GameNow WP Theme

DarkLight
ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΗΒΑΣ, Απαρχές της πολεοδομικής προστασίας

H μελέτη αυτή έχει σαν στόχο την επισήμανση των διαφορετικών ρευμάτων και πολιτιστικών κατευθύνσεων, που δρουν στον ευρωπαϊκό χώρο ανάμεσα στα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου,και που συνεισφέρουν στην διεύρυνση της έννοιας της διατήρησης από το μεμονωμένο αρχιτεκτονικό μνημείο στην πολιτιστική κληρονομιά, που αποτελείται από τα αστικά ιστορικά σύνολα.

Η επαφή και η αμοιβαία ανταλλαγή απόψεων θα οδηγήσει σταδιακά, στις αρχές του 20ου αιώνα, στην σύσταση στον ευρωπαϊκό χώρο μιας πολυδιάστατης ομάδας, αποτελούμενης από πολεοδόμους, πολιτικούς, νομικούς, οικονομολόγους, πολιτικούς μηχανικούς, ειδικούς περί υγιεινής, αρχιτέκτονες, ιστορικούς της αρχιτεκτονικής και καλλιτέχνες, που θα θέσει σε κίνηση πρωτοβουλίες υπέρ της υπό γένεση πολεοδομικής προστασίας.

Η εξέλιξη αυτής της νέας τάσης είναι στενά συνδεδεμένη με την σταδιακή συνειδητοποίηση, από τις αρχές του 20ου αιώνα, της δομικής, λειτουργικής και εκφραστικής ασυμβατότητας ανάμεσα στις δυο διαφορετικές πόλεις: την ιστορική – αντικείμενο της προστασίας – και την βιομηχανική.

Επιχειρήθηκε μια αναγνωριστική διαδρομή γύρω από τους παράγοντες και τις θεωρητικές κατευθύνσεις, που αποτέλεσαν σημαντικά στοιχεία για την διαμόρφωση μιας θεωρητικής και μεθοδολογικής βάσης για μια διευρυμένη έννοια προστασίας.

Η επαφή και η αμοιβαία ανταλλαγή απόψεων θα οδηγήσει σταδιακά, στις αρχές του 20ου αιώνα, στην σύσταση στον ευρωπαϊκό χώρο μιας πολυδιάστατης ομάδας, αποτελούμενης από πολεοδόμους, πολιτικούς, νομικούς, οικονομολόγους, πολιτικούς μηχανικούς, ειδικούς περί υγιεινής, αρχιτέκτονες, ιστορικούς της αρχιτεκτονικής και καλλιτέχνες, που θα θέσει σε κίνηση πρωτοβουλίες υπέρ της υπό γένεση πολεοδομικής προστασίας.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

[…]

2. Η παρακμή της προϋπάρχουσας πόλης

Οι κοινωνικές και χωρικές συνέπειες της περιόδου της ‘άγριας’ εκβιομηχάνισης είναι εντυπωσιακές. Μέσα από τη μελέτη της ευρείας βιβλιογραφίας που τοποθετείται ενάντια στο laissez faire στη διαχείριση της πόλης, αποτέλεσμα αναμφισβήτητα συνδεδεμένο με την οικονομία της ελεύθερης αγοράς που τη χαρακτηρίζει κατά την πρώτη της φάση (όταν ακόμα λείπει ουσιαστικά οποιοσδήποτε κρατικός έλεγχος), μπορούμε να σχηματίσουμε μια αμυδρή ιδέα για τις συνθήκες ζωής στις πιο υποβαθμισμένες συνοικίες. Από τις περιγραφές του Engels για την παλαιά και τη νέα πόλη του Manchester επιβεβαιώνεται με τον κατηγορηματικότερο τρόπο η φύση των δραματικών προβλημάτων που προκαλεί η εκβιομηχάνιση στις χαμηλοεισοδηματικές περιοχές κατοικίας (εικ.1,9). Αναφορικά με τον προϋπάρχοντα πυρήνα γενικότερα, εξήντα τρία χρόνια μετά τις καταγγελίες του Engels έχουμε την ακόλουθη πληροφορία: «Συμφέρει η μεταφορά από το κέντρο της πόλης στα προάστια των συστηματικά απασχολούμενων ανειδίκευτων εργατών … και η εγκατάστασή τους σε καταλύματα ανάλογα με αυτά των ειδικευμένων εργατών, ή, ακόμα καλύτερα, όπως συμβαίνει στις πόλεις-κήπους. Το χαμηλότερο στρώμα, με πολύ υψηλό δείκτη εγκληματικότητας, αποτελούμενο από τους ανειδίκευτους περιστασιακά απασχολούμενους εργάτες … μπορεί γενικά να εγκατασταθεί μόνο στο κέντρο της πόλης, στα μεγάλα συγκροτήματα πολυκατοικιών προς ενοικίαση σε οικογένειες». Είναι σημαντική η επισήμανση του ρόλου του ‘κάδου απορριμμάτων’ που συχνά καταλήγει να υποδύεται το κέντρο σε μια πρώτη φάση (ιδιαίτερα σε παραδείγματα εντατικής εκβιομηχάνισης και σχετικής ανεξέλεγκτης αστικοποίησης, όπως στην οριακή περίπτωση του Manchester), για την κατανόηση του μικρού ενδιαφέροντος που αρχικά το περιβάλλει σχετικά με τις δυνατότητες της οικονομικής του εκμετάλλευσης (ουσιαστικό ζήτημα για τη λογική της αγοράς). Αυτή η συχνή ανατροπή της σημασίας του κέντρου προς όφελος της περιφέρειας (που στη συνέχεια θα λειτουργήσει σαν πρόφαση για τη δρομολόγηση εκτεταμένων αναδομήσεων, απαραίτητων για την εισαγωγή του τριτογενούς τομέα και αναβαθμισμένων κατοικιών) επιβεβαιώνεται από τον Eberstadt («σήμερα … οι εξωτερικές συνοικίες και η περιφέρεια έχασαν το μειονεκτικό τους χαρακτήρα … η παραδοσιακή δομή έχει χαρακτήρα κεντρομόλο, ενώ η σύγχρονη φυγόκεντρο»), και εξηγείται από τον ίδιο διεξοδικά σε οικονομικούς όρους: «στην αξία ενός οικοδομήσιμου εδάφους … πρέπει να διακρίνουμε δυο συντελεστές, δηλαδή, την αξία που οφείλεται στην ίδια την κατασκευή και την αξία της θέσης του στην πόλη[·] … σχετικά με την αγροτική γη [εμφανίζεται] … μια διπλή αύξηση της αξίας· πρώτα από αγροτεμάχιο σε οικοδομήσιμο οικόπεδο, και ύστερα, μέσα στην κατηγορία αυτή, η διαφοροποιημένη αξία λόγω θέσης … Μια τελείως διαφορετική αύξηση της αξίας προκύπτει μ’ έναν τρίτο τρόπο, όταν στην αξία του οικοπέδου προστίθεται με εντελώς τεχνητό τρόπο η αξία ενός συγκεκριμένου οικοδομικού τύπου … Σ’ αυτή την περίπτωση η τιμή του οικοπέδου δεν καθορίζεται πια σε σχέση με το αν είναι οικοδομήσιμο ή ανάλογα με τη θέση του, μα σε σχέση με την αξία του συγκεκριμένου οικοδομικού τύπου». Ουσιαστικά, η χρήση γης των εξωτερικών οικοπέδων (αυτή της εντατικής οικοδομικής εκμετάλλευσης) σε συνδυασμό με την αρχική χαμηλή τους αξία (από αρχικά αγροτικά εδάφη) εξηγεί συχνά το γεγονός της μεγαλύτερης οικονομικής απόδοσης της περιφέρειας. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο εμφανίζεται πολύ μικρότερο ενδιαφέρον από την πλευρά των επιχειρηματιών για την αναδόμηση του ιστορικού κέντρου, τουλάχιστον μέχρις ότου επιλυθεί με συμφέροντα τρόπο το ζήτημα των αναδασμών, επιτρέποντας έτσι την ‘αξιοποίησή’ του μέσω της αντικατάστασης των οικοδομών, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στη Βιέννη προς τα τέλη του 19ου αιώνα.
Αυτή η συνέπεια της αστικοποίησης εξηγεί την επιτάχυνση του υπερπληθυσμού του παλαιού κέντρου από τα χαμηλότερα στρώματα (στο Λονδίνο η κατάσταση ήταν ανυπόφορη ήδη από τη δεκαετία του 1830) με αναμενόμενο αποτέλεσμα τη χειροτέρευση πέρα από κάθε μέτρο των συνθηκών ζωής (εικ.2,3). Η κατάσταση κάτω από το πρίσμα της υγιεινής γίνεται ανυπόφορη, τα αποτελέσματα των επιδημιών καταστροφικά, η προσαρμογή της κυκλοφορίας ανεπαρκής, οι υποδομές ανύπαρκτες. Σε πολλές περιπτώσεις η προϋπάρχουσα πόλη δεν συνιστά πεδίο μετατροπών και ‘έξυπνων’ πολεοδομικών επεμβάσεων, αλλά εγκαταλείπεται στην τύχη της: ακόμα πιο επείγουσα θα είναι έτσι η ανάγκη (ή η πρόφαση) για ριζικές κατεδαφίσεις και σημαντικές οικοδομικές αντικαταστάσεις όταν η κατάσταση θα κριθεί ασφυκτική, δηλαδή από τα μέσα έως τα τέλη του 19ου αι. (και αργότερα). Αυτή σε γενικές γραμμές είναι η διαδρομή που ακολουθείται στις χώρες που εμπλέκονται στη διαδικασία της εκβιομηχάνισης· η πα-ρακμή των παλαιών πυρήνων δεν παρατηρείται μόνο στην Αγγλία και τη Γαλλία (οι χώρες που εκβιομηχανίσθηκαν πρώτες), αλλά και στη Γερμανία, παρά τη σχετική καθυστέρηση στην εκκίνηση της εκβιομηχάνισης (ουσιαστικά μετά το 1850). Αντίθετα διαφορές (ποσοτικές) είναι δυνατόν να παρατηρηθούν στην Ιταλία, όπου η οικονομία αναπτύσσεται πολύ αργότερα και με πολύ λιγότερο θεαματικό τρόπο, και όπου, μέχρι τις αρχές του 20ου αι., οι αλλαγές που υφίστα-νται τα περισσότερα ιστορικά κέντρα είναι πολύ μικρότερης έκτασης.
Οι αντιδράσεις απέναντι στην ‘άρρωστη πόλη’ εκφράζονται με μια πρώτη σειρά συγκεκριμένων μέτρων, δρομολογημένων σε γενικές γραμμές από τα μέσα του 19ου αι. Ο υγιεινισμός αρχίζει να εξασκεί πίεση και οι επιδημίες χολέρας θα αποτελέσουν το σημείο αφετηρίας για μια νομοθεσία με αντικείμενο τη δημόσια υγιεινή που θα διατυπωθεί και μέσα από τους πρώτους οικοδομικούς κανονισμούς. Στην Αγγλία αυτά τα μέτρα χρησιμοποιούνται ήδη από τη δεκαετία του 1830 για να οδηγήσουν σύντομα στο νόμο της 9ης Αυγούστου 1844 που θεσπίζει τις πρώτες ελάχιστες απαιτήσεις υγιεινής στις ενοικιαζόμενες κατοικίες και στο πρώτο Διάταγμα Δημόσιας Υγείας του 1848, ενώ στη Γαλλία ο σχετικός νόμος ψηφίζεται δυο χρόνια αργότερα. Στη Γερμανία, μετά την ίδρυση του Ράιχ το 1871 το κράτος κατευθύνεται γρήγορα προς την εφαρμογή μιας κοινωνικής νομοθεσίας που θεωρείται πρωτοποριακή και που επιβάλλει ανάμεσα στο 1881 και το 1889 τη γενικευμένη ασφάλιση σε ατυχήματα, ασθένειες και γηρατειά. Στην Ιταλία, ο νόμος του 1885 για την εξυγίανση της Napoli αποτελεί ένα απτό, και τουλάχιστον στις προθέσεις πλήρες, παράδειγμα ‘εξυγιαντικής’ πρωτοβουλίας.
Η δρομολόγηση της νομοθεσίας υγιεινής, σε συνδυασμό με τις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες της κυκλοφορίας και τη δημιουργία κτιριακών τύπων διαφορετικών από αυτών της κατοικίας, σημαίνει για το σύνολο ‘ιστορικό κέντρο’ το πρελούδιο της εξαναγκαστικής του (όσο και αναπόφευκτης) προσαρμογής σε λειτουργικές ανάγκες απολύτως ασυμβίβαστες με την αρχική του δομή. Οι διαδικασίες αναμόρφωσής του θα επιτρέψουν τη διατήρηση μικρού μόνο μέρους της προβιομηχανικής του ταυτότητας. Το κύριο πολεοδομικό εργαλείο για αυτό το εγχείρημα θα είναι το ‘εσωτερικό’ ρυθμιστικό σχέδιο που θα ορίσει τους άξονες των ευθυγραμμίσεων, όπως επίσης και τις περιοχές μαζικών κατεδαφίσεων με σχετικούς αναδασμούς του εδάφους (εικ.11,12), ενώ η απαλλοτρίωση θα αποτελέσει το απαραίτητο νομικό εργαλείο για την εφαρμογή των μετατροπών. Είναι χαρακτηριστικά, σχετικά με το τελευταίο σημείο, τα τεκταινόμενα που με διάφορους τρόπους, σύμφωνα με το περισσότερο ή λιγότερο φιλελεύθερο πνεύμα των διαφόρων ευρωπαϊκών εθνών, θα οδηγήσουν στη νομιμοποίηση της απαλλοτρίωσης σε αντιπαράθεση με τα συμφέροντα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας (που θα αντιτεθεί σταθερά στην εφαρμογή της). Στη Γαλλία ήδη από το 1810 υπάρχει ένας μηχανισμός απαλλοτρίωσης για την πραγματοποίηση των πρώτων ναπολεόντειων ‘μεγάλων έργων’, που θα οδηγήσει μέσα από έναν νόμο του 1833 στο συστηματικότερο νόμο της 13ης Μαΐου 1841. Ο νόμος αυτός θα χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο για τον ιταλικό νόμο του 1865, σχετικά με την απαλλοτρίωση για δημόσια χρήση που σε συνδυασμό με τον ειδικό νόμο του 1885 για τη Napoli θα εισάγει τη δυνατότητα απαλλοτρίωσης ολόκληρων περιοχών: ό,τι δηλαδή συμβαίνει στη Γαλλία για περισσότερο από τριάντα χρόνια με τις τροποποιήσεις του 1852 και του 1858 που, βασιζόμενες στο νόμο του 1841, θα προμηθεύσουν στον Haussmann τα απαραίτητα εργαλεία για την πραγματοποίηση των γνωστών ριζικών μετατροπών της πρωτεύουσας20. Το Βέλγιο επίσης διαθέτει έναν πρώτο νόμο για απαλλοτριώσεις, εγκεκριμένο το 1836, τον οποίο θα διαδεχτεί ο μακροσκελέστερος νόμος του 1867 που θα χρησιμοποιηθεί για τις εκτεταμένες επεμβάσεις στις Βρυξέλλες.
Αντίθετα με ό,τι αναφέρθηκε για τη Γαλλία και το Βέλγιο (όπου τα νομοθετικά εργαλεία αφήνουν ελεύθερη τη δυνατότητα ριζοσπαστικών αλλαγών στην καρδιά των παλαιών πόλεων), στη Γερμανία η πρακτική της απαλλοτρίωσης είναι κατά το πλείστον συνδεδεμένη με τα έργα για τη δημιουργία σιδηροδρόμων και βιομηχανικών καναλιών και με τις εφαρμογές των προβλεπόμενων κατά τα σχέδια ευθυγραμμίσεων στους ιστορικούς πυρήνες. Λείπει από τη γερμανική νομοθεσία η δυνατότητα εκτεταμένων απαλλοτριώσεων, που τόσο θα μπορούσε να διευκολύνει τους αναδασμούς περιοχών οικοπεδοποιημένων διαμέσου επανειλημμένων κατατμήσεων και συνεπώς δύσκολα επανοικοδομήσιμων λόγω των ‘παράλογων’ σχημάτων των ιδιοκτησιών. Διαφαίνεται, αντίθετα, η διάθεση για μια προσεκτικότερη επέμβαση στον προϋπάρχοντα αστικό σχηματισμό, όπως προκύπτει και από την τρίτη παράγραφο του πρωσικού νόμου της 2ης Ιουλίου 1875 (νόμος της ευθυγράμμισης): «Για τον καθορισμό των ευθυγραμμίσεων, πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι ανάγκες της κατοικίας όπως και οι ανάγκες της κυκλοφορίας, της πυρασφάλειας, φροντίζοντας οι πιο πάνω να μην προκαλούν παραμορφώσεις των δρόμων και των πλατειών ή της όψης του κατοικημένου χώρου και του τοπίου». Αυτή η σαφής πρόσκληση για μεγαλύτερη ευαισθησία στην επέμβαση (ανεξάρτητα από την ενδεχόμενη παρουσία κινήτρων για την προστασία της έγγειας ιδιοκτησίας) αποτελεί ίσως ένα σημείο εκκίνησης, στο νομικό πεδίο, για μια ‘διαφορετική’ προσέγγιση της ιστορικής πόλης· από την πλευρά της εφαρμογής, σε συνδυασμό με μια μειωμένη έλξη προς τις αισθητικές υποδείξεις του ‘θριαμβεύοντος’ κλασικισμού, ευνοεί το μεγάλο αριθμό επεκτάσεων των κεντροευρωπαϊκών πόλεων με κύριο χαρακτηριστικό τη διατήρηση των οδικών δικτύων του κεντρικού τους πυρήνα (ίσως ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα είναι αυτό της πόλης της Νυρεμβέργης). Το γεγονός αυτό, αν και στις περισσότερες πόλεις προκαλεί μια σειρά διαπλατύνσεων των οδών χωρίς τη μεταβολή της προϋφιστάμενης χάραξης, δεν εμποδίζει τη σχεδόν εξ’ ολοκλήρου αντικατάσταση των παλαιότερων κατα-σκευών με κτίρια του 19ou αιώνα: αυτό συμβαίνει στη Βιέννη (για να αναφερθεί ένα παράδειγμα ‘μετριοπαθούς επέμβασης’ με τη χρήση του Ring σαν μέσου σύνδεσης και όχι ρήξης με την επέκταση), με την εφαρμογή προς το τέλος του αιώνα των εσωτερικών ανακατασκευών σύμ-φωνα με το σχέδιο των Mayreder (παρουσιασμένο το 1892) (εικ.6). Μια προσεκτικότερη θεώρηση των αποτελεσμάτων των γερμανικών και αυστριακών μετασχηματισμών, αν από τη μια πλευρά εντοπίζει έναν τρόπο προσαρμογής της παλαιάς πόλης πολύ διαφορετικό από αυτόν της γαλλικής προσέγγισης, από την άλλη δεν κάνει άλλο από το να επιβεβαιώνει την παρουσία εκτεταμένων ανακατασκευών. Σε κάθε περίπτωση η μεγάλη συμβολή της γερμανικής εμπειρίας βρίσκεται σε αυτή τη διαφορά προσέγγισης που στη συνέχεια θα θέσει σε αντιπαράθεση (κυρίως μέσα από την κατεύθυνση της ‘αστικής αισθητικής’) τα ριζοσπαστικά παρισινά percés με την πιο ‘ιστορικοποιημένη’ εικόνα (τουλάχιστον σε επίπεδο κάτοψης) της γερμανικής βιομηχανικής πόλης.

[…]

ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ:
Ο Αντώνης Ζήβας γεννήθηκε στην Αθήνα αλλά κατάγεται από την Ζάκυνθο. Αρχιτέκτονας (ΕΜΠ) με ειδίκευση στον τομέα της προστασίας των αρχιτεκτονικών μνημείων (Ρώμη 1) και φωτογράφος (ΗΠΑ, Purdue Un.), εργάζεται σαν ελεύθερος επαγγελματίας και στους δυο τομείς από την δεκαετία του 1980. Από το 2004 διδάσκει φωτογραφία στο Τμήμα Τεχνών Ήχου και Εικόνας του Ιόνιου Πανεπιστήμιου στην Κέρκυρα. Το ερευνητικό του έργο περιλαμβάνει ζητήματα ανάλυσης και προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και των ιστορικών μνημείων όπως και εξέλιξης της ιστορίας και θεωρίας της φωτογραφίας. Ζει και εργάζεται στην Κέρκυρα και στην Ρώμη.

 

 

Συγγραφέας: ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΗΒΑΣ

Έτος έκδοσης: 2013

ISBN: 978-960-438-128-9

Σελίδες: 234, Τιμή:  € 20

ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ  ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ «BOOKS AND THE CITY»

Σχόλια για το βιβλίο: 1
Γράψτε το σχόλιό σας: