GameNow WP Theme

DarkLight
ΝΙΚΟΣ Γ. ΠΙΠΕΡΗΣ: Θάλεια, Μυθιστόρημα

 

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται μεταξύ Ελλάδας και Αυστραλίας στα δύσκολα χρόνια της μετανάστευσης,

ανάμεσα

στις Μεσογειόβρεχτες  απολήξεις της Ελληνικής γης και στην ωκεάνια χώρα των καγκουρό…

ανάμεσα

στην αιγαιοπελαγίτικη αστροφεγγιά  και στον «Σταυρό του Νότου»…

 ανάμεσα

στον «τροπικό του Καρκίνου και στον «τροπικό του Αιγόκερω»…

 ανάμεσα

σε μονοπάτια αναπτερωτικής χαράς και καταθλιπτικής λύπης…

 ανάμεσα

στην Ελλάδα του μισεμού και στην Ελλάδα του νόστου…

ανάμεσα

στο μαράζι της φτώχειας και στην ελπίδα του πλούτου…

ανάμεσα

σε δυο πνιγμούς, θανάτου έναν κι έναν ζωής…

απλώνεται

με γνήσια ευαισθησία αντάμα με βιωματικό ρεαλισμό

τόση… μα τόση ομορφιά ψυχής,

αριστοτεχνικά κεντημένη,

σαν γύρω από θεσπέσιο αμάραντο λουλούδι

στο πρόσωπο μιας πάγκαλης Ελληνοπούλας,

απέριττο εγκώμιο στον έρωτα

λιτός ύμνος στην αγάπη…

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

[…]

— Να σας πω, λοιπόν, συνέχισε η Θάλεια, συναντηθήκαμε στο γυμνάσιο της Χώρας. Εγώ πήγαινα τότε στην εβδόμη κι ο Βαγγέλης τελείωνε. Πώς βρέθηκα στη Χώρα απ’ την Αθήνα; Βλέπω την ερώτηση αυτή στα μάτια σας. Απλό. Ο πατέρας μου ο οποίος είναι βιομήχανος, μη σας φαίνεται παράξενο, γιατί έτσι είναι, ήθελε να ανοίξει ένα καινούργιο εργοστάσιο κονσερβοποιίας στη Χώρα, γιατί η περιοχή παράγει άφθονα νωπά προϊόντα που μένουν ανεκμετάλλευτα. Είναι μηχανικός το επάγγελμα, ήθελε ο ίδιος να επιστατήσει τις εργασίες και τις εγκαταστάσεις. Έτσι μεταφερθήκαμε όλοι στη Χώρα, εγώ, η αδερφή μου η Μαρία κι η μητέρα μου.

— Με το Βαγγέλη πώς γνωριστήκατε; Ρώτησε επίμονα ο Μανώλης. Αυτό θέλουμε να ξέρουμε.

— Κι αυτό είναι πολύ απλό, είπε η Θάλεια. Στο προαύλιο του γυμνασίου. Κάναμε βόλτες στα διαλείμματα. Εμείς τα κορίτσια απ’ τη μια μεριά του προαυλίου, τ’ αγόρια απ’ την άλλη. Με κοίταζε, τον κοίταζα. Μου άρεσε πολύ κι όπως φαίνεται, του άρεσα κι εγώ. Ύστερα άρχισε να μου στέλνει ραβασάκια με κάποιο φίλο του που πηγαίναμε στην ίδια τάξη. Κρυφά, τα έβαζε μέσα στα βιβλία μου. Ένα βράδυ περίμενε στο δρόμο που πήγαινα στο σπίτι μου να με συναντήσει. Τον είδα τόσο ξαφνικά, δεν τον γνώρισα στο μισοσκόταδο, και το ’βαλα στα πόδια. Ύστερα, όμως, καλά… τα βρήκαμε. Από τότε ζούμε το παραμύθι μας.

Κοίταξε το Βαγγέλη και τα μάτια της έλαμπαν.

— Κι η Αυστραλία; πώς μπήκε στο σενάριο η μετανάστευση; ρώτησε ο Νικήτας. Καλά εμείς εργάτες είμαστε, όπου γης, εσάς τι σας ανάγκασε να φύγετε;

Ο σερβιτόρος ήρθε να σηκώσει τα άδεια πιάτα και να σερβίρει το κύριο φαγητό.

— Οι γονείς σου, το ξέρουν; Ρώτησε ανυπόμονα ο Γιώργος.

— Εκεί έγκειται το πρόβλημα, απάντησε η Θάλεια κι η φωνή της ακουγόταν τώρα με δυσκολία. Δεν ξέρουν τίποτα. Δε γνωρίζουν ούτε που βρίσκομαι, ούτε αν είμαι ζωντανή ή πεθαμένη. Ούτε για το Βαγγέλη ξέρουν τίποτα. Οι δικοί μου, δηλαδή. Μόνο η αδερφή μου γνωρίζει για τη σχέση μας. Υποθέτω ότι τώρα θα τα έχει ξεφουρνίσει όλα στους γονείς μου. Υποθέτω ότι ο πατέρας μου, που γνωρίζει τους πάντες και τα πάντα στην Ελλάδα, θα υποψιάστηκε ότι ίσως να έφυγα με το Βαγγέλη. Εξ ου κι οι έρευνες στο πλοίο. Τα πράγματα εξελίχθησαν τόσο γρήγορα, τόσο ραγδαία την τελευταία μέρα, τη μέρα που έφευγε το πλοίο, που έχασα απολύτως τον έλεγχο των καταστάσεων. Γι αυτό σας είπα για παραμύθι, γιατί τώρα όλα μου φαίνονται σαν παραμύθι.

Ο Βαγγέλης όλο αυτό το διάστημα που η Θάλεια μιλούσε με τα παιδιά καθόταν σιωπηλός κοιτάζοντας πότε τους άντρες της παρέας και πότε τη Θάλεια. Φαινόταν να ήταν τελείως άσχετος με τα λεγόμενα της Θάλειας και με τα συναισθήματα που εκδήλωνε, καθώς απαντούσε στις ερωτήσεις της παρέας για θέματα που αφορούσαν άμεσα και τον ίδιο. Το φαγητό του παρέμενε ανέγγιχτο μπροστά του.

Η Θάλεια γύρισε προς το μέρος του.

— Δε θα φας; γιατί δεν τρως;

— Έφαγα τη σούπα, είπε ο Βαγγέλης, δεν πεινάω άλλο.

Άναψε τσιγάρο. Τράβηξε βαθιές αναπνοές.

— Εσύ, Βαγγέλη, γιατί φεύγεις; ρώτησε ο Νικήτας.

— Γιατί ο πατέρας μου ήτανε αντάρτης, απάντησε ξερά και κοφτά ο Βαγγέλης, τα παιδιά των ανταρτών δεν έχουν θέση μέσα στην ελληνική κοινωνία. Χρειάζεται να βρεθεί μια άλλη κοινωνία που θα μας δεχτεί. Γι’ αυτό.

Μια καταθλιπτική σιωπή απλώθηκε γύρω, πάνω τους. Σταμάτησαν να τρώνε, σαν να είχαν συνεννοηθεί εκ των προτέρων να σταματήσουν όλοι το φαγητό τους ακριβώς εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή. Ο Βαγγέλης έσβησε το τσιγάρο στο σταχτοδοχείο πάνω στο τραπέζι.

— Σήκω, Θάλεια, είπε. Καιρός να πηγαίνουμε. Συγγνώμη, συνέχισε γυρίζοντας προς τα παιδιά, σας χαλάμε την παρέα. Ζαλίστηκα, είμαστε λίγο κουρασμένοι. Θα τα πούμε άλλη φορά.

Μιλούσε αργά με μια αίσθηση αδιαφορίας, σαν να ήταν πολύ κουρασμένος.

[…]

ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ:

Ο Νίκος Γ.  Πιπέρης γεννήθηκε στο χωριό Καρνεζαίικα Αργολίδας. Τελείωσε το γυμνάσιο Ναυπλίου και σε ηλικία 18 χρόνων μετανάστεψε στη Μελβούρνη Αυστραλίας όπου και διαμένει.

Σπούδασε Μηχανολογία στο Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας Μελβούρνης (RMIT). Εργάστηκε  ως μηχανολόγος μηχανικός σε εταιρεία κατασκευής πολεμικών αεροπλάνων, (Commonwealth Aircraft Corporation) και στη συνέχεια ως διευθυντής τμημάτων παραγωγής σε εργοστάσιο πολεμικής βιομηχανίας, (Australian Defence Industries). Συγχρόνως δίδαξε Ελληνικά σε Σαββατιανά σχολεία.

Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε από τα γυμνασιακά του χρόνια και δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στην εφημερίδα « Σύνταγμα» του Ναυπλίου. Έχει εκδώσει τρία βιβλία: Το Χρώμα της Χαράς, Ποιήματα Μελβούρνη 1997,  Εδώ κι Εκεί, Διηγήματα, εκδόσεις Τσώνη Μελβούρνη 2002 και Πυγολαμπίδες των Ονείρων Ποιήματα, εκδόσεις Τσώνη, Μελβούρνη 2010.  Αυτό  είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.

 

Συγγραφέας: ΝΙΚΟΣ Γ. ΠΙΠΕΡΗΣ

Έτος έκδοσης: 2013

ISBN: 978-960-438-155-5

Σελίδες: 440, Τιμή:  € 18,10

ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ  ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ «BOOKS AND THE CITY»

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το βιβλίο.
Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης
  • ΣΠΥΡΟΣ ΞΕΝΟΣ: Διονύσιος Παν. Στεφάνου:«Η αποδοχή μου [της Πρωθυπουργίας] δεν θα είχε κανένα άλλον σκοπόν παρά να γίνει η κηδεία μου πολυτελεστέρα. Αλλά δι’ αυτό εμέ δεν με ενδιαφέρει».
  • ΑΝΔΡΕΑ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΥ: ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΝΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
  • “ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ” σε σκηνοθεσία κι ερμηνεία του Θόδωρου Γραμψα
  • Πηνελόπη Αβούρη: Το «νησί των δικαίων» συνωμοτών. | Αναφορά στο βιβλίο του Διονύση Βίτσου, «ΟΙ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ
  • ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΑΒΟΥΡΗ: Οι “μνηστήρες” της πολιτιστικής μας κληρονομίας
  • ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ: «ΟΙ ΒΙΟΛΙΤΖΗΔΕΣ ΑΛΛΑΞΑΝ ΑΛΛΑ Ο ΧΑΒΑΣ Ο ΙΔΙΟΣ» από το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΣΚΟΚΟΥ 1892
  • Περί κατασκευής του κρασίου (1846)
  • Η ΖΑΚΥΝΘΟΣ-ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΑΚΗ. [Ομιλία στα Αποκαλυπτήρια της έκθεσης φωτογραφίας στο Barrage, στις 9.8.2018]
  • ΝΙΚΟΣ ΜΕΓΑΔΟΥΚΑΣ: H κάθοδος της Ζακύνθου στην κόλαση (11-13 Αυγούστου 1953)
  • ΙΠΠΟΔΑΜΟΣ (Μίλητος 498 π.Χ.- 408 π.Χ.): Ο «πατέρας της πολεοδομίας».