GameNow WP Theme

DarkLight
ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ-ΤΣΟΥΚΑΛΑ: Του Φιόρου και του Μισεμού

Η συγγραφέας, δραστήρια και καταξιωμένη στη χορεία των πνευματικών ανθρώπων της Αυστραλίας, δημοσιεύει ως βιβλίο, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, τις συναρπαστικές, συγκινητικές, κοινωνικές όσο και ανθρώπινες ιστορίες της από την ελληνική διασπορά της δεύτερης πατρίδας της, πάντα σε συνάρτηση με τον γενέθλιο τόπο της την Ζάκυνθο.

Ιστορίες με πανανθρώπινη υπόσταση, που πέρα από την λογοτεχνική τους αξία, δίνουν το στίγμα της ελληνικής μετανάστευσης, την πίκρα αλλά και τη δύναμη του νόστου, ορθοτομώντας συγχρόνως την ανθρώπινη φύση, αλλά και  εκείνη του Έλληνα.

Έγραψαν  για τη συγγραφέα:

(…) είναι ο βαρύς πόνος της ξενιτειάς, έτσι όπως εκφράζεται, άλλοτε άμεσα και δυνατά, και άλλοτε, μέσα από μια λεπτή «πεθυμιά» της πατρίδας και της ζωής εκεί. Η Διονυσία Μούσουρα-Tσουκαλά, ξέρει να χειρίζεται τον λόγο και το μέτρο με άψογο τρόπο, όπως οι παλαιότεροι εκείνοι ποιητές μας, που με τον καιρό μέσα στην ευκολία και την προχειρότητα της εποχής όλο και πιο πολύ σπανίζουν στις μέρες μας. Την διακρίνει μια αυστηρότητα στο ύφος, μια ευθυβολία, μια αμεσότητα και μια αφαιρετικότητα. Γνωρίζει άριστα να ενδοσκοπεί.    (Ρούλα Κακλαμανάκη, Συγγραφέας)

  (….) ο αναγνώστης της μπορεί, επίσης, να συγκρατήσει το συνοπτικό τρόπο με τον οποίο γίνεται η γενικότερη εκφορά του λόγου της. Τα αξιόλογα κομμάτια της για την Ζάκυνθο, την ιδιαίτερη πατρίδα της, συνιστούν ενδιαφέροντα δείγματα της «Λογοτεχνίας της Νοσταλγίας» που αγάπησαν τόσο πολύ και καλλιέργησαν με συγγνωστό πάθος οι συμπατριώτες μας, επώνυμοι και ανώνυμοι, μέσα και έξω από την Ελλάδα επί αιώνες. (Γιώργος Βέης, Ποιητής)

 (…) μου αρέσει πάρα πολύ το χιούμορ της, όταν τα πράγματα αγριεύουν που δεν μπορείς να τα αντέξεις, αμέσως τα γυρίζει το χιούμορ και η ψυχή δεν βαραίνει, ξεκουράζεται και μπορεί να προχωρήσει.  (Ιωάννα Λιακάκου , Συγγραφέας)

Για τη συγγραφέα: 

Η Nτενίζ  Moύσουρα – Τσουκαλά γεννήθηκε το 1940 στη Zάκυνθο. Μετά το Γυμνάσιο έφυγε μετανάστρια στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Δίδαξε για πολλά χρόνια Ελληνικά στα απογευματινά, παροικιακά  Σχολεία  της Μελβούρνης και στα Σαββατιανά  Πολυγλωσσικά Σχολεία του Υπουργείου Παιδείας Αυστραλίας. Σπούδασε Διερμηνεία/Μετάφραση στο Πανεπιστήμιο RMIT.

 Μετά το πέρας των σπουδών της,  ειδικεύτηκε στην Ψυχιατρική Διερμηνεία, τομέα στον οποίο εργάζεται ακόμα. Για δεκαετίες, ήταν η Επίσημη Μεταφράστρια των περισσότερων Ομοσπονδιακών Υπουργείων Αυστραλίας καθώς και Κρατικών Υπηρεσιών. Παράλληλα έκανε ειδικές σπουδές στο Καρκινικό Συμβούλιο Αυστραλίας και  στην Υπηρεσία Διαβητικών Αυστραλίας, όπου αποφοίτησε ως Επιμορφωτική Σύμβουλος. Μέσω αυτού του ρόλου κάνει  δημόσιες διαλέξεις στην Ελληνική και Αγγλική Γλώσσα, για ό,τι αφορά τον Καρκίνο και το Διαβήτη.

Γράφει από νεαρή ηλικία. Έχει ανθολογηθεί σε Αυστραλία, Ελλάδα, Αμερική. Πολλά από τα έργα της έχουν διακριθεί σε Λογοτεχνικούς Διαγωνισμούς σε αυτές τις χώρες. Δημοσιεύει έργα της σε πολλά ηλεκτρονικά περιοδικά σε Ελλάδα, Αυστραλία και Καναδά.

Έργα της ίδιας

    • Σκυφτές Ανεμώνες, Τετραλογία, ποίηση, 1996, Εκδόσεις Ναυτίλος
    • Ο Κραταιός Νόστος, 2000,  Διηγηματική Συλλογή,  Έκδοση Πανεπιστημίου RMIT,  Greek-Australian Archives Publications
    • Εκ Φιόρε και εξ Αντιπόδων, Διηγηματική Συλλογή, 2005, Εκδόσεις Τσώνη, Μελβούρνη
    • Εν τη Πόλει της Μελβούρνης, Words and Memories in Melbourne, Δίγλωσση Ποιητική Συλλογή, 2007, Εκδόσεις Τσώνη, Μελβούρνη
Απόσπασμα από το βιβλίο:

               Η   Τ ρ ε  λ ή   τ η ς    Γ ε ι τ ο ν ι ά ς

Πάει πολύς, πάρα πολύς καιρός από τότε που έφυγες.  Δεν είναι πως σε ξέχασα, ούτε πως ξέχασα  αυτό που μου ζήτησες.  Είναι που η θύμησή σου με πονάει κι όλο τη διώχνω, για αύριο, για μεθαύριο, χρόνια τώρα,  πολλά χρόνια όλο και αναβάλω να σε σκεφτώ. Μα τώρα τελευταία έρχεσαι επίμονα, επιτακτικά, όσο κι αν προσπαθώ  να ξεφύγω, αρνείσαι εσύ να φύγεις. Ίσως ήλθε η ώρα, το λεγόμενο πλήρωμα του χρόνου. «Γράψε  για μένα, μίλησε για μένα, για τη ζωή μου, μπορείς εσύ, είσαι γραμματισμένη». Τα τελευταία σου λόγια πριν χωριστούμε. Δεν ξέρω αν θα καταφέρω να σε σκιαγραφήσω έτσι όπως ακριβώς ήσουν,δεν ξέρω αν το λεξιλόγιό μου και η γραμματοσύνη μου φθάνουν για να καλύψουν σωστά αυτά που εσύ έζησες.  Μα θα προσπαθήσω, έτσι όπως σου το υποσχέθηκα, είμαι σίγουρη ότι θα καταλάβεις,πως θα συγχωρήσεις τις αδυναμίες και ατέλειές μου.

 Στα 17 σου αποχαιρέτησες τη Μάνα. Την Μάνα πούχε τους πέντε γιους, τη μια τη θυγατέρα, εσένα, την Παυλίνα.  Ήσουν η πρώτη και τ΄ άλλα μικρά, μυξιάρικα ακόμα, πώς να βασιστεί σ΄αυτά η Μάνα η χήρα για να σε προστατέψουν και αποκαταστήσουν; Απ΄όλα τα σπίτια  της γειτονιάς έφευγαν τότε νέοι και νέες  γι άλλους τόπους, για ένα καλύτερο μέλλον. Καλύτερο μέλλον, για ποιόν;  γι αυτούς ή για τις χώρες που θα καρπώνονταν τα νειάτα και τον ιδρώτα τους; Οικιακή βοηθός, γι αυτό προοριζόσουν. Δηλαδή, ισότιμη  δασκάλα της Ελλάδας.  Έτσι τα υπολόγιζαν.  Σαν οικιακή βοηθός στην Μελβούρνη θά ’παιρνες το μισθό που έπαιρνε δασκάλα δημοτικού σχολείου στην Ελλάδα. Σαν τι άλλο μπορούσε να περιμένει κάποια σαν και σένα;  Kαι πολύ σου. Ήταν τότε που κορίτσια σαν και σένα ήταν περιζήτητα στην Μελβούρνη. Ιδανική νύφη! Νέα, εμφανίσιμη, δουλευταρού, χωρίς απαιτήσεις ή πείρα από τη ζωή, χωρίς πολλές δικές σου γνώμες, σεμνή, λιγομίλητη, λέξη δεν γύριζες ότι και να σούλεγαν..,τα προξενιά έδιναν κι έπαιρναν.  Δεν άργησες να πεις το ναι.  Πίστευες πως αυτό το ΝΑΙ   ήταν το εισιτήριο για την ελευθερία και την ευτυχία, δικό σου σπίτι, δική σου δουλειά, δική σου οικογένεια. Με πόση περηφάνια ντύθηκες  το νοικιασμένο νυφικό την ημέρα του γάμου σου. Τα περισσότερα από τα δάκρυα που έχυσες ήταν για τη Μάνα . Για κείνης τη χαρά και την περηφάνια που θάδειχνε όλο καμάρι τις φωτογραφίες στο χωριό.

 Δουλεύατε κι οι δυο, ο άνδρας σου κι εσύ στην ρουχοβιομηχανία, μηχανικούδα εσύ, κόπτης εκείνος.  Πολύ σύντομα αποφασίσατε να αρχίσετε μια δική σας δουλειά, μετρημένα στην αρχή, κι αν πάει καλά, τότε ξανoίγεστε.  Με την σκληρή δουλειά σας σε δυο χρόνια μέσα  είχατε τα δικά σας ρούχα που κυκλοφορούσαν στην αγορά και δέκα άτομα προσωπικό.  Εσύ σκοτωνόσουν στη δουλειά και στην κούραση γιατί εν τω μεταξύ είχατε αποκτήσει  και την κορούλα σου κι εσύ έπρεπε να τα προλαβαίνεις όλα. Για να σε ανταμείψει ο άνδρας σου για τους κόπους σου ή ακόμα γιατί τότε δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα καλύτερο,έδωσε το όνομά σου στη φίρμα των ρούχων σας » Pauline of Melbourne «, «Πωλίν οφ Μέλμπουρν». Κι εσύ όλο περηφάνια πότε κρυφά πότε φανερά, έστελνες κάνα παλτό ή ταγιέρ,αυτά κυρίως φτιάχνατε, στο χωριό για να χαίρεται η Μάνα και να μιλά για τα μεγαλεία της Παυλίνας της που είχε πάρει «βιομήχανο». Η δουλειά πήγαινε καλά, πολύ καλά κι αυτό οφειλόταν κυρίως σ΄εσένα που δούλευες  κατά μέσον όρο 18-20 ώρες την ημέρα  επτά ημέρες την εβδομάδα.  Ο άνδρας σου σιγά- σιγά αποσύρθηκε από το εργαστήριο  κι ασχολιόταν με τις εξωτερικές δουλειές, παραγγελίες, διανομές,αγορές, δημόσιες σχέσεις.  Εκείνος ξανάνιωνε κι εσύ μαράζωνες από την κούραση, τις ευθύνες,τις παρατηρήσεις του, για ότι πήγαινε στραβά στο εργαστήριο ή στο σπίτι, για όλα έφταιγες εσύ,εσύ που δεν΄είχες το νου σου,εσύ που ήσουν ανίκανη και άχρηστη.  Κι ο ήλιος που δεν έβγαινε την αυγή,πάλι δικό σου λάθος ήταν… Το παιδί σου μεγάλωνε σχεδόν μόνο και παραμελημένο, γιατί εκνευρισμένη συνεχώς και κατάκοπη ακόμα και στις λίγες ώρες που είσαστε μαζί δεν μπορούσες να του προσφέρεις αυτά που χρειαζόταν.  Σου αντιμιλούσε, δεν σε υπολόγιζε καθόλου, στο σχολείο δεν πήγαινε καλά, κι όπωσδήποτε για όλα αυτά έφταιγες εσύ, μόνο εσύ…

Ο άνδρας σου θάφευγε το πρωί στολισμένος σαν φρεγάτα και θα γύριζε τα περισσότερα βράδυα αργά, πολύ αργά, γιατί είχε «επαγγελματικές υποχρεώσεις»,  να βγει με πελάτες, κ.λ.π. Η » Πωλίν οφ Μέλμπουρν » πάντως, πήγαινε  πάρα πολύ καλά, είχε ήδη εισαχθεί και πουλιόταν στα καλύτερα  καταστήματα στη Μελβούρνη και σε άλλες μεγαλουπόλεις.  Μόνο που η Παυλίνα δεν πήγαινε και τόσο καλά… Από καιρό υποψιαζόσουν πως οι επαγγελματικές υποχρεώσεις του άνδρα σου δεν ήταν αυστηρά επαγγελματικές. Η υπερβολική κόπωση, οι ευθύνες στη δουλειά,η ασυνεννοησία με την κόρη σου, μα προ παντός  η αδιαφορία και οι εξωσυζυγικές δραστηριότητες  του άνδρα σου δεν άργησαν να σε οδηγήσουν στο Ψυχιατρείο με νευρικό κλονισμό.

Όταν τόλμησες να μιλήσεις στον Καθηγητή-Ψυχίατρο για τις υποψίες σου ως προς τον άνδρα σου, ασήμαντη εσύ και με φτωχές γνώσεις Αγγλικής, δεν κατάφερες να γίνεις πιστευτή. Εκείνος, αξιοπρεπής, επιβλητικός, καλοντυμένος, με άπταιστα Αγγλικά, σίγουρος για τον εαυτό του, δεν δυσκολεύτηκε  να πείσει όλους πως ήταν υπόδειγμα συζύγου και οικογενειάρχη. Επομένως εσύ, που ήδη είχε κλονισθεί το νευρικό σου σύστημα, ήσουν παρανοϊκή…όλα αυτά τα επικύρωσε και η κόρη σου, βλέπεις ο Μπαμπάκας της τις ελάχιστες ώρες που την έβλεπε δεν της χαλούσε χατήρι κι ήταν εύκολο να την πάρει με το μέρος του.  Αθώο παιδί αυτό πίστεψε από πολύ νωρίς πως όντως η Μαμά δεν είναι καλά γι αυτό δεν πρέπει να την παίρνουμε και πολύ στα σοβαρά..

Τον εκλιπαρούσες να σε πάρει από το ψυχιατρείο…Κι αυτή η παράκληση έγινε και έμεινε ο κατοπινός σου εφιάλτης.  Η απειλή κρεμόταν μόνιμα πάνω από το κεφάλι σου,κάθε φορά που τολμούσες να διαμαρτυρηθείς για τα στραβά που έβλεπες γύρω σου όλο και πιο στενά σε τύλιγε στα γρανάζια του ο χημικός ζουρλομανδύας και μπαινόβγαινες στα ψυχιατρεία. Αν έπαιρνες δυο χάπια σε υποχρέωναν να παίρνεις τρία, αν η δεκαπενθήμερη ΄ενεση ήταν  25 χιλιοστόγραμμα, την ανέβαζαν στα 37 κ.ο.κ.  Τα φάρμακα είχαν παρενέργειες κι άρχιζε ένας φαύλος κύκλος χωρίς διέξοδο για σένα.  Όσο μεγάλωναν οι ανεπιθύμητες παρενέργειες  τόσο λιγότερο τα έπαιρνες, όσο λιγότερο τα έπαιρνες τόσο πιο έντονα αντιδρούσες στα γύρω σου, κι άντε πάλι στο ψυχιατρείο,κι άντε πάλι να παρακαλείς να σε βγάλει, κι αυτός όλο να φοβερίζει. Έφτασες στο σημείο να εξευτελίζεσαι τόσο πολύ που ακόμα μετά τόσα χρόνια φουντώνει μέσα μου η οργή και η φρίκη όταν θυμάμαι  αυτά που εσύ μου εκμυστηρεύτηκες.  Στην απελπισία σου να εξασφαλίζεις την συγνώμη του άνδρα σου κάθε φορά που τον «στενοχωρούσες» με τις υποψίες σου και να τον αποτρέπεις να σε κλείνει  στο ψυχιατρείο, του έπλενες τα πόδια, πεσμένη στα γόνατα, ταπεινή, καταφρονεμένη και σε μια ύστατη, απεγνωσμένη σου προσπάθεια για εξιλέωση, γέμιζες μετά ένα κύπελλο από το βρώμικο νερό και το έπινες….και κείνος, τα δέχονταν όλα αυτά με ύφος προσβεβλημένης μεγαλειότητας και σου έκανε τη χάρη να σου δίνει προσωρινή άφεση αμαρτιών, μέχρι την επόμενη φορά που δεν αργούσε ποτέ…

Στο κρεββάτι σε απέφευγε λέγοντάς σου πως βρωμάς….κι όταν έβγαινες φρέσκια από το μπάνιο και τούλεγες, να, είμαι καθαρή, σούλεγε πως η βρωμιά προέρχεται από μέσα σου ίσως είναι από τα φάρμακα της τρέλας που παίρνεις και τον απωθείς, δεν μπορεί να σε πλησιάσει. Περνούσαν τα χρόνια  και συ όλο κατρακυλούσες και πιο βαθειά  στα άδυτα της απελπισίας. Εν τω μεταξύ, είχες σταματήσει τη δουλειά και ζούσες σε πλήρη απομόνωση και μοναξιά, ούτε στην κόρη σου  έβρισκες  την παραμικρή στοργή ή κατανόηση.  Άρχισες να παραμελείς τον εαυτό σου,δεν υπήρχαν κίνητρα πια για σένα ούτε να ντυθείς, να πλυθείς ούτε για τίποτα.

Κάποτε στην μεγαλοψυχία του ο άνδρας σου, σου είπε ότι θα φέρει την Μάνα σου εδώ για λίγο μήπως και η παρουσία της σε βοηθήσει να συνέλθεις. Ήλθε η Μάνα και βούλιαξε η καρδιά της όταν είδε τα χάλια της μονάκριβής της.  Κάθησε για λίγους μήνες και πράγματι η παρουσία και η αγάπη της σου έκαναν καλό.  Ένιωσες πάλι ξεχασμένα συναισθήματα, στοργή, αγάπη, έγνοια, σεβασμό, με λίγα λόγια ένιωσες άνθρωπος ξανά. Θυμάμαι με πόση χαρά και περηφάνια ήλθες να με βρεις για να μου πεις πως σε τελική ανάλυση δεν είναι και τόσο κακός ο άνδρας σου αφού σε μιαν ακόμα «απόδειξη αγάπης», στέλνει κι εσένα στην Ελλάδα για λίγο όχι μόνο για να συνοδέψεις την γερόντισα, αλλά ακόμα  για να σε βοηθήσει να ξεπεράσεις πιο εύκολα τον καινούριο χωρισμό από την Μάνα.

Έκτοτε σε έχασα.  Πολύ, πολύ αργότερα σε ξαναβρίσκω σε ένα ψυχιατρείο της Μελβούρνης.  Αλλοπαρμένη, κι εξουθενωμένη ψυχικά και σωματικά, αγνώριστη τελείως.  Βλέπεις η «μεγάλη αγάπη» δεν ήταν παρά μεγάλη απάτη.  Όταν δυο περίπου μήνες μετά την άφιξή σου στην Ελλάδα πήγες να θεωρήσεις το εισιτήριό σου για να φύγεις, διαπίστωσες πως εισιτήριο επιστροφής δεν υπήρχε.  Σε ζώσανε άσχημα τα φίδια, ιδιαίτερα όταν μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειές σου να επικοινωνήσεις με τον άνδρα σου – μέχρι τότε σου τηλεφωνούσε εκείνος, έτσι είχατε συμφωνήσει για να μην ξοδιάζεσαι εσύ- διαπίστωσες πως στο μεν σπίτι το τηλέφωνο είχε αλλάξει, στο δε εργοστάσιο προφανώς  η υπάλληλος είχε εντολή να σου λέει  πως ο κύριος απουσιάζει.  Μέχρι που μια μέρα, βγήκε στο τηλέφωνο η νουνά της κόρης σου που από την πρώτη μέρα  δούλευε εκεί, και σούδωσε την χαριστική βολή.  Τώρα, εκείνη είναι κυρά κι  αφέντρα στο σπίτι και στο εργοστάσιο, στην καρδιά του άνδρα σου ήταν πάντα, εκείνη είναι Μάνα της κόρης σου και το καλό που σου θέλει, να κάτσεις εκεί που κάθεσαι, δεν έχεις θέση πια εδώ, έχει και στην Ελλάδα τρελάδικα μπόλικα.  Ήταν τότε που κατέρευσες και γυρνούσες από πόρτα σε πόρτα στο χωριό ζητώντας το δίκιο σου.  Η Μάνα ανίκανη να σε περιθάλψει, τα μυξιάρικα τ΄αδέλφια σου ναι μεν μεγάλωσαν είχαν σκορπίσει όμως  στα πέρατα της γης κι αυτά γυρεύοντας την τύχη τους.

Στο χωριό στην αρχή σε έκαναν χάζι και γελούσαν, άρχισες όμως να τους γίνεσαι ενοχλητική, » η τρελλή της γειτονιάς «, έτσι σε φώναζαν και σε πρόγκιζαν όπου πήγαινες. Κι εσύ, ατημέλητη, αναμαλλιασμένη, τις περισσότερες φορές νηστικιά, γυρνούσες  στους δρόμους φωνάζοντας και βρίζοντας κάθε όμορφη γυναίκα που συναντούσες θεωρώντας την υπεύθυνη για τη διάλυση της οικογένειάς σου. Οι περιπλανήσεις σου της ημέρας δεν ήταν και τόσο πρόβλημα, οι νυχτερινές σου άσκοπες περιπλανήσεις όμως  κατάντησαν εφιάλτης για την γερόντισσα την Μάνα σου που την ειδοποιούσαν πότε από το ένα χωριό πότε από το άλλο να ρθει να σε μαζέψει.  Κάποτε λυπήθηκαν τη Μάνα κι εσένα οι ντόπιες αρχές, παπάς, πρόεδρος, κ.λ.π.,και φρόντισαν νάρθουν να σε πάρουν και να σε κλείσουν στο Δαφνί στην Αθήνα. Εκείνος κι αν ήταν εφιάλτης. Είκοσι-τριάντα άτομα στιβαγμένα στον κάθε θάλαμο, τα κρεβάτια στενά, βρώμικα,κοντά-κοντά, ούτε πιθαμή ν΄ανασάνεις. Το δάπεδο τσιμεντένιο και παγωμένο, ούτε ζεστό νερό ούτε καμιά από τις στοιχειώδεις ευκολίες.       Το προσωπικό στην πλειοψηφία του ανειδίκευτο, η επικοινωνία γινόταν μόνο με φωνές και φοβέρες. Κι εσύ  καημένη μου τόσο ευαίσθητη και τόσο μα τόσο ευάλωτη. Πώς άντεξες; Μετά την δεύτερη απόπειρα αυτοκτονίας ούτε κι εκεί δέχονταν να σε κρατήσουν, φοβόνταν το σκάνδαλο.

Την πρώτη φορά και παρουσία γιατρών, προσωπικού και μιας κοινωνικής λειτουργού που ήλθε να σε δει, πήδησες από το ανοιχτό παράθυρο.  Δεν ήταν πολύ ψηλά , έπεσες στα μαλακά, χώμα κάτω και χόρτα, δεν έπαθες μεγάλη ζημιά.  Την δεύτερη έκοψες τις φλέβες σου. Σε πήρε είδηση μια άλλη ασθενής κι έβγαλε τις φωνές. Σ΄έμπασαν στο Λαϊκό Νοσοκομείο για περίθαλψη κι από κει πίσω στην Μάνα που δεν ήξερε τι να σε κάνει.   Έγραψε στ΄αδέλφια κι αυτά έστειλαν χρήματα για να γυρίσεις πίσω στη Μελβούρνη,στο κάτω-κάτω εκεί ήταν ο άνδρας και το παιδί σου, αυτοί τι να σου κάνουν, τώρα ανήκεις αλλού.

Πήγες στο σπίτι σου, μα τώρα είχε μια σιδερένια πόρτα  που σούφραζε την είσοδο.  Πήγες στο εργοστάσιο που τώρα πια λεγόταν » Οίκος Υψηλής Ραπτικής «, για εμπορικούς λόγους όμως επειδή ο «οίκος» είχε επιβληθεί ως Πωλίν οφ Μέλμπουρν, κράτησαν τη φίρμα, το όνομά σου. Την πρώτη φορά σου φέρθηκαν ψυχρά μεν, ευγενικά δε. Απλά σου ζήτησαν να φύγεις. Όταν επέμεινες όμως ότι εκεί είχες δικαιώματα, ήταν ο μόχθος κι ο κόπος σου και φώναζες, κάλεσαν την Αστυνομία να σε μαζέψει.  Βλέπεις ο άνδρας σου είχε ερήμην  πάρει ήδη διαζύγιο.  Έβγαλαν και Δικαστική Εντολή  που σου απαγόρευε να τους πλησιάσεις από κοντά.  ‘Οταν για μια ακόμα φορά πήγες εκεί ζητώντας τουλάχιστον να δεις το παιδί σου και να σου δώσουν τα ρούχα και τα πράγματά σου γιατί δεν είχες τίποτα ούτε που να μείνεις, τότε κλήθηκε πάλι η Αστυνομία που ελλείψει καλύτερης επιλογής σε πήγε στο ψυχιατρείο.  Εκεί σε βρήκα μετά από αρκετό καιρό.

Μα τόσο αλλαγμένη.  Μόνο τα μάτια σου θύμιζαν την Παυλίνα. Έμεινες αρκετούς μήνες εκεί, όχι γιατί ήσουν τρελλή αλλά δεν είχες ούτε λεφτά ούτε που να μείνεις και στις δημόσιες υπηρεσίες για να τακτοποιηθούν αυτά τα πράγματα παίρνει καιρό… Τελικά με τη βοήθεια του προσωπικού προσπάθησες να διεκδικήσεις νόμιμα ότι σου ανήκε από την περιουσία που μαζί με τον άνδρα σου φτιάξατε. Μπροστά στον κίνδυνο εκείνος έγινε μελιστάλαχτος απέναντί σου κι άρχισε να σε επισκέπτεται στο ψυχιατρείο, να σου φέρνει ψευτοδωράκια, να σου δίνει πενταροδεκάρες και να προσπαθεί να σε πείσει  πως, ότι έγινε, έγινε, ίσως και νάταν για το καλό του παιδιού. Δεν υπάρχει λόγος τώρα εσύ να κάνεις φασαρίες και να πάρεις τη μισή περιουσία αδικώντας το παιδί σου. Καλά που δεν στάθηκες άξια Μάνα, μην το καταστρέψεις και οικονομικά, ιδιαίτερα τώρα που μεγάλωσε κι έχει γνωριστεί με ένα καλό παιδί αλλά αδημιούργητο, πώς θα φτιάξουν τη ζωή τους  αν εσύ δεν τους βοηθήσεις, όπως άλλωστε είναι και το χρέος σου σαν Μάνα.  Άστο σε κείνον, αυτός δεν θα σε αδικήσει.  Στο κάτω-κάτω εσύ είσαι πια μεγάλη γυναίκα, δεν χρειάζεσαι και πολλά πράγματα, εκείνος θα σου εξασφαλίσει στέγη, τη σύνταξή σου  -που βγήκε εν τω μεταξύ- την έχεις, τι άλλο θέλεις;  Επί πλέον, αν δείξεις κατανόηση εκείνος δεν θα σε εγκαταλείψει,όχι μόνο θάρχεται να σε βλέπει τακτικά αλλά θα μπορείς να βασίζεσαι στον ίδιον για κάθε σου ανάγκη, αρκεί να μην επιμείνεις στο μοίρασμα της περιουσίας, στην καταστροφή του παιδιού σου.Καταλύτης τα λόγια του, όχι τόσο για το παιδί, όσο πως θάρχεται  να σε βλέπει, αυτό σου γλύκανε την ψυχή, τον αγαπούσες ακόμα, τι σημασία είχαν για σένα τα λεφτά μπροστά στην παρουσία του;

Και σου εξασφάλισε στέγη. Είχατε μιαν αποθήκη σε ένα εσωτερικό προάστιο της Μελβούρνης, καθαρά βιομηχανική περιοχή, γύρω εργοστάσια, βρωμιά, θόρυβος, ρύπανση και κάτι χαμόσπιτα κατοικημένα από κατατρεγμένους σαν και σένα.  Χάλασε τόσα λεφτά όσα χρειαζόταν για να το εγκρίνουν οι αρχές ως κατοικήσιμο   Σου πήρε τα απαραίτητα, όλα μεταχειρισμένα κι όλα λίγα και μίζερα, δύο κουβέρτες, δύο σεντόνια, μια κατσαρόλα, δυο πιρούνια   Αγρίεψε και απείλησε να μην ξαναπατήσει να σε δει όταν δειλά-δειλά τόλμησες να ζητήσεις τα νοικοκυριά σου, τα προικιά σου, τα εργόχειρά σου, έστω και μόνο εκείνο το τραπεζομάντηλο με το ασπροκέντι και το φεστόνι που κοπέλα το κεντούσες για χρόνια, τόση δουλειά είχε….

Μέχρι να γίνουν όλα αυτά, ή μάλλον μέχρι να σε καταφέρει  να υπογράψεις   ότι παραιτείσαι από άλλα δικαιώματα και συμβιβάζεσαι με αυτά, ερχόταν για κάνα δεκάλεπτο μια φορά την εβδομάδα και σέβλεπε.   Πάντα  σημαιοστολισμένος, παρφουμαρισμένος κι εσύ τον καμάρωνες.   Με περηφάνεια αλλά και πόνο στη φωνή μούλεγες πως ο άνδρας σου είναι όμορφος, είναι καλός, δεν φταίει εκείνος αν εσύ αρρώστησες και τρελλάθηκες.  Τι να κάνει με μια γυναίκα που μπαινοβγαίνει στα ψυχιατρεία; Σιγά-σιγά αραίωνε τις επισκέψεις, δεν υπήρχε λόγος πια, προσποιούμενος ασχολίες, έλλειψη χρόνου, κούραση, κι εσύ ζούσες με την ψυχή στο στόμα από τη λαχτάρα όλο να τον περιμένεις πως θάρθει, ούτε που έβγαινες  από το σπίτι εβδομάδες ολόκληρες μήπως έρθει και δεν σε βρει…

Με τους καινούριους γειτόνους δεν είχες πολλά πάρε-δώσε.  Μα η απελπισία και απόγνωση όταν μέρες και νύχτες τον περίμενες και δεν ερχόταν, θόλωνε το ήδη θολωμένο σου μυαλό κι αναμαλλιασμένη με την αγωνία στη φωνή και στο πρόσωπο χτυπούσες από πόρτα σε πόρτα  ρωτώντας αν τον είδανε.  Και να ξανά από την αρχή » η τρελή της γειτονιάς».  Αυτό στην αρχή μόνο.  Μετά, όταν σε γνώρισαν καλύτερα και είδανε πως ήσουν ακίνδυνη, σε συμπονούσαν, σου άνοιγαν την πόρτα τους και σου φέρνονταν ανθρώπινα.  Σ’ αυτό βοήθησε πολύ ο κυρ Αλέκος που δούλευε στο εργοστάσιο δίπλα.  Ήταν μεγάλος άνθρωπος κι έρημος στη ζωή.  Νέος, είχε χάσει την μονάκριβη αδελφή του κάτω από συνθήκες παρόμοιες με τις δικές σου και σε συμπόνεσε πολύ.  Αυτός μίλησε στους γειτόνους και τους εξήγησε, αυτός μεσολάβησε για να βλέπεις την κόρη σου, αυτός σου κρατούσε συντροφιά, κάπου-κάπου σε ψιλοφλέρταρε κι όλας για να σε κάνει να νιώθεις ότι παρόλα αυτά εξακολουθείς να είσαι επιθυμητή, και σε παρηγορούσε όταν ξεχείλιζε ο πόνος. Κι η κόρη σου άρχισε δειλά στην αρχή, με θράσος αργότερα, να σου κάνει την τιμή να σε επισκέπτεται με τον αρραβωνιαστικό της μια φορά το δεκαπενθήμερο.  Κι εσύ καυμένη Παυλίνα, την εβδομάδα που ερχόταν περνούσες με ξερό ψωμί για να μπορέσεις να αγοράσεις τα απαιτούμενα και να τους κάνεις το τραπέζι στο οποίο εκείνη πάντα κάτι στραβό θάβρισκε.  Το κρέας σκληρό,το γλυκό έτσι, τα φρούτα αλλιώς.  Κι εσύ όλο να απολογείσαι και να τρέμεις μην δεν ξανάρθει κι όλο να υπόσχεσαι πως την επόμενη φορά θα φροντίσεις νάναι όλα καλύτερα.

Στους αρραβώνες δεν σε κάλεσαν, έγιναν, λέει, σε στενό κύκλο. Μα πλησίαζε ο γάμος κι εσύ έτρεμες μήπως και πάλι σε αγνοήσουν. Ανεξάρτητα από την συμπεριφορά της, εσύ ήσουν Μάνα και την λάτρευες.  Ήθελες να την ντύσεις νύφη, να χαρείς και να συμμεριστείς τη χαρά της.  Ο γαμπρός ήταν Γιουκοσλάβος και σου πήρε πάρα πολύ καιρό να καταλάβεις γιατί αυτός μεν σε αποκαλούσε «Τέττα», στη γλώσσα του σημαίνει «θεία», η δε κόρη σου στις λίγες φορές που σου απηύθυνε το λόγο δεν σε αποκαλούσε ούτε Μάνα ούτε τίποτα.  Κι εκεί που εσύ με τόση λαχτάρα περίμενες το γάμο γιατί στο «τρελό» μα τόσο αγνό μυαλό σου δεν μπορούσε ούτε σαν σκέψη να περάσει πως δεν θα σε καλέσουν, σε παίρνει ιδιαιτέρως η κόρη σου και σου λέει πως, ναι, θα μπορέσεις να την δεις νύφη, αλλά με έναν όρο.   Δέχεται να σου αποκαλύψει πότε και πού θα γίνει ο γάμος μόνο αν της υποσχεθείς και ορκιστείς πως θα πας από πολύ νωρίς στην εκκλησία για να μην σε δει κανείς και θα ανεβείς στον γυναικωνίτη, στο βάθος για να μην φαίνεσαι και θα φύγεις αθόρυβα πριν τελειώσει το μυστήριο και σε πάρουν είδηση.  […]  Σε μια  τέτοια  «σπέσιαλ» ημέρα δεν τους χρειάζονταν ρεζιλίκια από σένα.  Εσύ καλή μου Παυλίνα ήρθες με χαμόγελο και δάκρυ να μου προσφέρεις το ταγιέρ που μόχθησες τόσο να το αποκτήσεις και  να μου πεις δακρυσμένη για τον όρο που σούβαλαν. Αναρωτιέμαι,  Παυλίνα,  αν υποψιάστηκες ποτέ τα συναισθήματα  που γεννήθηκαν μέσα μου μ΄αυτήν σου την χειρονομία….Όταν όλα μου τα επιχειρήματα  για να μην το κρατήσω έπεσαν στο κενό, τότε προσπάθησα κι εγώ να εκμεταλλευτώ τα μητρικά σου αισθήματα λέγοντάς σου πως αν το πουλούσες κι έπαιρνες ένα δώρο για το γάμο, ίσως να μαλάκωνε λίγο η καρδιά της κόρης σου… Ούτε κι αυτό  δέχτηκες, επέμενες, επέμενες τόσο πολύ κι ήσουν τόσο πληγωμένη και δυστυχισμένη για τον όρο που σου έβαλαν, που στο τέλος, με βαρειά καρδιά υποχώρησα εγώ. Μία φορά, μία και μόνο φορά το φόρεσα για να με δεις και να χαρείς, μετά, συχώραμε καλή μου, δεν σου τόπα ποτέ, αλλά πέρασα και το άφησα σε ένα από τα μαγαζιά του Στρατού Σωτηρίας….

Και πήγες στο γάμο Παυλίνα μου. Πήγες σαν τον κλέφτη, φορώντας μαντήλα και σκούρα γυαλιά, λες κι υπήρχε περίπτωση να σε γνωρίσει κανείς έτσι που κατάντησες..  Μα το τίμιο μυαλό σου έτσι σε ορμήνεψε, για να μην παραβείς  τον όρο και το λόγο που έδωσες…Πώς άντεξες καλή μου, πού βρήκες εσύ η αδύναμη εσύ η τρελή  τόση δύναμη… Μετά από αυτό χρειάστηκε να ξαναμπείς στο Ψυχιατρείο γιατί ναι μεν τήρησες το λόγο σου, το τίμημα όμως πολύ βαρύ… Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που είδες το παιδί σου. Μετά από αυτό δεν είχες πια το κουράγιο να ζεις  στον ίδιο χώρο μαζί τους.  Με τη βοήθεια του Κυρ Αλέκου, πούλησες το σπιτάκι που έμενες,  μάζεψες την πίκρα και τον πόνο σου και με το κεφάλι ψηλά έφυγες για την Ελλάδα. Μόνο με τον Κυρ Αλέκο  κράτησες κάποια επικοινωνία κι ήταν απ΄αυτόν που μάθαινες για το παιδί και τον άνδρα σου. Καλοκάγαθος εκείνος, σε ενημέρωνε για όλα, ίσως και γι αυτά που θάταν καλύτερα να μην γνώριζες.

Ο άνδρας σου εν τω μεταξύ, αποφάσισε  να ασχοληθεί με την πολιτική, μαζί με τον πλούτο ήθελε και τη δόξα. Έβαλε υποψηφιότητα για Δημοτικός Σύμβουλος στην Δημαρχία της περιοχής του. Στην τοπική εφημερίδα, φιγουράριζε σχεδόν ολοσέλιδη «οικογενειακή» φωτογραφία του υποψήφιου Σύμβουλου. Ο άνδρας σου, η νουνά της κόρης σου που την είχε παντρευτεί, η κόρη σου με τον άνδρα της και το μωρό τους, που το βάφτισαν με της.…γιαγιάς της το όνομα,  Αγγελική,  γιατί,έτσι έγραφε το άρθρο, όντας ΄Ελληνας ο υποψήφιος τηρούσε αυστηρά τις αρχές και τις παραδόσεις,τα ήθη και τα έθιμα της πατρίδας του, και είχε φροντίσει μαζί με την σύζυγό του να τα μεταδώσουν και στην κόρη τους, έτσι κι αυτή  στο κοριτσάκι της έδωσε το όνομα της αγαπημένης της Μητέρας της Αγγελικής. Φτωχή μου Παυλίνα, αυτό κι αν ήταν χτύπημα. Ήταν τότε, όπως έμαθα αργότερα, που πήρες τους δρόμους κλαίγοντας και σφίγγοντας το απόκομμα της εφημερίδας στο χέρι     βάδιζες χωρίς να βλέπεις και χωρίς να νοιάζεσαι πού πηγαίνεις, νυχτώθηκες,  έφτασες  στην όχθη του ποταμού. Μα ούτε το ποτάμι σε σταμάτησε…ένιωθες την ανάγκη να φύγεις μακρυά, πολύ μακρυά, να ξεφύγεις  από τον πόνο. Και μακρυά, πολύ μακρυά σε βρήκαν λίγες ημέρες μετά…στο ξυλιασμένο  σου χέρι κρατούσες ακόμα ότι είχε απομείνει από την εφημερίδα. Μα στο πρόσωπό σου, έτσι μούπε μετά ο Κυρ Αλέκος, υπήρχε,  επί τέλους μια έκφραση λύτρωσης.

Παυλίνα, μνημόσυνο στην άγια θύμησή σου η τήρηση της υπόσχεσης που σούδωσα. Δεν ξέρω αν κατάφερα να αποδώσω έστω και στο ελάχιστο αυτό που εσύ ήσουν, αυτά που εσύ έζησες… Φορές-φορές νιώθω ακόμα ενοχές όταν σκέφτομαι πόσο ψηλά  με είχες εσύ τοποθετήσει… και να σκεφτείς, πως δεν ήμουν παρά μόνο η γιατρός σου η παθολόγος.. ..,που ερχόσουν και μέβλεπες, με τη δικαιολογία πως τάχα δεν αισθάνεσαι και τόσο καλά,μόνο και μόνο επειδή μιλούσα τη γλώσσα σου και σε καταλάβαινα…

Συγγραφέας: ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ-ΤΣΟΥΚΑΛΑ

Έτος έκδοσης: 2013

ISBN: 978-960-438-150-0

Σελίδες: 300, Τιμή:  € 15

ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ  ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ «BOOKS AND THE CITY»

Σχόλια για το βιβλίο: 3
Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης
  • Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, μέσα από την εφημερίδα Αθηνά της 8ης Σεπτεμβρίου 1843 [η αναίμακτη Ελληνική μετάβαση στην συνταγματική μοναρχία]
  • Οι Λουμπαρδιανοί, οι Λιουραίοι, οι άλλοτε Ζακυνθινές εκλογές και ο ΄Αγγελος Καντούνης
  • ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΖΟΥΠΑΝΟΥ: «MAISON DE TOLERANCE» ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ «ACTION». Φρόυντ και Στανισλάβσκι ή Λακάν και Μπρεχτ; Ιδού η Απορία!
  • «ΙΝΑ ΤΙ», Ο ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟΣ ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΙΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗ
  • Ο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ GIAN BATTISTA MORATELLI ΚΑΙ Η ΛΗΞΗ ΜΙΑΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ ΤΟΥ 1806
  • ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΑΒΟΥΡΗ: Έξω ο Πάρις από την Ευρώπη! Η «Ωραία Ελένη» του Jacques Offenbach σε σκηνοθεσία Ισίδωρου Σιδέρη
  • ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, Η ιδιαίτερη ηθική βάση μιας Χρεοκοπημένης Κοινωνίας
  • «ΤΑ ΚΑΚΟΡΙΖΙΚΑ», της Θάλειας Γρίβα, στο «θέατρο 104»
  • Δ. Αρκαδιανος – Μ. Γιαννουλης: “Δημοτικά τραγούδια και χοροί των χωριών της Ζακύνθου” || Λαογραφική έρευνα
  • ΣΠΥΡΟΣ ΞΕΝΟΣ: Διονύσιος Παν. Στεφάνου:«Η αποδοχή μου [της Πρωθυπουργίας] δεν θα είχε κανένα άλλον σκοπόν παρά να γίνει η κηδεία μου πολυτελεστέρα. Αλλά δι’ αυτό εμέ δεν με ενδιαφέρει».