GameNow WP Theme

DarkLight
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ Η. ΠΕΤΡΟΥ: Τα δημοτικά τραγούδια

Δύο από τα ανέκδοτα κείμενα του συγγραφέα και μελετητή Θεμιστοκλή Πέτρου.

Στο πρώτο η πολυετής ενασχόλησή του με το αγαπημένο του δημοτικό τραγούδι, την προέλευση και τις εκφάνσεις του, καταλήγει σε μια πρωτότυπη ανασκόπηση του θέματος, γλαφυρή, σφαιρική όσο και ευσύνοπτη.

Στο δεύτερο μέρος η ενασχόληση αυτή, μετουσιωμένη σε έμμετρο λόγο, αξιοποιείται για να εκφράσει θέματα καθημερινά μα και συγχρόνως υπαρξιακά σε ένα εντυπωσιακό πεζοτράγουδο στα χνάρια του δημοτικού τραγουδιού.

Τα έσοδα από τις πωλήσεις του βιβλίου θα διατεθούν

για να ενισχυθεί το «Χαμόγελο του παιδιού»

 

ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ο Θεμιστοκλής Πέτρου γεννήθηκε στο Φοινίκι της Θεσπρωτίας  το 1928.

Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών Πολιτικές και Οικονομικές Επιστήμες. Υπηρέτησε στο Δημόσιο και συνταξιοδοτήθηκε με τον βαθμό του Διευθυντή Α΄ Τάξεως. Από νωρίς ασχολήθηκε με τη μελέτη και το γράψιμο. Έφυγε απρόοπτα τον Αύγουστο του 2012.

Εξέδωσε τα βιβλία:

  • Η ΚΥΠΡΟΣ ΣΤΙΣ ΕΠΑΛΞΕΙΣ (έμμετρο θεατρικό, 1956)
  • ΤΡΕΙΣ ΩΔΕΣ στον άνθρωπο, στον έρωτα, στην πατρίδα (1968)
  • ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ Ε.Ο.Κ. (1964)
  • ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗΣ , (βιογραφία, 1974). Βραβευμένο.
  • Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΟΜΟΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΚΑΙ Η ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΕΙΑ ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ (Περίπλους, 2008)

Άλλα έργα του παραμένουν ανέκδοτα όπως: Αθηναγόρας Α’, Η Ορθοδοξία στην Ευρώπη, Το συναξάρι της φυλής (έμμετρη αφήγηση των ιστορικών γεγονότων του Ελληνισμού).


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

Η ανάγκη λοιπόν να συγκεντρωθεί όλος αυτός ο πνευματικός πλούτος σε ποιητικές συλλογές γίνεται για πολλούς προσωπικό κι επιτακτικό χρέος.

Μια τέτοια συλλογή, σε χειρόγραφα, ανακαλύπτει ο κορυφαίος ιστοριοδίφης Κωνσταντίνος Σάθας6 στη βιβλιοθήκη της Βιέννης και στέλνει αντίγραφό της στον λαμπρό νεοελληνιστή Αιμίλιο Λεγκράν  αυτός την ενσωματώνει στην έξοχη συλλογή του με τα δημοτικά μας τραγούδια και μας πληροφορεί εκεί, ότι και άλλοι, όπως ο ιππότης Ξαβιέ ντε Μοντεγκύ της εποχής του Λουδοβίκου 14ου είχαν καταρτίσει παρόμοιες συλλογές, δηλαδή, πριν από αιώνες. Πρώτος, ωστόσο, που καταπιάστηκε συστηματικά με τη συγκέντρωση των τραγουδιών του λαού μας ήταν ο πολυσπούδαστος Γερμανός βαρώνος Σαξτάουζεν.

Ο ίδιος όμως δεν ήξερε καλά τα ελληνικά ούτε τις συνήθειες του λαού μας, κι επομένως, δεν του ήταν εύκολο να εμβαθύνει στο πνεύμα των τραγουδιών του και να γράψει την εισαγωγή του σε αυτά. Η προσπάθειά του βρίσκει πρόθυμους για συμπαράσταση τα πιο φωτισμένα μυαλά της εποχής. Ο μεγάλος Γκαίτε υπόσχεται να γράψει τον πρόλογο στο βιβλίο και, τόσο πολύ συνεπαίρνεται από την ένθεη λύρα της λαϊκής μας Μούσας, που αρχίζει να σπουδάζει τη γλώσσα μας και μεταφράζει κάμποσα από τα τραγούδια μας, όπως το γνωστό σε όλους μας «ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος/τα δυο βουνά μαλώνουν».

Τον ίδιο καιρό γράφει στον γιο του να σπουδάσει τη ζωή και τον άνθρωπο στα ελληνικά δημοτικά τραγούδια και, με άρθρα του, παρακινεί τον Σαξτάουζεν να μη καθυστερεί την έκδοση της συλλογής του. Όμως, ο φιλότιμος βαρώνος δεν ήξερε καλά την ελληνική γλώσσα και, για το λόγο αυτό, του ήταν δύσκολο να μεταφράσει τα κείμενα στα γερμανικά.

Τον ίδιο αυτό καιρό ένας άλλος Ευρωπαίος διανοούμενος ασχολούνταν με αληθινό πάθος, θα λέγαμε, για να εμπλουτίσει την ευρωπαϊκή διανόηση με την ελληνική παράδοση, όπως αυτή προβάλλει μέσα από τους ολόδροσους στίχους του δημοτικού τραγουδιού. Ήταν ο Γάλλος φιλέλληνας Κλαύδιος Φωριέλ.

Ποιητής ο ίδιος, λάτρης του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, γίνεται φίλος της επανάστασης του 1821, συναντιέται με Έλληνες του εξωτερικού, ακούει από το στόμα τους τα δημοτικά μας τραγούδια και αθανατίζει τους πόθους και τη λεβεντιά του λαού μας στην περίφημη συλλογή του, (την πρώτη που τυπώθηκε με τα τραγούδια μας), που κυκλοφόρησε σε δυο τόμους, πρώτα στα γαλλικά κι έπειτα σε άλλες γλώσσες.

Γνωστοί Έλληνες λόγιοι και ποιητές του εξωτερικού, όπως ο Μουστοξύδης, ο Πίκολος, ο Κλωνάρης και, ξέχωρα, ο Αδαμάντιος Κοραής τρέχουν να προσφέρουν τα φώτα τους στην προσπάθεια του Φωριέλ, που τον κάνει πασίγνωστο.

Η εκτενέστατη εισαγωγή στο βιβλίο, μεστή από πληροφορίες για τη ζωή, τις συνήθειες, τους ηρωισμούς και τις αρετές των κλεφταρματωλών αποτελεί πολύτιμη πηγή για τους ιστορικούς ερευνητές σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που και αυτός ο μεγάλος μας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος παραπέμπει τον αναγνώστη σε αυτή.

Η συλλογή του Φωριέλ μαζί με την εισαγωγή της και τα κατατοπιστικά σημειώματα, που προτάσσονται σε κάθε τραγούδι, αποτέλεσε την αφετηρία για την έκδοση και κυκλοφορία πολλών ακόμη συλλογών και θεωρείται «το Ευαγγέλιο της Δημοτικής μας Ποίησης».

Τόση εντύπωση έκανε η κυκλοφορία της στην Ευρώπη, που ο Γερμανός ιστορικός και φιλέλληνας Γουλιέλμος Μύλλερ7 μετέφρασε αμέσως τον πρώτο τόμο στα γερμανικά, σημειώνοντας στον πρόλογο ότι «τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια είναι το σπουδαιότερο άνοιγμα στον ορίζοντα της παγκόσμιας ποίησης», κι ας είχε δημοσιεύσει ως τότε ο ίδιος πέντε συλλογές δημοτικών τραγουδιών άλλων λαών. Από δω και μπρος οι συλλέκτες και οι εκδόσεις πολλαπλασιάζονται.

Το 1842 ο περίφημος Δαλματός φιλόσοφος Τομαζέο8, καθηγητής της σανσκριτικής στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας και φίλος του Σολωμού στην Κέρκυρα τυπώνει στη Βιέννη μια ξενόγλωσση συλλογή με δημοτικά μας τραγούδια και τα μεταφράζει στα ελληνικά. «Σύναξε, ω Ελλάς καλότυχη» -γράφει στον πρόλογο- «τα δείγματα της αιώνιας δόξας σου. Αν θέλεις κάτι ναμιμηθείς, τα δικά σουμιμήσου… Και φρόντισε να μη συναχθούν στο στήθος σου πράγματα ξένα και περιττά».

Ακολουθεί η συλλογή του Ευλάμπιου, το 1843, στην Πετρούπολη με τον συγκινητικό τίτλο «Αμάραντος, ήτοι ρόδα της αναγεννηθείσης Ελλάδος», που τη μνημονεύω εδώ για το λόγο ότι είναι η πρώτη συλλογή με δημοτικά μας τραγούδια που τυπώνεται από Έλληνα.

Το 1860 ο Γερμανός φιλόλογος Αρνόλδος Πάσσωβ τυπώνει στη Λειψία τα «Ρωμέικα Τραγούδια», μια πολυσήμαντη συλλογή που αποτελεί κωδικοποίηση όλων των τραγουδιών μας που είχαν ως τότε δημοσιευθεί.

Η συνεχής αναφορά μου στους τίτλους των συλλογών και στους συλλέκτες των δημοτικών μας τραγουδιών θα κούρασε, ίσως, τον αναγνώστη. Όμως αυτό, πιστεύω, το σκύψιμο των πνευματικών κορυφών στη νερομάνα της λαϊκής μας ψυχής μας δίνει το μέτρο της αξίας του πνευματικού θησαυρού μας, της ίδιας της εθνικής μας υπόστασης, και ξυπνάει μέσα μας τη μεγάλη ευθύνη να κρατήσουμε αθάνατη τη «Νεράιδα» των τραγουδιών μας, γιατί όπου κι αν πάμε, χωρίς την αγάπη μας γι’ αυτή είναι σαν να αρμενίζουμε δίχως πυξίδα.

Από τις δεκάδες συλλογές που ακολούθησαν, άλλες με τραγούδια ορισμένης περιοχής, (Ηπείρου, του Μοριά, νησιώτικα), άλλες με τραγούδια ορισμένης κατηγορίας, (κλέφτικα, της ξενιτιάς, του γάμου, νανουρίσματα, μοιρολόγια), σαν πιο αξιόλογες θεωρούνται οι συλλογές του Μανούσου, του Λεγκράν , του Αραβαντινού, του Πολίτη, του Κυριακίδη, του Γιάννη Αποστολάκη, του Μελαχρινού και του Άγι Θέρου. Ανάμεσα σε όλες αυτές την πιο ξεχωριστή θέση κατέχει η συλλογή του Νικολάου Πολίτη .

 

Συγγραφέας: ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ Η. ΠΕΤΡΟΥ

Έτος έκδοσης: 2013

ISBN: 978-960-438-146-3

Σελίδες: 48, Τιμή:  € 9

 
ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ  ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ «BOOKS AND THE CITY»

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το βιβλίο.
Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης
  • Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, μέσα από την εφημερίδα Αθηνά της 8ης Σεπτεμβρίου 1843 [η αναίμακτη Ελληνική μετάβαση στην συνταγματική μοναρχία]
  • Οι Λουμπαρδιανοί, οι Λιουραίοι, οι άλλοτε Ζακυνθινές εκλογές και ο ΄Αγγελος Καντούνης
  • ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΖΟΥΠΑΝΟΥ: «MAISON DE TOLERANCE» ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ «ACTION». Φρόυντ και Στανισλάβσκι ή Λακάν και Μπρεχτ; Ιδού η Απορία!
  • «ΙΝΑ ΤΙ», Ο ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟΣ ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΙΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗ
  • Ο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ GIAN BATTISTA MORATELLI ΚΑΙ Η ΛΗΞΗ ΜΙΑΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ ΤΟΥ 1806
  • ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΑΒΟΥΡΗ: Έξω ο Πάρις από την Ευρώπη! Η «Ωραία Ελένη» του Jacques Offenbach σε σκηνοθεσία Ισίδωρου Σιδέρη
  • ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, Η ιδιαίτερη ηθική βάση μιας Χρεοκοπημένης Κοινωνίας
  • «ΤΑ ΚΑΚΟΡΙΖΙΚΑ», της Θάλειας Γρίβα, στο «θέατρο 104»
  • Δ. Αρκαδιανος – Μ. Γιαννουλης: “Δημοτικά τραγούδια και χοροί των χωριών της Ζακύνθου” || Λαογραφική έρευνα
  • ΣΠΥΡΟΣ ΞΕΝΟΣ: Διονύσιος Παν. Στεφάνου:«Η αποδοχή μου [της Πρωθυπουργίας] δεν θα είχε κανένα άλλον σκοπόν παρά να γίνει η κηδεία μου πολυτελεστέρα. Αλλά δι’ αυτό εμέ δεν με ενδιαφέρει».