GameNow WP Theme

DarkLight
ΜΑΡΘΑ ΤΟΚΑΤΛΙΔΟΥ: Τα καλά της τα παπούτσια

Πώς ζούσαν τα παιδιά των μεταναστών, που έμειναν πίσω στην Ελλάδα μακριά από τους γονείς τους;

Πώς αναπλήρωναν(;) όλα εκείνα τα συναισθήματα, που είχαν ανάγκη να νιώσουν από τη μητέρα και τον πατέρα τους;

Ένα μικρό κορίτσι, που μεγαλώνει σ’ ένα ορεινό χωριό της Καστοριάς χωρίς τους γονείς της, οι οποίοι είχαν ξενιτευτεί στη Γερμανία τη δεκαετία του ’60 για ένα καλύτερο αύριο, περιγράφει το πόσο κοντά βρίσκονται η στέρηση, η αγωνία, η λύπη, η ευθύνη και το κλάμα, με τον ενθουσιασμό, την ανεμελιά, τη χαρά και το γέλιο για αυτά τα παιδιά.

Συνήθως γίνονται έρευνες για τη ζωή των παιδιών, που ζούνε με τους γονείς τους σε ξένες χώρες.

Η συγγραφέας εδώ γυρνά στα δικά της βιώματα και αισθάνεται την ανάγκη να γράψει το αντίθετο.

 

Η Μάρθα Σαββοπούλου-Τοκατλίδου γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1954 στο Μελάνθιο Καστοριάς. Έχει αποφοιτήσει από το Λύκειο Καστοριάς.

Αγαπάει τα βιβλία, τον κινηματογράφο και τη μουσική. Ασχολείται πολλά χρόνια με το ραδιόφωνο.

Είναι παντρεμένη με τον Γιάννη Σαββόπουλο και έχει δυο γιους  το Δημήτρη και τον Αλέξη. Ζει και εργάζεται στην Καστοριά.

Η συλλογή διηγημάτων της με τίτλο «Τα καλά της τα παπούτσια» είναι το πρώτο της βιβλίο.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

Ε… ΚΑΙ ;

Ένιωθε την υγρασία στις πατούσες της. Καθόταν πάνω στην άμμο και ζωγράφιζε σκίτσα μ’ ένα λεπτό ξυλαράκι. Αστέρια, πουλιά,, λουλούδια… Ο ήλιος ήταν έτοιμος να κάνει την βραδινή του βουτιά, να περάσει κάτω από τα νερά της θάλασσας, να κάνει όλο το γύρω της γης και μέσα από αυτήν να ξαναγεννηθεί, για να εμφανιστεί ολοκαίνουργιος το επόμενο πρωί.

Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε. Το βλέμμα της θόλωσε από το χρυσάφι του.

Τότε είδε το περίγραμμα μιας ανθρώπινης φιγούρας, να γεννιέται από τα σπλάχνα της θάλασσας, να αναδύεται και να περπατάει πάνω στα νερά της. Συνέχιζε να το κοιτάζει. Το σκοτεινό, συμπαγές περίγραμμα προχωρούσε αργά και σταθερά προς το μέρος της, χωρίς να βουλιάζει. Κοίταζε μαγεμένη!

«Σαν το Χριστό που περπάτησε πάνω στα κύματα», σκέφτηκε και δεν έκλεινε τα βλέφαρά της για να μην χάσει αυτή την εικόνα από τα μάτια της. Όσο κοκάλωνε το βλέμμα της τόσο ξεχώριζε το φύλο του περιγράμματος. Ήταν γυναίκα! Περπατούσε επιβλητική πάνω στην χρυσή και ακίνητη θάλασσα, σηκώνοντας με χάρη πότε-πότε τα χέρια της σαν να τη χαιρετούσε.

Κοίταζε την οπτασία συνεπαρμένη ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια της και αυτή ερχόταν όλο και πιο κοντά της. Άρχισε να ξεχωρίζει το πρόσωπό της. Τα μαλλιά της μαύρα και σγουρά έπεφταν στους ώμους της, παίζοντας με τον αέρα της θάλασσας και τα χρώματα του δειλινού. Όσο ξεχώριζε τα χαρακτηριστικά της τόσο συνειδητοποιούσε πως η όψη που την πλησίαζε, ήταν αυτή της μάνας της. Και όσο έβλεπε την μάνα της να την πλησιάζει χαμογελαστή, τόσο η φιγούρα της βούλιαζε σιγά-σιγά στην θάλασσα περπατώντας προς το μέρος της.

Σηκώθηκε και έτρεξε κοντά της. Τα πόδια της έτρεχαν, πλατσουρίζοντας στα νερά. Έτρεχαν… έτρεχαν…, αλλά το σώμα της βρισκόταν στο ίδιο σημείο. Έβαλε τα δυνατά της ανοίγοντας τον διασκελισμό της και έτρεχε ακόμη πιο γρήγορα, αλλά πάλι έμενε στο ίδιο σημείο. Η μάνα της όλο και βούλιαζε με τα χέρια της απλωμένα προς αυτήν, ώσπου εξαφανίστηκε εντελώς αφήνοντας έναν μεγάλο διάδρομο στο νερό.

Το στήθος της ανεβοκατέβαινε τόσο γρήγορα που η σκληρή ανάσα, τραυμάτισε το λαιμό της. Ξύπνησε ιδρωμένη και κατάκοπη. Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε γύρω της.

«Ευτυχώς όνειρο ήταν», σκέφτηκε και γύρισε από το άλλο πλευρό.

Περπατούσε τώρα μόνη και ξυπόλητη σε έναν τραχύ και άνυδρο τόπο. Γύρω της, πέτρες και χώμα. Πέτρες μικρές, μεγάλες και βράχοι. Κάπου-κάπου διέκρινε κάτω στη γη αγκαθωτά ξερόχορτα και πάνω στον ουρανό έβλεπε να πετάνε μεγάλα σκούρα πουλιά χωρίς λαλιά. Τόση ησυχία και τόση ζέστη! Αυτή να διψάει και ό ήλιος να καίει ψήνοντας τις πατούσες της πάνω και κάτω από το χώμα, που λες πως είχε πάρει φωτιά και ήταν σαν να πατούσε σε αποκαΐδια. Είχε βάλει όμως στόχο να φτάσει στο τέρμα. Εκεί όπου θα έβλεπε το θαύμα!. Αυτό, της Ανάστασης του Λαζάρου.! Και θα έφτανε, όσο κι αν είχε καταβεβληθεί. Άλλωστε το έβλεπε στο βάθος του ορίζοντα. Ήταν πολλοί βράχοι μαζεμένοι σχηματίζοντας κάτι σαν βουνό. Στο κέντρο του είχε μία σκούρα μαύρη πέτρινη πόρτα.

«Νάτο, εκείνο είναι!», αναφώνησε και τα πόδια της βάραιναν ακόμη πιο πολύ! «Θα φτάσω ;… Τουλάχιστον να έβρισκα κάπου λίγο νερό… και αυτό το σκληρό τοπίο, πόσο με κουράζει δεν αντέχω…», μουρμούρισε με παράπονο.

Γύρισε πίσω το κεφάλι της και είδε τον ατελείωτο δρόμο που είχε διανύσει. Και όπως ξαναγύρισε για να υπολογίσει πόσος δρόμος ακόμη της απόμεινε, βρέθηκε ξαφνικά μπροστά στην πόρτα του Τάφου του… Λαζάρου. Χωρίς καλά-καλά να συνειδητοποιήσει ότι έφτασε μπροστά της, την είδε να ανοίγει μόνη της και να βγαίνει ένα όρθιο πτώμα, τυλιγμένο σφιχτά από τα πόδια έως και το κεφάλι με μεγάλες άσπρες φαρδιές πάνινες λωρίδες. Το μόνο ατύλιχτο ήταν το πρόσωπό του. Το πτώμα την πλησίαζε αργά-αργά.

«Μα πώς περπατά»; Αναρωτήθηκε και αμέσως έδωσε την απάντηση :

 «’Άγιος είναι, ότι θέλει κάνει!».

Στάθηκε μπροστά της και την κοίταξε. Σήκωσε τα μάτια της και τον είδε! Δεν ήταν τα μάτια του Αγίου, αλλά της μάνας της. Τα χείλη του της χαμογέλασαν. Το χαμόγελο της μάνας της την τύλιξε! Άρχισε η καρδιά της να χτυπάει άταχτα. Με μιας, κόπηκαν οι άσπρες πάνινες λωρίδες, ελευθερώθηκαν τα πόδια και τα χέρια της, έτρεξε την σήκωσε στην αγκαλιά της, την έσφιξε πολύ και δεν σταματούσε να τη φιλάει στα μαλλιά, στα μάγουλα, στα χέρια.

 Και ο άγριος άνυδρος, ξερός τόπος ζωντάνεψε!. Γέμισε δέντρα και λουλούδια. Τα μαύρα πουλιά κελαηδούσαν και έκαναν μικρούς γρήγορους κύκλους στον αέρα σαν να χόρευαν χαρούμενα! Οι μυρωδιές των λουλουδιών παντρεύονταν μ’ αυτήν της μάνας της. Ακούμπησε την μυτούλα της στο λαιμό της και έπινε την μυρωδιά της. Την μύριζε με διψασμένα πνευμόνια, με στερημένη όσφρηση, τη μύριζε… τη μύριζε… και..  ξύπνησε!

Ξύπνησε με μία ανείπωτη ευφορία και έτρεξε στο παράθυρο. Είχε ήδη ξημερώσει. Τράβηξε το κουρτινάκι και άνοιξε το γράμμα.

«Γλυκό μου κορίτσι, αγάπη μου γλυκιά, εσύ! Έφτασε ο καιρός να σε συναντήσω!. Θα έρθω με άδεια. Δεν βλέπω την ώρα να σε δω. Θα ταξιδεύω δύο μέρες με τρένο και άλλη μια μέρα με λεωφορείο. Λαχταρώ να σε σφίξω τόσο πολύ στην αγκαλιά μου και να μην σε βγάλω ποτέ από αυτήν!».

Είδε την ημερομηνία που έγραφε το γράμμα και υπολόγισε τις μέρες, μετρώντας και ξαναμετρώντας τες μία-μία με τα δάχτυλά της, για να μην κάνει λάθος. Σε τρείς μέρες θα την έβλεπε! Δηλαδή το Σάββατο!.

Φίλησε το γράμμα το δίπλωσε και το έβαλε στον φάκελό του. Είδε τα αγαπημένα γράμματα να χορεύουν φωνάζοντας το όνομά της, κάτω από το πρόσωπο του κυρίου με τις άσπρες μπούκλες που στεκόταν σοβαρός και βαρύς πάνω στο γραμματόσημο. Του έβγαλε την γλώσσα και άρχισε να κάνει σχέδια.

«Όταν έρθει, θα με κλείσει στην αγκαλιά της και δεν θα με αφήσει ποτέ! Μαζί θα ανοίξουμε την βαλίτσα της και θα δούμε τα δώρα που θα μου φέρει. Μαζί θα τρώμε, μαζί θα διαβάζουμε, μαζί θα τραγουδάμε, μαζί θα κοιμόμαστε αγκαλιασμένες! Πρέπει να της δείξω τις ζωγραφιές που έκανα γι αυτήν. Να της δείξω το καινούργιο φόρεμα που μου πήρε δώρο η νονά μου! Να της δείξω το κανελί γατάκι μου, που κοιμάται στο καλάθι. Να της πω για την καινούργια μου δασκάλα… να της πω… να της πω… για τους βαθμούς μου… να της πω για την γιαγιά… να της πω… να της πω…

Α!…Και να μην ξεχάσω να μαζέψω μαργαρίτες που της άρεσαν τόσο! Κάθε φορά που ερχόταν από το χωράφι έφερνε μαργαρίτες και τις έβαζε στο βάζο. Κρατούσε όμως πάντα μία και κοιτώντας με, μου έλεγε βγάζοντας ένα-ένα τα πέταλά της:

Μ’ αγαπά… δεν μ’ αγαπά. Και πάντα έβγαινε ότι μ’ αγαπά!»

 

Μέρες και νύχτες είχαν γίνει ένα στο μυαλό της, λες και πως ζυμώθηκαν μαζί, για να λιγοστέψουν το χρόνο που δεν έλεγε να κυλήσει. Πέντε χρόνια είχε να τη δει. Ήτανε στα νήπια και τώρα πια μεγάλη, περίμενε να της δείξει το στήθος της που άρχισε δειλά-δειλά να μεγαλώνει και ντρεπόταν να το πει στην γιαγιά της. Είχε να της πει…, να της δείξει… τόσα πολλά, που φοβόταν πως δεν θα προλάβαινε.

 Αφού άφησε το γράμμα πάνω στο τραπέζι για να μην το χάνει από τα μάτια της, έτρεξε στο ντουλάπι και πήρε ένα μεγάλο πάνινο σακούλι. Ίσιαξε την κουβέρτα του κρεβατιού της και άδειασε το περιεχόμενό του. Εκατοντάδες κουμπιά πολύχρωμα μικρά κα μεγάλα άρχιζαν να παίζουν μπρος στα μάτια της. Τα έβαλε σε τάξη και ξεχώρισε τρία μεγάλα κόκκινα, που έμοιαζαν με τριαντάφυλλα. Της τα χάρισε η μοδίστρα που της περίσσεψαν, όταν είδε τα μάτια της μικρής να αστράφτουν και να τα λιγουρεύονται.

-Τα θέλεις ; Να σου τα δώσω, της είπε, αλλά θέλω να μου πεις, τί θα τα κάνεις.

-Θα τα χαρίσω στην μαμά μου όταν έρθει! της είπε και η μοδίστρα την κοίταξε με θέρμη.

Πολλές φορές τον χειμώνα έπαιζε με τα κουμπιά. Η γιαγιά τα μάζευε λίγα-λίγα από ρούχα που πάλιωναν. Το ύφασμά τους το έκανε κουρελούδες και τα κουμπιά τα έκοβε και τα έβαζε σε αυτό το σακούλι.

-Πού ξέρεις; Μπορεί κάποτε να τα χρειαστούμε, έλεγε και το σακούλι γέμιζε σιγά-σιγά.

Πήρε λοιπόν τα τρία κόκκινα κουμπιά, τα τύλιξε σ’ ένα άσπρο χαρτί, τα έδεσε με μία χρυσή κλωστή και τα έβαλε στο τραπέζι δίπλα στο γράμμα.

«Στο ένα χέρι θα κρατάω τις μαργαρίτες και στο άλλο τα κουμπιά, σκέφτηκε, και θα της τα δώσω μόλις έρθει!».

Άκουσε την φωνή της γιαγιάς της να την καλεί για να πάει να φάει ζεστές αυγόφετες και αυτή ούτε που σάλεψε. Ήταν τόσο χορτάτη με όλα αυτά που τριγύριζαν αδιάκοπα στο μυαλό της.

Το βράδυ ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, έβλεπε διάφορα σχήματα που έκαναν τα υπολείμματα του χρώματος στον τοίχο και φανταζόταν θάλασσες, γλάρους, δελφίνια, ψάρια, κύματα, καράβια… Μόνο από τα βιβλία τα γνώριζε.

«Όταν έρθει η μαμά μου, θα της πω να πάμε μια βόλτα στην θάλασσα. Να δω τα κύματα, τα άσπρα πουλιά που σχίζουν τον αέρα και κάνουν βουτιές στο νερό… να μπω σε καράβι… να..».

Χάθηκε … και βρέθηκε σε μια σπηλιά γεμάτη με σταλαχτίτες και σταλαγμίτες. Ίδια ακριβώς με αυτήν στην κάρτα που έστειλε ο θείος της από τα Γιάννενα. Περπατούσε μόνη και έβλεπε τους σταλαχτίτες που ήθελαν αν φτάσουν στο κέντρο της μάνας τους γης και τους σταλαγμίτες που τεντώνονταν ψηλά για να αγγίξουν τον πατέρα τους ουρανό. Περπατούσε πίσω από τις κολώνες και περνούσε με δυσκολία ανάμεσά τους βλέποντας ψηλά αγγέλους να ψάλλουν κουνώντας τα άσπρα πέτρινα φτερά τους. Ρουφώντας την κοιλία της, πέρασε έρποντας ένα τούνελ και βρέθηκε σε ένα μεγάλο ξέφωτο. Εκεί είδε το δράκο να την κοιτάζει αγριεμένος και να βγάζει από το στόμα του αντί για φωτιά, νερό. Η όψη του τη φόβισε τόσο πολύ, που έτρεξε να κρυφτεί πίσω από ένα μεγάλο πέτρινο δέντρο. Έστρεψε το βλέμμα της στην απέναντι πλευρά. Μπροστά της στεκόταν μια γυναίκα που της χαμογελούσε. Στα πόδια της είχε πέτρινα λουλούδια και πέτρινα ελάφια. Άκουγε το γέλιο της, το γέλιο της μάνας της. Κακαριστό και παιχνιδιάρικο. Αναστέναξε ευχαριστημένη. Άνοιξε τα χέρια της να την αγκαλιάσει και σήκωσε τα μάτια της. Είδε το χαμόγελο να πετρώνει στο πρόσωπό της. Και η μάνα της πέτρινη ήταν!

Τινάχτηκε και κάθισε στο κρεβάτι. Άκουγε το ρολόι να χτυπάει τικ-τακ, τικ-τακ και είδε την ώρα στους φωσφορίζοντες δείκτες του. Λίγο αργότερα ξύπνησε από το θόρυβο που έκανε η βροχή πέφτοντας με δύναμη στις λαμαρίνες του χαγιατιού τους.

 Άλλες φορές αυτός ο θόρυβος την νανούριζε. Τώρα άστραφτε και βροντούσε τόσο πολύ, και αυτό ήταν που την φόβιζε. Ακολούθησε μία δυνατή χαλαζόπτωση και πανικοβλήθηκε. Έτρεξε αλαφιασμένη στην αγκαλιά της γιαγιάς της.

-Τώρα, πάνω στο τρένο πέφτει χαλάζι και βροντάει; τη ρώτησε με αγωνία.

-Όχι πουλάκι μου, είπε αυτή, μόνο εδώ το ρίχνει. Το τρένο είναι ακόμη πολύ μακριά, άσε που είναι φτιαγμένο από σίδερο και ούτε σφαίρα δεν το περνάει. Έλα τώρα να ρουφήξεις λίγη κοτόσουπα και μόλις κοπάσει ο καιρός και βγει ο ήλιος θα πάμε μια βόλτα στο μπαξέ, να μαζέψουμε ντομάτες.

Ησύχασε για λίγο και μετά έτρεξε και ξαναχώθηκε ολόκληρη κάτω από το πάπλωμα. Η μυρωδιά της σούπας την συνέφερε. Κάθισε στο τραπέζι, πήρε το κουτάλι και ρούφηξε μία γουλιά. Ήταν πολύ νόστιμη, μυρωδάτη και αχνιστή!

-Να την κρατήσουμε για την μαμά μου, είπε. Άφησε το κουτάλι στο τραπέζι και σηκώθηκε.

-Φάε, φάτην! Έχει και για την μαμά σου και για όλον τον κόσμο, της είπε με αγωνία η γιαγιά, φάε, το χρώμα σου είναι σαν πανί, θα αρρωστήσεις …

Το βράδυ είχε αστροφεγγιά. Τράβηξε όλα τα κουρτινάκια του παραθύρου, ξάπλωσε στο κρεβάτι και όπως ήταν ξαπλωμένη είχε καρφώσει το βλέμμα της στο σκούρο γαλάζιο του ουρανού. Τα χιλιάδες αστέρια που της κρατούσαν συντροφιά για χρόνια και που άλλοτε τις χαμογελούσαν και άλλοτε έκλαιγαν μαζί της, τώρα φαίνονταν θαμπά και θλιμμένα. Για ώρες τα κοίταζε.

«Μα είναι τόσο μακρύς ο χρόνος … πότε θα περάσει η ώρα… πότε θα ξημερώσει; Θα περιμένω όρθια στην πλατεία. Όλα τα αυτοκίνητα από κει περνάνε! Δεν μπορεί να μου ξεφύγει το αυτοκίνητο που θα την φέρει»!

Ξαναγύρισε στ’ αστέρια. Ξεχώρισε ένα πολύ φωτεινό και υπολόγισε την ακριβή του θέση. Το κοίταζε για ώρα και λες πως την κοίταζε και αυτό.

«Εδώ, σε αυτό το κρεβάτι θα κοιμηθώ μαζί της. Θα ξαπλώσουμε αγκαλιά, θα ανοίξω πάλι όλα τα κουρτινάκια και θα της το δείξω. Θα είναι το αστέρι μας! Και όταν ξαναφύγει εγώ θα το βλέπω από εδώ και αυτή θα το βλέπει από εκεί που θα είναι! Θα το βλέπει όμως; Αυτό το αστέρι πως μπορεί να βρίσκεται και εδώ και εκεί»;

-Γιαγιά, όλοι οι άνθρωποι βλέπουν τον ίδιο ουρανό και τα ίδια αστέρια, όσο μακριά κι αν βρίσκονται;

-Ναι κορίτσι μου όλοι βλέπουμε τον ίδιο ουρανό, γιατί ο ίδιος ουρανός σκεπάζει όλη την γη. Όπου κι αν βρισκόμαστε, όλοι βλέπουμε τον ίδιο ουρανό, επανέλαβε για να την καθησυχάσει, άντε κοιμήσου τώρα και αύριο να ξημερώσουμε με το καλό!

Έκλεισε τα μάτια της ησυχασμένη…

Ένα μεγάλο άρμα στολισμένο με λουλούδια περνούσε τώρα από μπροστά της. Το έσερναν δύο μεγάλα κουνέλια και ανάμεσα στα λουλούδια ξεφύτρωναν τα χαρούμενα κεφάλια των παιδιών τους. Πετάχτηκε όρθια! Θυμήθηκε ότι είχε μια άσπρη ουρά κουνελιού που της χάρισε η φίλη της. ‘Έτρεξε στην ντουλάπα. Δεν χρειαζόταν φως. Το φως του ουρανού της έφτανε. Την άνοιξε με προσοχή, χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο για να μην ξυπνήσει η γιαγιά της. Ψηλαφίζοντας, τη βρήκε και την έβαλε δίπλα στα κόκκινα κουμπιά.

«Ωραία, σκέφτηκε, αύριο πρωί-πρωί θα μαζέψω μαργαρίτες και όλα μαζί θα της τα χαρίσω!»

Την αλλαγή της νύχτας σε μέρα την έζησε λεπτό προς λεπτό. Για δευτερόλεπτα χαλάρωνε και μετά τινάζονταν κάθε τόσο, μη τυχόν έρθει η μάνα της και τη βρει να κοιμάται. Το πρωί το γάλα αχνιστό περίμενε πάνω στο τραπέζι.

-Έλα πιες το, πιες το, να ροδοκοκκινίσουν τα μαγουλάκια σου! Έτσι θα σε βρει η μάνα σου; Σαν άρρωστη είσαι! Έλα κορίτσι μου, έλα… και γύρισε από την άλλη πλευρά για να σκουπίσει στο μανίκι τα δάκρυά της, βγαίνοντας στην αυλή.

Πήρε το ποτήρι στα χέρια της και το ακούμπησε πάλι στο τραπέζι. Η αγωνία και η χαρά έφραξαν τον δρόμο της όρεξης της. Έτρεξε στο λιβάδι και μάζεψε τόσες πολλές μαργαρίτες που δεν χωρούσαν στα χεράκια της. Κάθισε κάτω και έκοψε με επιμέλεια τα κοτσάνια τους στο ίδιο ύψος. Έβαλε τη μία δίπλα στην άλλη, τις έδεσε μ’ ένα σχοινάκι, έτρεξε στο σπίτι και τις έβαλε σ΄ ένα ποτήρι με νερό.

Μέχρι το βράδυ περίμενε κρατώντας τις μαργαρίτες, τα κόκκινα κουμπιά και την ουρά του κουνελιού στα χέρια. Όρθια και σφιγμένη με όλες τις αισθήσεις της τεντωμένες περίμενε να ακούσει τον θόρυβο του αυτοκινήτου που θα την έφερνε, αλλά δεν τον άκουσε…

Περίμενε… περίμενε… έως ότου βραδιάσει και αποκαμωμένη πια με μαραμένες μαργαρίτες πήγε στο σπίτι. Ένα ράκος, ένα άδειο σακί σωριάστηκε στο κρεβάτι. Άφαγη, άυπνη, απογοητευμένη και δυστυχισμένη δεν είχε κουράγιο ούτε τα ρούχα της να βγάλει. Έπεσε όπως ήταν με τις μαργαρίτες στο χέρι. Έτρεμε ολόκληρη. Τα δόντια της χτυπούσαν από το ρίγος που την έπιασε. Η γιαγιά την πλησίασε μ΄ ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι και χωρίς να την κοιτάζει στα μάτια της είπε:

-Έλα γιαβρί μου πιες το, θα σου κάνει καλό!

«Τόσες μέρες άφαγο, άυπνο και αποκαρδιωμένο να περιμένει, τι να σου κάνει το παιδί;» σκέφτηκε και …

-Έλα, αν δεν το πιείς, θα στεναχωρηθώ πάρα πολύ!

Της έβαλε τις πιζάμες και κράτησε το ποτήρι με το γλυκό τσάι στο στόμα της, σαν σε μικρό παιδί. Την αγκάλιασε και έπεσε δίπλα της.

-Μην στενοχωριέσαι ψυχή μου, της είπε. Πάντα υπάρχουν καθυστερήσεις στα τρένα και στα λεωφορεία. Θα έρθει … θα έρθει! Να είσαι σίγουρη γι΄ αυτό! Αύριο με το καλό θα πάμε μαζί στην εκκλησία να προσευχηθούμε και να ανάψουμε ένα κερί, και θα δεις που θα έρθει η μανούλα σου!.

Την κράταγε αγκαλιά και αυτή σπαρταρούσε από το ρίγος. Της χάιδευε τα μαλλιά προσπαθώντας να την καθησυχάσει. Και αυτή θυμόταν πως κάθε φορά που κρύωνε, την έπαιρνε η μάνα της αγκαλιά, έπιανε τα χεράκια της, ξεκούμπωνε την μπλούζα της και τα έχωνε μέσα στις μασχάλες της για να ζεσταθούν. Δεν τόλμησε να κάνει αυτή την ίδια κίνηση στον κόρφο της γιαγιάς της. Η πράξη αυτή, ήταν πράξη αγάπης της μάνας της και μόνο της μάνας της και δικής της! Δεν χωρούσε κανένας άλλος μεταξύ τους.

Την έπιασε ένα βουβό παραπονιάρικο κλάμα.

Αυτό το κλάμα πάγωσε και χάραξε σκληρά το παιδικό της πρόσωπο.

 Το πρωί σηκώθηκε από το κρεβάτι, πήγε στον νεροχύτη πλύθηκε, χτενίστηκε και κοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Όχι, δεν έπρεπε κανένας να καταλάβει τον λυπημένο και απογοητευμένο κόσμο της. Δεν θα επέτρεπε σε κανέναν να μπει μέσα σε αυτόν. Φόρεσε το καλό της φουστάνι, έβαλε και το ασορτί τσιμπιδάκι στα μαλλιά της και κρατώντας το χέρι της γιαγιάς της, πήγαν στην εκκλησιά. Άναψαν από ένα κερί και κοιτάχτηκαν. Η ίδια δεν είχε κουράγιο να σκεφθεί τίποτα. Ήταν τόσο κουρασμένη. Κοίταξε τα αυστηρά πρόσωπα των Αγίων. Το πρόσωπό της τους έμοιαζε! Σχεδόν είχε γίνει ίδιο μ΄ αυτά! Αυστηρό σκληρό και σοβαρό. Όλο το πάθος, η ανάγκη, η αναμονή, τα σχέδια, η χαρά και στο τέλος η πλήρης απογοήτευση, μετέτρεψαν την μορφή της σε μορφή ενήλικα.

Όταν την πλησίασε ο ξάδερφός της και της είπε με χαρά στο αφτί :

-Έλα, έλα πάμε! Ήρθε η μάνα σου!, αυτή γύρισε και τον κοίταξε ανέκφραστη.

-Άκουσες τι σου είπα; Ήρθε η μάνα σου. Πάμε!

-Ε και; γύρισε και του είπε αδιάφορα.

 

Στάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα άφωνη. Πήγε ήρεμα προσκύνησε τις εικόνες, έκανε τον σταυρό της σαν μεγάλη γυναίκα και αργά, με σοβαρότητα βγήκε έξω από την εκκλησία.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και με την ίδια ανάσα βρέθηκε στην αγκαλιά της! 

Συγγραφέας: ΜΑΡΘΑ ΤΟΚΑΤΛΙΔΟΥ

Έτος έκδοσης: 2013

ISBN: 978-960-438-145-6

Σελίδες: 2198,

Τιμή:  € 14

 

 

ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ  ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ «BOOKS AND THE CITY»

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σχόλια για αυτό το βιβλίο.
Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης
  • Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, μέσα από την εφημερίδα Αθηνά της 8ης Σεπτεμβρίου 1843 [η αναίμακτη Ελληνική μετάβαση στην συνταγματική μοναρχία]
  • Οι Λουμπαρδιανοί, οι Λιουραίοι, οι άλλοτε Ζακυνθινές εκλογές και ο ΄Αγγελος Καντούνης
  • ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΖΟΥΠΑΝΟΥ: «MAISON DE TOLERANCE» ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ «ACTION». Φρόυντ και Στανισλάβσκι ή Λακάν και Μπρεχτ; Ιδού η Απορία!
  • «ΙΝΑ ΤΙ», Ο ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟΣ ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΙΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗ
  • Ο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ GIAN BATTISTA MORATELLI ΚΑΙ Η ΛΗΞΗ ΜΙΑΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ ΤΟΥ 1806
  • ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΑΒΟΥΡΗ: Έξω ο Πάρις από την Ευρώπη! Η «Ωραία Ελένη» του Jacques Offenbach σε σκηνοθεσία Ισίδωρου Σιδέρη
  • ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, Η ιδιαίτερη ηθική βάση μιας Χρεοκοπημένης Κοινωνίας
  • «ΤΑ ΚΑΚΟΡΙΖΙΚΑ», της Θάλειας Γρίβα, στο «θέατρο 104»
  • Δ. Αρκαδιανος – Μ. Γιαννουλης: “Δημοτικά τραγούδια και χοροί των χωριών της Ζακύνθου” || Λαογραφική έρευνα
  • ΣΠΥΡΟΣ ΞΕΝΟΣ: Διονύσιος Παν. Στεφάνου:«Η αποδοχή μου [της Πρωθυπουργίας] δεν θα είχε κανένα άλλον σκοπόν παρά να γίνει η κηδεία μου πολυτελεστέρα. Αλλά δι’ αυτό εμέ δεν με ενδιαφέρει».