GameNow WP Theme

DarkLight
ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑ ΚΟΛΥΒΑ: Κουφέτα με πικραμύγδαλο

Μετασεισμική Ζάκυνθος – Αθήνα του εξήντα, του εβδομήντα…

Μετά τους σεισμούς του πενήντα τρία μια οικογένεια τραυματισμένη από το πένθος της απώλειας της μεγαλύτερης κόρης, της Κατίνας, έρχεται στην Αθήνα και παλεύει να επιβιώσει. Στην πρωτεύουσα η Δέσποινα, η μικρότερη κόρη, θα ζήσει το μεγάλο έρωτα με τον Φραγκίσκο, επιτυχημένο ποινικολόγο και πρώην βουλευτή Ζακύνθου αλλά τελικά θα συμβιβαστεί σε ένα γάμο με έναν ήρωα της καθημερινότητας. Παράλληλα ένας νεαρός Ιταλός φτάνει στην Αθήνα κυνηγώντας το εύκολο κέρδος.

Τι συνδέει αυτούς τους ανθρώπους και ποια άγνωστη νομοτέλεια ξαναρίχνει την Δέσποινα στην αγκαλιά του Φραγκίσκου υψώνοντας όμως και το εμπόδιο, το τρίτο πρόσωπο που εκείνος θα ερωτευτεί παράφορα;

Σε όλα αυτά η σκιά της πεθαμένης Κατίνας μοιάζει να είναι η ψυχική συνθήκη που επιβάλλει τις εξελίξεις και παραμορφώνει την πραγματικότητα ανάμεσα στο εδώ και στο επέκεινα. Την αχλύ του πεπρωμένου εντείνει η γενετική αλυσίδα της Ζακύνθου, ο διάλογος με τη μεσογειακή ποίηση του Σολωμού και του Λόρκα, με το μυστικισμό της Φαρμακωμένης και την αξιοπρέπεια της τραγωδίας στην αρένα του έρωτα και του θανάτου.

Για τη συγγραφέα:

Η Φραντζέσκα Κολυβά κατάγεται από τη Ζάκυνθο, γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι δικηγόρος.
Το 2003 κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο «Φτου και βγαίνω» από τις εκδόσεις Καστανιώτη
και το 2007  το μυθιστόρημα «Ο κηδεμόνας»  από τις εκδόσεις Πατάκη.
Αποσπάσματα από το βιβλίο:

[…] Σκεφτόταν τη συνέχεια σα να ήταν ήδη εκεί:

(«Ντανιέλε».

Θα βουρτσίζει τα δόντια του και δε θα ακούσει αμέσως.

«Ντάνυ».

θα γυρίσει βαρύς, νυσταγμένος.

«Δεν είχες ύπνο; Τη νύχτα ξύπνησα και δεν ήσουν στο κρεβάτι».

«Θα ήταν όταν πήγα για νερό».

«Τελευταία είσαι κάπως απόμακρος. Σου συμβαίνει κάτι;»

«Απόμακρος; Καθόλου. Πώς σου ήρθε; Επειδή πήγα για νερό;»

Βγαίνει μπροστά η μικρή του ασπίδα. Στο χέρι της είναι αν θα μεγαλώσει. Αυτός την υψώνει καχύποπτα κι αυτή δαγκώνει την ανατριχίλα της γιατί το ξέρουν κι οι δυο πως δεν πήγε για νερό. Τα βράδια τηλεφωνεί στην υπάλληλο της αντικερί. Πατώντας στις μύτες ξετυλίγει μέτρα καλωδίου με χαμηλωμένο το τηλέφωνο και κλείνεται στο μπάνιο, πνίγει τον ήχο, τη δόνηση μέσα από τις παλάμες, στο μπουρνούζι του που σα να φουσκώνει τα νήματα, ριγάει με ένα βραχνό ροχαλητό.

«Καλά… Μετά το μαγαζί θέλεις να πάμε σε καμιά μπουάτ; Στον Νταλάρα;»

«Βαριέμαι».

«Τι θα ’θελες να κάνουμε;»

«Τίποτα. Ας χαζέψουμε τηλεόραση».

(ας παίξουμε τα αγάλματα)

«Τι έχει;»

«Το νυχτερινό δελτίο ειδήσεων, μετά ταινία «αλήθειες και ψέματα» (και το ολονύκτιο τηλεφώνημά της)».

Θα πήγαινε κοντά να του χαιδέψει τα μαλλιά. Αυτός θα διάβαζε στους «τέσσερις τροχούς» τα τεχνικά χαρακτηριστικά του νέου Scirocco.

«Τι έχεις, Ντάνυ μου;»

Θα μένει σιωπηλός. Ξέρει ότι με κάθε λέξη του απομακρύνεται από την αλήθεια και δεν το θέλει πια. Η έκφρασή του που θα σκυθρωπιάζει συνεχώς, δεν υπόσχεται ούτε καν την απάτη. Και κάνοντας στην άκρη το περιοδικό θα αρχίσει με μια βαθιά ανάσα: «Κατερίνα».

Το ύφος του καθόλου σίγουρο θα δυσκολεύεται να συνεχίσει. Θα μείνουν να κοιτάζονται σαν αναγκασμένοι, απέξω θα έρχεται μια αιφνίδια άπνοια από τη διακεκομμένη κάπου κάπου ροή των αυτοκινήτων…

Σήκωσε το κεφάλι της, κοίταξε δίπλα, πίσω της. Κανείς δεν την ακολουθούσε. Στην πόλη έπεσε πανούκλα κι όλοι την εγκατέλειψαν. Άρχισε ξανά να περπατάει. Χωρίς συναίσθηση του χρόνου, της κατεύθυνσης. Η πλυμένη ατμόσφαιρα μύριζε θάλασσα. Τα χείλη της είχαν πρηστεί από το γλείψιμο κι ήταν στυφά κι αναίσθητα, σα να της είχε κάνει ένεση ο οδοντογιατρός. Η έντονη μυρωδιά ενός βρεγμένου θάμνου της γέμισε τα ρουθούνια, μια εξάντληση σαν κύμα έπεσε πάνω της αφήνοντας καθώς αποσυρόταν, μια αίσθηση γλυκιάς κόπωσης σχεδόν ηδονικής.

Όταν απέκτησε ξανά συνείδηση των πραγμάτων, από τη μισάνοιχτη πόρτα της κρεβατοκάμαρας έφταναν κάποιες θαμπές φωνές, λέξεις στην αρχή ασύνδετες.

«Στα λέγαμε, να πω πως δεν στα λέγαμε, όμως εσύ εκεί. Στο ξεροκέφαλο το πάθος σου».

«Diro la verita. Θα είμαι ειλικρινής μαζί της».

«Είσαι. Δεν έχει δα και τόση σημασία ένα επεισόδιο που θα της κρύψεις».

«Δε θέλω να της κρύψω τίποτα».

«Τι θέλεις τότε;»

«Σσς».

(Τι είπες; Δεν άκουσα. Δεν κατάλαβα λέξη. Όχι, όμως. Μην το ξαναπείς. Δε χρειάζεται. Δεν έχει σημασία).

Η Δέσποινα ήρθε ως την πόρτα.

Εντάξει, κοιμάται, έβγαλε το συμπέρασμα.

Ο τόνος της φωνής ξανανέβηκε.

Μα μην τον μαλώνετε, παιδί είναι ακόμα. Δεν ξέρει να αγαπάει. Ποιος τον έμαθε; Αντιδικούν και τα αισθήματα αν πας να τα στριμώξεις στη γωνία, όλα τα πράγματα έχουν τον τρόπο τους, θέλουν λεπτότητα, αφήστε με εμένα που ξέρω από το ορμονικό κοκτέιλ της ηλικίας του. Μικρός είναι, τι νομίζετε, όλο φοβίες και ανασφάλειες. Και μην ξεχνάτε. Δεν είχε και τη φυσιολογικότερη ζωή. Σε τέτοια πλάσματα δε μπορείς να λες όχι. Τα αφήνεις να απολαμβάνουν τις αντιφάσεις τους, να οδηγούν εγγλέζικο αυτοκίνητο φορώντας ελβετικό ρολόι στο χέρι και ινδικό φυλαχτό στο λαιμό, να ακούνε ακορντεόν και Άλις Κούπερ με πίνα κολάντα στο ποτήρι. Όλοι έχουν αγαπήσει ένα τέτοιο πλάσμα κι όλους τους έχει αφήσει με μια θέση αδειανή. Γιατί αυτά τα παιδιά στη ζωή δεν παίρνουν θέση, μόνο τα λάφυρα. […]

[…] 

(Πώς λέμε σου κάρφωσα το φεγγάρι στα μαλλιά;

Πώς;

Να, έτσι.

Δε γίνεται.

Γίνεται… Αν είναι χάρτινο το φεγγαράκι.

Πώς χάρτινο;…

Με το νυχτερινό τρόπο του Χατζιδάκι. Ανέκαθεν στο στίχο αυτό υπήρχε κάτι αλαφροπάτητο, άπιαστο και αμετάδοτο).

Το χέρι του τρυπώνει στα μαλλιά της, χτενίζει αφρόντιστα κάτι αφέλειες μπροστά.

(Μου αρέσει ελεύθερο το μέτωπο) του λέει. Σηκώνει και πατάει πίσω τα τουφάκια.

(Έτσι πατάς εσύ τους όρκους σου;)

(Α, όχι. Εγώ για ορατότητα το έλεγα…)

(Κι εγώ γι αυτό…)

«Ζεσταίνεσαι;»

Ο Φραγκίσκος είδε που αέριζε το μέτωπό της.

«Τώρα, λιγάκι».

«Είναι απ’ την υγρασία που έχουμε τόση ζέστη. Κι απόψε δεν κουνιέται φύλλο».

Ένα φιατάκι στο λόφο με τα κυπαρίσσια άκουγε μ’ ανοιχτές τις πόρτες «θα πιω απόψε το φεγγάρι και θα μεθύσω και θα πω»

«Πώς να μεθύσεις με φεγγάρι;»

Ο Φραγκίσκος σκέφτηκε λίγο.

«Μιλώντας, δακρύζοντας στα σκοτεινά. Έτσι δε λένε οι στίχοι;»

«Πάρε του φεγγαριού το δάκρυ από το αίμα να πλυθείς. (Ενώ το σιγοτραγουδάει αυτό η Κατερίνα κοιτάζει κάτω στο χώμα χαμηλά). Πραγματικά πολύ αισθαντική ποίηση. (Κοιτάζοντας πάντα χαμηλά ακουμπάει το πηγούνι της στο γόνατο). Και τι ιδέα το φεγγάρι στα μαλλιά. Λες και καρφώνει λουλουδάκι στο αυτί».

«Της καμαρώνει την ομορφιά»

«Είναι ερωτευμένος. Όταν αγαπάς, η φαντασία σου ξεφεύγει».

«Σκέψου τι όμορφη που θα ’σαι με το φεγγάρι στα μαλλιά».

Η Κατερίνα ένιωσε το στίχο να της απευθύνεται. Έστρεψε και τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Κοίταξε αμέσως το ρολόι της. Τα κυπαρίσσια έπρεπε να αλλάξουν φρουρά.

Ο Φραγκίσκος υπάκουσε χωρίς καθυστέρηση.

«Ετούτο δω το ερείπιο είναι που λένε, το χαλέπεδο των πνευμάτων».

«…Μου είπατε την άλλη φορά».

«Ναι, σου είπα».

(Μόνο που τότε ήταν μέρα. Πάντα τη νύχτα να φοβάσαι).

«Η Κεφαλονιά κατά που πέφτει; Δυτικά;»

«Πίσω».

(Για δοκίμασε. Για να πας πίσω πρέπει να με διασχίσεις, να περάσεις ξυστά από το μάγουλό μου κι ύστερα όλο ευθεία μέχρι να σε ρουφήξει το στόμα μου).

«Εδώ δεν είναι που άνοιξε η μύτη μου;»

«Εδώ. (είχα, το λεκέ σου στην παλάμη μου. Πόσο ανοιχτόχρωμο αίμα έχεις. Σα βουλοκέρι).

«Να και η κάπαρη»,

Ψάχνοντας χαϊδεύει κάτι φουσκάτες πιπερίτσες. Ο Φραγκίσκος ιδρώνει. Πώς τις κρατάει έτσι στα δάχτυλά της! Τρέμει με την ίδια αναστάτωση που έτρεμε παιδί όταν χούφτωνε τις φυλλωσιές για να κόψει στα κρυφά ένα τζάνερο.

[…]

  «Πώς μοιάζει αυτή η περιπέτεια με τον Ματωμένο Γάμο! διέκοψε ενθουσιασμένη η Κατερίνα. Ακόμη και με την καλόγρια τσιγγάνα. Αυτό σκέφτομαι όση ώρα σας ακούω. Νύχτα, φεγγάρι, λίγα φυλλώματα. Μυστήρια φύση υποβλητική, ιδανικό φόντο γι αυτό που θα ακολουθήσει: Ένα δράμα τιμής στην αρένα του κάμπου. Οι ερωτευμένοι κλέβονται αδιαφορώντας για την κατακραυγή. Όμως η προσβολή είναι μεγάλη, όλοι τους κυνηγούν με λύσσα, το κορίτσι λιποψυχά «άκου τα ποδοβολητά, έρχονται, δεν προλαβαίνουμε» του λέει κι εκεί. Μόνο που απέναντι στην τρυφερότητα του αγνού έρωτα του κυνηγού ο μεσογειακός Λόρκα αναπτύσσει τον παράφορο Λεονάρντο: «Αγγέλισσα μου, οι καρφίτσες του γάμου σου μπήκαν στο αίμα μου και μου το μαύρισαν». Κι αυτή κοιτάζοντάς τον κατάματα σαν πιστό σκυλί «φύγε, του λέει, εσύ, κι άσε με μένα. Να με θρηνήσουνε οι φυλλωσιές άπιστη, βρώμα και μαζί παρθένα»… Στη ζακυνθινή μπαλάντα δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Τη σημαδεύει το ασκητικό σχήμα».

«Δεν είναι η πρώτη φορά που το πάθος του έρωτα κρύβεται στα σύννεφα του λιβανωτού, είπε ο Φραγκίσκος. Η ζωή της υπαίθρου προσφέρεται για την τραχιά ανάμειξη του χριστιανικού δόγματος με τις ειδωλολατρικές προκαταλήψεις. Άλλωστε τι είναι, μια λαϊκή σύνθεση είναι που έρχεται από άλλες εποχές, τότε που η ευσέβεια ήταν δεδομένη».

«Βλέπετε, έρχεστε στα λόγια μου. Δεν είναι τυχαίο που όλο βγαίνει ο σταυρός σημάδι. Στον Λάμπρο και στον Λόρκα είναι χαραγμένος με αίμα ενώ στον κυνηγό προβάλλει σα χλωμό ράμμα στο ράσο. Μοιάζει με οιωνό, φρικτό χρησμό, ένα είδος ειδωλολατρείας. Επειδή είναι πάντα η ίδια μεσογειακή ψυχή που λέει την ιστορία και θρηνεί όχι για την αγάπη αλλά για τον πόθο, τη λαχτάρα, μια λαχτάρα περισσότερο απούσα παρά παρούσα».

«Αυτή η λαχτάρα που λες, αποδίδεται καλύτερα στο θέατρο».

«Λογικό. Είναι πανάρχαιοι οι δεσμοί του ανθρώπου με το θέατρο».

«Εκεί ο μικρός κυνηγός τρέμει όλο πάθος καθώς αποθέτει την κοπέλα απ’ τη λεπτή μεσούλα της θαλασσοβρεγμένη πάνω στην άμμο. Το μεσοφοράκι της μια ιδέα ανασηκωμένο από το γόνατο είναι κολλημένο στους μηρούς της».

Ένα άγχος διέτρεξε τη στιγμή λες και ξάπλωνε πάλι το κορίτσι μπροστά στα μάτια τους.

«Σα να το ήξερα από πάντα, διέρρηξε τη στιγμή η Κατερίνα, κάτι με έσπρωχνε να διασταυρώσω τις μεσογειακές ψυχές των ποιητών του έρωτα και του θανάτου. Τέτοια συγκριτική υπολόγιζα για το διδακτορικό μου».

«Εκτός του μεσογειακού, πώς αλλιώς συνδέονται;»

«Πώς αλλιώς;»

«Ναι. Πού είναι ο ταύρος. Η βεντέτα;»

«Χωρίς αυτά, παραδέχτηκε. Με τα πανάρχαια ένστικτα. Το μαχαίρι και το αίμα. Τον προδομένο ή απαγορευμένο έρωτα και τις αλληγορίες του θανάτου. Μα πάνω απ’ όλα με τη βίαιη και αδυσώπητη δύναμη της φύσης. Η φύση είναι ο πρωταγωνιστής. Η σελήνη και το χώμα, τα υπερφυσικά στοιχεία, το πάθος της Ανδαλουσιανής γης και του ζακυνθινού κάμπου. Η ψυχή του τοπίου είναι ο φόντος της σύγκρουσης του έρωτα με το θάνατο. Στο τοπίο του Κόκκινου Βράχου δε γκρέμισε και ο Ξενόπουλος την Φωτεινή Σάντρη; Τι άλλο είναι ο γκρεμός ή το φαρμάκι του Σολωμού από τη βία της φύσης; Έχω δει άνθρωπο να πεθαίνει φαρμακωμένος. Μια μυλωνού δαγκωμένη από οχιά. Ποτέ δε θα ξεχάσω την εικόνα, τόσο απλή και φυσική κι όμως δε χώραγε στον εαυτό της, ήθελε αέρα, γύρευε απλοχωριά. Όταν αργότερα μέσα από τα ρομάντζα και την ποίηση ήρθε το φαρμάκι και ταίριαξε στους απονενοημένους έρωτες, νομίζω, πήρε την ανάσα που έλειπε. Ο έρωτας ξόρκισε το θάνατο μ’ ένα ηρωικό τέλος, μια μεγάλη έξοδο από τη ζωή».

«Παραδίνεις, μου φαίνεται, σημασία στην αυλαία».

«Είναι η κορύφωση. Γι αυτό»

«Τι να την κάνεις την κορύφωση χωρίς τις σκηνές; Και συ όπως καταλαβαίνω, παραλείπεις την καθημερινότητα… ΄Η την ανέχεσαι».

(πρέπει να διάβαζε το μυαλό της)

«… Κι όμως στην απλή καθημερινή ζωή βρίσκονται οι χαρές».

«Ποιες χαρές; Οι χαρές που γίνονται μνήματα, βάσανα και φαρμακεροί συλλογισμοί; «…Και το κορμί της κόρης που ενώ φόρεμα γάμου του πρέπει, πικρό σάβανο τώρα φορεί». Παντού το κοινωνικό στοιχείο δείχνει το σκληρότερο πρόσωπο, οδηγεί στην απελπισία, σπρώχνει στο θάνατο. Ο χορός της αρχαίας τραγωδίας είχε περισσότερη ανθρωπιά. Αρκεί να δείτε πόσες αδικοθάνατες σαν την Φαρμακωμένη, τις ηρωίδες του Ξενόπουλου και την τραγωδία του Λάμπρου. Νομίζω πως στην πραγματικότητα δοκιμάζεται το ήθος».

«Σκέψου όμως και την αντίθετη πλευρά»

«Ποια είναι;»

«Όταν ο άντρας παραδίδεται στην αποπλάνηση και υποκύπτει στη συναρπαστική γυναίκα, μια μελαχρινή γυμνή Μάγια σκεπασμένη μόνο με μαύρη δαντέλα…»

«Μμ… Μυρίζει αίμα ξανά. Νύχτα και αίμα. Μαύρο μυστήριο και κόκκινο στιλέτο».

«Μα πώς τα βλέπεις έτσι, Κατερίνα; Με έναν πικρό ρομαντισμό (έτριψε σα φθορά τα δάχτυλά του). Δεν είναι όλα λογοτεχνία και ρομάντζα».

«Τι πιστεύετε, δεν έχει πίκρα η ζωή;»

Ο Φραγκίσκος έκανε ένα μορφασμό σα να μην του άρεσε η λέξη.

«Έχει δυσκολίες, γυρίσματα, αναποδιές».

«Και αδιαφανές πεπρωμένο».

«Σαν παγίδα ακούγεται αυτό».

«Μήπως δεν είναι; Ποιος ξέρει τι σημαίνει πεπρωμένο πριν το αντιμετωπίσει πραγματικά;»

«Νομίζω, δίνεις πολλή σημασία στα πράγματα. Η ζωή κάπου κάπου τα χάνει… Έχει όμως και χιούμορ».

«Μπλακ χιούμορ. Γελάει εκεί που δεν πρέπει».

«Ας την ξεγελάσουμε κι εμείς λοιπόν, ανασήκωσε ο Φραγκίσκος τα φρύδια και μια λάμψη αισιοδοξίας απλώθηκε ως τους κροτάφους του. Αλλιώς τι αξίζουμε;» [… ]

Συγγραφέας: ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑ ΚΟΛΥΒΑ

Έτος έκδοσης: 2013

ISBN: 978-960-438-146-3

Σελίδες: 492, Τιμή:  € 18

 

ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ  ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ «BOOKS AND THE CITY»

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το βιβλίο.
Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης
  • Τις ρίζες μας έδωσαν… ριζοσπάστες. Ένα βιβλίο για την Ιστορία μας, «ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ»
  • ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ, 1868: ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ [Πώς οι ζακυνθινοί εκλογείς από 5000 το 1863 έγιναν 14.408 το 1868!]
  • Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, μέσα από την εφημερίδα Αθηνά της 8ης Σεπτεμβρίου 1843 [η αναίμακτη Ελληνική μετάβαση στην συνταγματική μοναρχία]
  • Οι Λουμπαρδιανοί, οι Λιουραίοι, οι άλλοτε Ζακυνθινές εκλογές και ο ΄Αγγελος Καντούνης
  • ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΖΟΥΠΑΝΟΥ: «MAISON DE TOLERANCE» ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ «ACTION». Φρόυντ και Στανισλάβσκι ή Λακάν και Μπρεχτ; Ιδού η Απορία!
  • «ΙΝΑ ΤΙ», Ο ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟΣ ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΙΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗ
  • Ο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ GIAN BATTISTA MORATELLI ΚΑΙ Η ΛΗΞΗ ΜΙΑΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ ΤΟΥ 1806
  • ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΑΒΟΥΡΗ: Έξω ο Πάρις από την Ευρώπη! Η «Ωραία Ελένη» του Jacques Offenbach σε σκηνοθεσία Ισίδωρου Σιδέρη
  • ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, Η ιδιαίτερη ηθική βάση μιας Χρεοκοπημένης Κοινωνίας
  • «ΤΑ ΚΑΚΟΡΙΖΙΚΑ», της Θάλειας Γρίβα, στο «θέατρο 104»