την τελευταία μέρα της σχολικής τους ζωής! Από τότε είχαν να συναντηθούν.

Από κείνη την ημέρα, που έκλεισε πίσω τους βαριά η σιδερένια πόρτα του Ορφανοτροφείου όπου μεγάλωσαν κι οι δυο.

Μια σταλιά παιδάκια βρέθηκαν εκεί. Μόνα κι εγκαταλειμμένα.

Δεν γνώρισαν το χάδι της Μάνας τη στοργή του Πατέρα, δεν τα ντάντεψε κανείς, δεν τα κανάκεψε κανείς.

Όταν έκλαιγαν δεν βρέθηκε αγκαλιά να τα παρηγορήσει, να στεγνώσει τα δάκρυα, να φιλήσει το πονεμένο γόνατο που μάτωσε στο πέσιμο. Μεγάλωσαν κι ωρίμασαν πριν την ώρα τους, δεν είχαν παιδικά, ξέγνοιαστα χρόνια.

Πώς να γεφυρώσεις τόσα χρόνια, από πού ν’ αρχίσεις;

Μα, δε χρειαζόταν να μιλήσουν, μιλούσαν τα σφιχτοκρατημένα χέρια, τα μάτια και η σιωπή, αυτή η εκκωφαντική, φλύαρη σιωπή.

Πήγαν στο ίδιο Σχολείο, από την Α΄ μικρή, μέχρι την Ογδόη του οκτατάξιου, τότε, Γυμνασίου! Δίπλα-δίπλα τα θρανία, όπως και τα Ορφανοτροφεία. Η σχέση τους, τυπική όπως απαιτούσαν οι εποχές ταυτόχρονα όμως ζεστή πολύ ζεστή, τους ένωνε η ορφάνια, η εγκατάλειψη, η γνώση πως εκείνα δεν θα έρχονταν η μαμά ή ο μπαμπάς να τα πάρει από το Σχολείο, ούτε τους περίμεναν χάδια και λιχουδιές στο σπίτι. Τους περίμενε το αυστηρό, σκληρό πολλές φορές, απρόσωπο Ορφανοτροφείο όπου έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικά κι επιφυλακτικά, χωρίς να νιώθουν ότι μπορούν να εμπιστευτούν κανέναν, πολλές φορές, ούτε καν τα άλλα παιδιά μεγαλύτερα ή μικρότερα τους.

Οι δυο τους, όμως, χωρίς να το συνειδητοποιούν μέσα στην άγνοια κι αθωότητα τους, από την πρώτη στιγμή ενστικτωδώς ένιωσαν μια οικειότητα, μια εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον χωρίς καν να μιλούν, ελάχιστες οι κουβέντες που αντάλλασσαν, όλη η βουβή επικοινωνία με τα μάτια, ίσως γιατί σε όλο το Σχολείο και στο Δημοτικό αλλά και στο Γυμνάσιο αργότερα, ήταν τα μόνα που προέρχονταν από Ορφανοτροφείο αγνοώντας ποιοι ήταν οι γονείς τους.

Τα αποκαλούσαν με το όνομα που βρήκαν καρφιτσωμένο στα ρούχα τους, όταν μωρά παιδιά τα άφησαν κάποιες δυστυχισμένες κοπέλες, που λόγω συνθηκών, ούτε να σκεφτούν ότι μπορούσαν να μεγαλώσουν εξώγαμο παιδί! Σκληρός κι αδυσώπητος ο πέλεκυς της «σεπτής» κοινωνίας, καταπέλτης στους αδύναμους ώμους των κοριτσιών! Οι άνδρες που συνέργησαν, παρασύροντας τα κορίτσια ποιος ξέρει με τι υποσχέσεις και ψέματα, αθώοι και αλώβητοι ως συνήθως!

Δημήτρη τάδε, λέγανε το αγόρι, αγνώστου πατρός(!) και Ελένη τάδε το κορίτσι, επίσης αγνώστου πατρός!

Έτσι μεγάλωναν με το στίγμα του «νόθου». Χωρίς προνόμια, χωρίς δικαιώματα, στο περιθώριο πάντα.

Την τελευταία μέρα της Σχολικής τους ζωής, όλοι συμμαθητές/συμμαθήτριες, ξεθάρρεψαν και παρέες-παρέες, μιλούσαν, γελούσαν, έβγαζαν φωτογραφίες και πριν χωρίσουν δακρυσμένα, ο Δημήτρης κι η Ελένη υποσχέθηκαν πως δεν θα χαθούν, τώρα δεν έχουν να δώσουν αναφορά σε κανέναν, σχεδόν ενήλικες πια, τους είχαν βοηθήσει από το Ορφανοτροφείο να βρουν δουλειά ώστε να συντηρούνται χωρίς να γίνονται βάρος σε κανέναν, μέχρι να αποφασίσουν αν μπορούν να συνεχίσουν ανώτερες σπουδές, όπως επιθυμούσαν κι οι δυο! Πολλά τα εμπόδια, πρώτο και καλύτερο το οικονομικό!

Και, φυσικά, δε «χάθηκαν», ζούσαν ο ένας στην σκέψη του άλλου, παρηγοριά κι αποκούμπι στις δύσκολες στιγμές τους, μόνο που χρειάστηκε να περάσουν πάνω από 4 δεκαετίες για να ξαναϊδωθούν!

«Πριν καλά το καταλάβω, βρέθηκα παντρεμένη! Από το μαγαζί που δούλευα, περνούσε αρκετός κόσμος. Περνούσε τακτικά κι ένας νέος που φαινόταν πολύ σοβαρός, μετρημένος και λιγομίλητος πάντα. Είχε κάτι επιβλητικό επάνω του, τραβηχτικό κι απωθητικό μαζί, δεν μπορούσα να το προσδιορίσω».

«Δούλευα νυχτερινός σ’ ένα Εργοστάσιο να μαζέψω λίγα λεφτά για να πραγματοποιήσω το μεγάλο μου όνειρο να φύγω μακριά, να σχίζω θάλασσες κι ωκεανούς, να φορέσω τη στολή με τα σιρίτια κι ίσως αργότερα, κάποια γαλόνια! Εμποροπλοίαρχος ήθελα να γίνω!

Κατάφερα δυο χρόνια αργότερα να μπω στη Σχολή και να διοριστώ αμέσως μόλις τελείωσα με καλό μισθό πραγματοποιώντας το όνειρο μου! Κάπου εκεί, γνώρισα τη Νικολέτα, δεν ήταν ο μεγάλος έρωτας, μια σχέση, έτσι για να με περιμένει κάποιος κάθε φορά που έπιανε το καράβι Πειραιά».

«Ήθελα να γίνω Νηπιαγωγός, όλη τη στοργή κι αγάπη που δε γνώρισα εγώ, να την προσφέρω σε μικρά αθώα πλασματάκια. Μα χρειαζόμουν χρήματα για αυτό δούλευα στο μαγαζί.

Είχαμε βγει λίγες φορές με το νεαρό που με τριγύριζε στο μαγαζί, ούτε καλά ούτε άσχημα δεν ένιωθα μαζί του. Του είπα τα όνειρα μου να σπουδάσω, αντέδρασε έντονα και αποφάνθηκε πως θα ήταν καλύτερα να παντρευτώ να κάνω οικογένεια. Ούτε να ακούσω τέτοιο πράγμα. Άρχισα να τον αποφεύγω, εκείνος επίμονος με τριγύριζε ασφυκτικά».

«Αρραβωνιαστήκαμε με τη Νικολέτα σε κάποια επιστροφή μου στον Πειραιά, κάμποσα χρόνια αργότερα. Δεν ένιωθα τίποτα το συγκεκριμένο, έτσι, λες κι έπρεπε να παντρευτώ για να κλείσω τη σειρά, κάτι σαν αναγκαίο κακό. Λίγους μήνες αργότερα, στο επόμενο ταξίδι μου, παντρευτήκαμε. Όταν γεννήθηκε και η τρίτη μου κόρη, σταμάτησα πια τα ταξίδια και διορίστηκα σε Διευθυντική θέση ξηράς στην εταιρία που δούλευα.

Πανέμορφες και οι τρεις, η μεγαλύτερη κι η μικρότερη, σπούδασαν, εργάζονται, έκαναν οικογένεια, μου χάρισαν τέσσερα εγγονάκια, αγόρια όλα, που λατρεύω. Η μεσαία όμως, χωρίς σειρά και τάξη στη ζωή της. Κακόμυαλη, συγκυρίες, ποιος να πει με σιγουριά, αλλά πριν κλείσει τα 40, είχε πίσω της δυο διαζύγια και δυο παιδιά, δυο κουκλίτσες, μία από τον κάθε γάμο, που τις άφησε να τις μεγαλώσουμε η μάνα της κι εγώ κι αυτή κάνει τη ζωή της».

«Το αφεντικό μου άρχισε να δυσανασχετεί με το νεαρό που βρισκόταν στα πόδια μου συνέχεια κι είχε γίνει στόχος. Τον είχαν πάρει χαμπάρι και οι άλλοι υπάλληλοι, καθώς και οι τακτικοί πελάτες».

«Ελένη μου, θυμάμαι, τότε, που αρχίσαμε να αλληλογραφούμε, όταν ανταποκρίθηκα στην αγγελία που είχες βάλει στο περιοδικό».

«Άλλα χρόνια Δημήτρη μου, η τεχνολογία δεν είχε εισβάλλει ακόμα στην καθημερινότητα μας, πολύ συνηθισμένο φαινόμενο να ζητάμε αλληλογραφία μέσα από τις κοινωνικές στήλες εφημερίδας ή περιοδικού. Είναι η εσωτερική ανάγκη για επικοινωνία, όταν νιώθεις να σε τυλίγει από παντού η μοναξιά, μια μοναξιά που φτάνει μέχρι το κόκαλο και σε περονιάζει.

Από όσους ανταποκρίθηκαν στην αγγελία μου, ξεχώρισα εσένα και μια κοπέλα, με ψευδώνυμο φυσικά όλοι».

«Ήταν κάτι που δεν είχα ξανακάνει, να γράψω σε μιαν άγνωστη, μα ένιωθα πολύ ευάλωτος και μόνος η σχέση με τη Νικολέτα που από την αρχή σκόνταψε, πήγαινε από το κακό στο χειρότερο, όσο ήταν τα παιδιά σχετικά μικρά και δούλευα κιόλας, υποφερτή η κατάσταση, μα όπως περνούσαν τα χρόνια κι ιδιαίτερα αφότου βγήκα στη σύνταξη έγινε αφόρητη. Πνιγόμουνα δε με χωρούσε ο τόπος, έφτασε στο σημείο να μην ανεχόμαστε την παρουσία ο ένας του άλλου».

Έτσι, με τα χέρια σφιχτοδεμένα συνέχισαν να μιλούν.

Κάποια στιγμή πήραν το δρόμο για εκεί που μακριά από το μαινόμενο πλήθος, θα περνούσαν υπέροχες, μοναδικές στιγμές. Οι δυο τους, ολομόναχοι, δυο ηλικιωμένα άτομα με την καρδιά στην εφηβεία. Περπατούσαν χεροπιασμένοι, άλλες φορές περνούσε το χέρι του στη λεπτή της μέση κρατώντας την τρυφερά. Κι, όμως, ούτε ένας στο δρόμο δεν βρέθηκε να τους ειρωνευτεί… απεναντίας, πολλοί τους κοιτούσαν με συμπάθεια και τους χαμογελούσαν φιλικά!

Κάπου, μπορεί να τους ζήλευαν κιόλας ή να θαύμαζαν αυτό το ηλικιωμένο ζευγάρι που φαίνονταν να τους δένει τέτοια αγάπη!

«Δεν μπορούσα να το πιστέψω όταν μου μίλησες για το γάμο σου που κράτησε λίγες ώρες μόνο Ελένη κι ασφαλώς, τον τρόπο που σου φέρθηκε».

«Απαγωγή! Εκούσια; Ακούσια; Κάτι μεταξύ των δύο».

«Μα πάνω απ ’ όλα, δεν πίστευα πώς βρήκες τόση δύναμη, τόσο κουράγιο να κάνεις αυτό που έκανες».

«Εκείνο το πρωινό, δέχτηκα να πάμε μια βόλτα, αποφασισμένη να δώσω τέλος σε αυτή την υπόθεση γιατί η επιμονή του κάπου είχε αρχίσει να με φοβίζει πολύ. Μπήκαμε σε ταξί που είχε κλείσει πως θα πηγαίναμε παραθαλάσσια, εκείνος όμως είχε δώσει προφανώς άλλες οδηγίες στον οδηγό, με πήγε σπίτι του, πολύ μακριά ούτε που γνώριζα την περιοχή, δεν πήγε ο νους μου τι είχε σκαρώσει και ξαφνικά μου είπε πως… απόψε παντρευόμαστε!

Δεν πρόλαβα να συνέλθω και να αντιδράσω, όταν στο σπίτι άρχισαν να καταφθάνουν από το σόι του, προφανώς ενημερωμένοι όλοι, να με υποδέχονται με αγκαλιές, με δώρα και με φιλιά και να μας εύχονται να ζήσουμε και χαλάλι που κλεφτήκαμε, αφού αγαπιόμαστε καλά κάναμε! Είχα σαστίσει εντελώς… ένας δικός του έπαιρνε παραγγελίες για το γάμο, θα πήγαιναν να ψωνίσουν τα πάντα, κουφέτα, στέφανα, βέρες, μια γυναίκα προσπαθούσε να υπολογίσει τι νούμερο νυφικό να νοικιάσουν κι ο γάμος θα γινόταν απόψε κιόλας γιατί αυτός είχε φροντίσει νωρίτερα για τις άδειες και για όλα. Νόμιζα πως ζω εφιάλτη. Εφιάλτη που έγινε χειρότερος, όταν φεύγοντας σε λίγο όλοι από το σπίτι, με παρέσυρε στο δωμάτιο του και παρά τις έντονες διαμαρτυρίες μου εν ονόματι της μεγάλης του αγάπης για μένα, όχι μόνο διεκδίκησε και πήρε με το έτσι θέλω, αυτό που ήθελε, αλλά μετά με άφησε στο κρεβάτι να κλαίω ανίσχυρη, από οργή και ταπείνωση και μου πέταξε στα μούτρα πως, αν θέλεις τώρα μπορείς να φύγεις!

 

Βούλιαξαν όλα μέσα μου. Βρέθηκα σε φοβερό αδιέξοδο. Άλλα χρόνια εκείνα… πού να πάω μετά από αυτό; Όπου, κόρη διακορευμένη ίσον κόρη καταδικασμένη; Έσκυψα το κεφάλι και δέχτηκα να τον παντρευτώ.

Αμίλητη και αδάκρυτη ντύθηκα νύφη το βράδυ, το σπίτι γεμάτο, τότε οι γάμοι επιτρεπόταν ακόμα να γίνονται στο σπίτι, έτρεξαν όλοι να ευχηθούν στο… τρελά ερωτευμένο ζευγάρι που κλέφτηκε.

Όταν τελείωσε το μυστήριο και μας ευχήθηκαν όλοι, καθήσαμε στο τραπέζι που είχαν ετοιμάσει. Εκείνος όλο γελούσε από τη χαρά του και έπινε, ίσως γιατί σιγουρεύτηκε πια πως δεν θα έφευγα, αφού δεν έφυγα όταν μου το πρότεινε, μολονότι με είχε ταπεινώσει κι εξευτελίσει.

Κάποια στιγμή μου πρόσφερε να πιω κι εγώ.

Ομολογώ δεν το ’χα προγραμματίσει αυτό που ακολούθησε αλλά ένιωθα παγιδευμένη, δυστυχισμένη, ούτε να διανοηθώ πως θα μπορούσα να περάσω τη ζωή μου με άνθρωπο που μου φέρθηκε με τόσο δόλο και ανανδρία. Ένιωθα την ανάγκη να φύγω, να φύγω όσο πιο μακριά γίνεται, τώρα αμέσως, να τελειώσει πια αυτός ο εφιάλτης, ούτε ώρα δεν μπορούσα να σταθώ εκεί μέσα.

Σηκώθηκα όρθια και με φωνή σταθερή και σθεναρή, (αργότερα όταν τα σκεφτόμουνα όλα αυτά απορούσα με τον εαυτό μου), με άκουσα να ευχαριστώ όλους για τις ευχές τους. Όμως, ο γάμος αυτός έγινε με βία και με δόλο… με βίασε και με ταπείνωσε με τον πιο αισχρό τρόπο, απόψε κιόλας φεύγω από εδώ και σας καλώ όλους να με προστατέψετε και να με βοηθήσετε ώστε να μπορέσω να φύγω. Έβγαλα τη βέρα και την άφησα πάνω στο τραπέζι, νεκρική σιγή επικρατούσε είχαν παγώσει όλοι. Ξαφνικά η μάνα του άρχισε να τσιρίζει, αυτός να απειλεί θεούς και δαίμονες κι ο παπάς που μόλις μας στεφάνωσε, άναυδος να μου λέει, τέκνο μου ό,τι έγινε, έγινε, τώρα πια ενώπιον Θεού κι ανθρώπων είστε ανδρόγυνο μη φεύγεις.

Κινήθηκαν κάποιοι να με εμποδίσουν, περισσότεροι, όμως, για να με προστατέψουν. Έβγαλα το νυφικό που φορούσα, έβαλα βιαστικά τα ρούχα μου, πήρα τη τσάντα μου κι αφού του είπα ενώπιον όλων: Τολμώ να φύγω και θα φύγω, αυτός, να μην τολμήσει ποτέ να φανεί μπροστά μου κι ότι αύριο κιόλας υποβάλλω αίτηση για διαζύγιο, με το κεφάλι ψηλά, έφυγα.

«Τρελαθήκαμε κι οι δυο από τη χαρά όταν διαπιστώσαμε, λίγο αργότερα που αλληλογραφούσαμε, πως ήσουν ο Δημήτρης των παιδικών μου χρόνων, ήμουν η Ελένη των δύσκολων χρόνων.

Μας χώριζε μεγάλη απόσταση όμως. Στην Αμερική εγώ, στη Σουηδία εσύ. Κι αυτά δεν ήταν τα μόνα εμπόδια, ήταν που τα πόδια και των δυο είχαν ριζώσει, με οικογένεια κι οι δυο, με παιδί εγώ, μεγάλο μεν, παντρεμένο με παιδιά, αλλά εγκαταστημένο από τα μικρά του χρόνια στην Αμερική και σε «ψυχοφθόρα» σχέση με τον άνδρα μου, που δυστυχώς δεν μπορώ να τον εγκαταλείψω λόγω του ότι έχει πολύ κλονισμένη υγεία και η συνείδηση δεν το επιτρέπει, ούτε ο γιος μας θα μου το συγχωρούσε ποτέ!

«…Νομίζω, Ελένη μου, τα αισθήματα εκδηλώθηκαν σταδιακά κι από τις δυο πλευρές και ο καθένας έπαιρνε θάρρος από τον άλλον για να προχωρήσει στο επόμενο βήμα. Το βήμα που μας έδωσε αρκετό θάρρος και κουράγιο σε μένα ιδιαίτερα, να σου ομολογήσω δειλά και διστακτικά πως σε αγαπάω. Να ήξερες πώς φτερούγιζε η καρδιά μου εκείνες τις στιγμές γιατί εκείνες τις στιγμές διακινδύνευα πολλά, διακινδύνευα τη φιλία μας, διακινδύνευα να σε χάσω για πάντα, αν δεν ανταποκρινόσουν στα αισθήματα μου και θα ήταν πολύ οδυνηρό αυτό για μένα…γιατί ήσουν, είσαι η ζωή μου και Σ ’ αγαπάω, σ ’ αγαπάω πολύ.

Έτσι, σου το έγραψα κάπως πλαγίως, «νομίζω πως σε αγαπάω» κι έτρεμα ολόκληρος μέχρι να δω την απάντηση σου.

«Νομίζεις ή με αγαπάς

 Ε, τότε πια το έγραψα με μεγάλα γράμματα, Σ’ ΑΓΑΠΑΩ!

Μονολεκτική η απάντηση σου! «Γιούπιιιι!».

«Από το μυαλό περνάνε κι άλλες σκέψεις φυσικά, όπως, να είμαστε κοντά, να μπορώ να σε βλέπω, αλλά μυαλό είν ’ αυτό, άστο να τρέχει». Έτσι της είπε λίγες μέρες μετά.

Ούτε που μπορούσαν να διανοηθούν τότε ότι θα ήταν εφικτό να ιδωθούν ποτέ.

Κι όμως, κάποια στιγμή, υπερπηδώντας τα ανυπέρβλητα εμπόδια, κατάφεραν να βρεθούν σε ουδέτερο έδαφος, στην κοινή τους πατρίδα.

Έξω από μια εκκλησία η πρώτη συνάντηση, εκεί που σφιχτοκρατήθηκαν αδυνατώντας να πιστέψουν πως, επί τέλους, ήταν μαζί, εκεί που μετά το ατέλειωτο σφιχταγκάλιασμα τους, τα χέρια έτρεμαν για πολύ ώρα!

…Αναπολεί την πρώτη και μοναδική τους νύχτα. Μια νύχτα πλημμυρισμένη από τρυφερότητα κι αγάπη. Μια νύχτα που δεν είχε τίποτα το φτηνό και το χυδαίο, σχεδόν α-σεξουαλική, με το απαλό αεράκι να αιωρεί ανάλαφρα την κουρτίνα στην μπαλκονόπορτα και κάποιες αχτίδες του φεγγαριού να τρυπώνουν κλεφτά και να κρύβονται γρήγορα, χαμογελώντας, για να μη χαλάσουν τη μαγεία της στιγμής.

(….) Μου χάρισε αξέχαστες κι υπέροχες στιγμές, που η θύμηση τους θα με συντροφεύει στο υπόλοιπο της ζωής μου!! Είναι ένας υπέροχος άνθρωπος. Γέμισε την ψυχή μου! Από τη στιγμή που μείναμε μόνοι νιώσαμε πολύ άνετα λες και όλη μας τη ζωή είμαστε μαζί…Είναι καταπληκτική σε όλα της η κουμπάρα σου…κουμπάρα!!!).

Αυτά έγραφε ο Δημήτρης, αργότερα στην κοινή, αγαπημένη τους φίλη, που έστω κι από μακριά, έγινε «κουμπάρα τους», όταν της φόρεσε το δαχτυλίδι!

Έτσι ολοκληρώθηκε η αγάπη τους. Μια αγάπη που δεν μπορούσε να έχει στεφάνι, μόνο δαχτυλίδι…

Ανεξάρτητα αν και τα δύο «στεφάνια» ήταν οικτρά αποτυχημένα κι απλά παρέμεναν σε σχέσεις «δεσμά» που οι συνθήκες δεν άφηναν πολλά περιθώρια για λύση του γόρδιου δεσμού.

Μα, τους έφτανε που τώρα ήταν μαζί, που με τόση στοργή και τρυφερότητα την κρατούσε ζεστά στην αγκαλιά του,

«Όπως δεν είχε κρατήσει ποτέ άλλη γυναίκα».

 «Σε νιώθω κοντά μου πολύ κοντά μου, αλλά θέλω να νιώσω την ανάσα σου, το άρωμα σου, το άγγιγμα των χειλιών σου και τη θερμότητα του κορμιού σου, για να πειστώ, πως αυτό που ζω, δεν είναι όνειρο», της είχε γράψει κάποτε.

Αυτό το όνειρο ζούσαν κι οι δυο τώρα!

Ένα όνειρο που δεν ήταν μπορετό να διαρκέσει πολύ.

Ένα όνειρο για το οποίο έκαναν πολλά όνειρα.

Όπως,

«Όταν βρεθούμε, θα σε πάρω από το χέρι και θα πάμε οι δυο μας, χωρίς κουμπάρα και παπά στο εκκλησάκι του Άι Δημήτρη. Θα σου φορέσω το δαχτυλίδι, θα σε φιλήσω τρυφερά και θα σε πάρω να φύγουμε».

Καιρό μετά…

Δύσκολο να διακρίνεις τι δείχνει η ματιά της Ελένης καθώς με το βλέμμα σκυφτό κοιτάζει για πολλή ώρα το δαχτυλίδι στο δεξί της χέρι.

Νοσταλγία, Αγάπη, Απογοήτευση, Οργή, Πικρία; Ίσως, λίγο απ ’ όλα, ίσως, όλα μαζί.

Μπορεί και να σκέφτεται εκείνες τις μοναδικές στιγμές έξω από το εκκλησάκι τ’ Άι Δημήτρη στην Κηφισιά, όπου με μοναδικούς μάρτυρες τ ’ αστέρια τ’ ουρανού και λίγους αδιάφορους περαστικούς διαβάτες, με τρεμάμενα χέρια κι άπειρη αγάπη στη ματιά του της φόρεσε το δαχτυλίδι…σύμβολο αγάπης κι αφοσίωσης, όπως της είπε! Αμέσως μετά, πήραν την «κουμπάρα» τηλέφωνο στην άλλη άκρη της γης…να της πουν τα καλά νέα!

Κι εκείνης το χέρι δεν ήταν πιο σταθερό, τα μάτια δεν ήταν στεγνά, έτσι όπως της κράτησε για λίγο τα χέρια στα δικά του και με ασταθή φωνή πριν την σφίξει απαλά στην αγκαλιά του, της ψιθύρισε,

«Σ ’ αγαπάω μάτια μου, σ ’ αγαπάω πολύ».

Σκέφτεται τώρα τα λόγια του όταν της έγραψε για αυτή τη στιγμή, εκείνο το (…) και θα σε πάρω να φύγουμε…

Πόσο εύκολα τα όνειρα όσο μένουν δεμένα στο μουράγιο, μα έτσι κι αμοληθούν κι αρχίσουν να αρμενίζουν, στα πέλαγα και τους ωκεανούς που τους χωρίζουν…άντε και να τα συμμαζέψεις…

Τώρα πια, μαζί και χώρια. Μαζί με τη σκέψη ο ένας στον άλλον μέρα-νύχτα και με συνεχή, έστω και σύντομη, επικοινωνία κάθε μέρα.

Κάποτε, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, για ώρες.

Όμως, η μεγάλη τους λαχτάρα να είναι κοντά…να μπορεί να την βλέπει…να την αγγίζει…ν ’ ακούει τη φωνή της, να μπορεί να βλέπει τα μάτια του τα τόσο εκφραστικά να την κοιτάζουν με λατρεία…να νιώθει τα χέρια του να την τυλίγουν ολόκληρη με τρυφερότητα…να γέρνει στον ώμο του κι έτσι οι δυο τους μόνοι…κατάμονοι…ν ’ αγναντεύουν το πέλαγος το ηλιοβασίλεμα και να ταξιδεύουν μαζί του..

Όνειρο δεμένο στο μουράγιο…

Για τη συγγραφέα:

Η Διονυσία Moύσουρα-Τσουκαλά γεννήθηκε το 1940 στη Zάκυνθο. Μετά το Γυμνάσιο έφυγε μετανάστρια στη Μελβούρνη της Αυστραλίας.

Δίδαξε για πολλά χρόνια Ελληνικά στα απογευματινά, παροικιακά  Σχολεία της Μελβούρνης και στα Σαββατιανά Πολυγλωσσικά Σχολεία του Υπουργείου Παιδείας Αυστραλίας.

Σπούδασε Διερμηνεία/Μετάφραση στο Πανεπιστήμιο RMIT.

Μετά το πέρας των σπουδών της, ειδικεύτηκε στην Ψυχιατρική Διερμηνεία, τομέα στον οποίο εργάζεται ακόμα. Για δεκαετίες, ήταν η Επίσημη Μεταφράστρια των περισσότερων Ομοσπονδιακών Υπουργείων Αυστραλίας καθώς και Κρατικών Υπηρεσιών.

Παράλληλα έκανε ειδικές σπουδές στο Καρκινικό Συμβούλιο Αυστραλίας και στην Υπηρεσία Διαβητικών Αυστραλίας, όπου αποφοίτησε ως Επιμορφωτική Σύμβουλος. Μέσω αυτού του ρόλου κάνει  δημόσιες διαλέξεις στην Ελληνική και Αγγλική Γλώσσα, για ό,τι αφορά τον Καρκίνο και το Διαβήτη.

Γράφει από νεαρή ηλικία. Έχει ανθολογηθεί σε Αυστραλία, Ελλάδα, Αμερική. Πολλά από τα έργα της έχουν διακριθεί σε Λογοτεχνικούς Διαγωνισμούς σε αυτές τις χώρες. Δημοσιεύει έργα της σε πολλά ηλεκτρονικά περιοδικά σε Ελλάδα, Αυστραλία και Καναδά.

Έργα της :

  1. Σκυφτές Ανεμώνες, Τετραλογία, ποίηση, Εκδόσεις Ναυτίλος 1996.
  2. Ο Κραταιός Νόστος, Διηγηματική Συλλογή, Έκδοση Πανεπιστημίου RMIT,  Greek-Australian Archives Publications 2000.
  3. Εκ Φιόρε και εξ Αντιπόδων, Διηγηματική Συλλογή, Εκδόσεις Τσώνης 2005.
  4. Εν τη Πόλει της Μελβούρνης, Words and Memories in Melbourne, Δίγλωσση Ποιητική Συλλογή, Εκδόσεις Τσώνης 2007.
  5. Του Φιόρου και του Μισεμού, Διηγήματα, Εκδόσεις Περίπλους 2013.
  6. Γνεφολογήματα, Διηγήματα, Εκδόσεις Περίπλους 2014.

 

 

Συγγραφέας: ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ-ΤΣΟΥΚΑΛΑ

Έτος έκδοσης: 2014

ISBN: 978-960-438-163-0

Σελίδες: 96, Τιμή:  € 8

 

ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ  ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ «BOOKS AND THE CITY»

Σχόλια για το βιβλίο: 1
  • ANEMWNH
    27 Ιουλίου 2014
    #1

    «Ο ΣΙΝΕΜΑΣ» δεν επαιζε το ιδιο εργο για εκεινους και εμας, και «ΤΟ ΠΙΣΤΟΛΙ» του Αποστολη δεν ηταν αδειο! Τωρα οντως τους κλεβουν φορτηγα γεματα, αλλα θα πουν την προσευχη τους, θα παρουν τηλ. την αστυνομια, τον δικηγορο τους, θα σφιχταγκαλιασουν τον παντρεμενο τραγο και το εξωγαμο του, και με τον επομενο ερανο θα παρουν …..την πολη!!!!!!!!!!!

Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης
  • Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, μέσα από την εφημερίδα Αθηνά της 8ης Σεπτεμβρίου 1843 [η αναίμακτη Ελληνική μετάβαση στην συνταγματική μοναρχία]
  • Οι Λουμπαρδιανοί, οι Λιουραίοι, οι άλλοτε Ζακυνθινές εκλογές και ο ΄Αγγελος Καντούνης
  • ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΖΟΥΠΑΝΟΥ: «MAISON DE TOLERANCE» ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ «ACTION». Φρόυντ και Στανισλάβσκι ή Λακάν και Μπρεχτ; Ιδού η Απορία!
  • «ΙΝΑ ΤΙ», Ο ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟΣ ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΙΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗ
  • Ο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ GIAN BATTISTA MORATELLI ΚΑΙ Η ΛΗΞΗ ΜΙΑΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ ΤΟΥ 1806
  • ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΑΒΟΥΡΗ: Έξω ο Πάρις από την Ευρώπη! Η «Ωραία Ελένη» του Jacques Offenbach σε σκηνοθεσία Ισίδωρου Σιδέρη
  • ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, Η ιδιαίτερη ηθική βάση μιας Χρεοκοπημένης Κοινωνίας
  • «ΤΑ ΚΑΚΟΡΙΖΙΚΑ», της Θάλειας Γρίβα, στο «θέατρο 104»
  • Δ. Αρκαδιανος – Μ. Γιαννουλης: “Δημοτικά τραγούδια και χοροί των χωριών της Ζακύνθου” || Λαογραφική έρευνα
  • ΣΠΥΡΟΣ ΞΕΝΟΣ: Διονύσιος Παν. Στεφάνου:«Η αποδοχή μου [της Πρωθυπουργίας] δεν θα είχε κανένα άλλον σκοπόν παρά να γίνει η κηδεία μου πολυτελεστέρα. Αλλά δι’ αυτό εμέ δεν με ενδιαφέρει».