GameNow WP Theme

DarkLight
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΛ. ΤΖΙΤΖΙΚΑΚΗΣ: Γυναίκα η Κόλαση… Γυναίκα κι ο Παράδεισος!

Δέκα ιστορίες, έχοντας ένα ακλόνητο κοινό στοιχείο: Τη γυναίκα! Όλες γεμάτες όνειρα, φόβους και ευαισθησία, εξυφαίνουν τις διαφορετικές ψυχές που ξεγυμνώνονται στις σελίδες αυτού του βιβλίου.

Τόσο ως παρουσία, όσο και ως απώλεια, τόσο στο αβέβαιο παρόν, όσο και στο αμετάκλητο παρελθόν, η γυναίκα πρωταγωνιστεί και απολαμβάνει την αναγνώριση που αναδύεται μέσα από τη σκέψη εκείνων, που επέλεξαν να την λατρέψουν.

 Οι άνδρες λένε ψέματα! Δεν πρόκειται για κάποιο τρομερό νέο!

Όμως, ειλικρινά πιστεύουν ότι μπορούν να κοροϊδέψουν μια γυναίκα; Κι αφού δεν μπορούν να την κοροϊδέψουν, τότε γιατί εκείνη επιλέγει να παραμένει με ιώβεια υπομονή δίπλα σε έναν ψεύτη άνδρα; Μήπως είναι κι αυτό ένα ακόμα κομμάτι της θηλυκής της σοφίας;

Όχι!

Αυτό γίνεται γιατί ελπίζει! Ελπίζει πως κάποτε, κάτι θα αλλάξει και πως η ευαισθησία που κρατά στην καρδιά της, θα αγγίξει και τον άνδρα πλάι της. Πιστεύει πως κάποιος που της δηλώνει ότι την αγαπά μπορεί κάπου και να το εννοεί!

Η καταραμένη η γνώση όμως και η σοφία, που την κάνουν να δει τα πάντα πίσω από τις μάσκες, έρχεται ύστερα από χρόνια! Έτσι κάποτε καταλήγει πως τα ροζ συννεφάκια, ανήκουν και σε ροζ κόσμους, αλλά και πως ο κόσμος μας δεν είναι ροζ! Είναι σκληρά κόκκινος από αμαρτία και ηδονή και ανεπανόρθωτα γκρίζος από υποκρισία.

Τι άλλο να ζητήσει μια γυναίκα από το να την εκτιμούν, να την αγαπούν και να της το δείχνουν; Να της υπενθυμίζουν, κάθε στιγμή πόσο τυχεροί είναι που την έχουν μέσα στα χέρια τους;

Αχ… αν ήξεραν οι άνδρες ότι θα μπορούσαν να έχουν οτιδήποτε ζητήσουν μόνο και μόνο αν αγαπούσαν τις γυναίκες στ’ αλήθεια, τότε μπορεί και να σταματούσαν τα ψέματά τους. Μπορεί και να τις καταλάβαιναν!

ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ:

Ο Γεώργιος Ελ. Τζιτζικάκης γεννήθηκε το 1981. Zει στην Αθήνα και κατάγεται από τα Χανιά. Εργάζεται στον τομέα της Καλλιτεχνικής Βιβλιοδεσίας, έχει σπουδάσει Διοίκηση Αθλητικών Επιχειρήσεων και Δημόσιες Σχέσεις, είναι Διαιτητής Ποδοσφαίρου του Συνδέσμου Αθηναίων Διαιτητών από 1998 και από το 2008 είναι Reiki Therapist του Usui System of Natural Healing. Επι σειρά ετών έχει ασχοληθεί με την παραγωγή μουσικών εκπομπών στο ραδιόφωνο.

Η ενασχόλησή του με τη συγγραφή ξεκινά από τα εφηβικά του χρόνια, όταν τα δεκαεπτά του κερδίζει βραβείο από την «Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών» για το διήγημα του «Ο Ζητιάνος».

Έργα έχουν συμπεριληφθεί σε λογοτεχνικές συλλογές πλάι σε καταξιωμένους σύγχρονους πεζογράφους. Άρθρα του και λογοτεχνικές κριτικές έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά ανά την Ελλάδα. Έχει προλογίσει ποιητικές συλλογές και είναι συνεργάτης σε λογοτεχνικά έντυπα και διαδικτυακούς τόπους.

Οι ηλεκτρονικές του σελίδες για επικοινωνία είναι :

  • www.twitter.com/tzitzikakis
  • www.myspace.com/tzitzikakisgiorgos
  • To group Tzitzikakis Books στο Facebook
    • ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ:
    • «Σιωπή… η δυνατότερη κραυγή…»,

διηγήματα (2000 -εξαντλημένο)

  • «Ένα γέλιο…που έκλαιγε…», διηγήματα (2005 -εξαντλημένο)
  • «Να μην ξεχάσω να ξυπνήσω», μυθιστόρημα (2010- Εκδόσεις Ιωλκός)

“Ο Γιώργος Τζιτζικάκης εντυπωσιάζει σ’ ένα κείμενο του 2012 που αντλεί τη γοητεία του από την παράδοση της αφηγηματικής τέχνης.”

Δημήτρης Στεφανάκης

Συγγραφέας βραβευθείς με τα Prix Μéditerranée Étranger 2011 & Διεθνές Βραβείο Καβάφη 2011

—-

“Ένα βιβλίο που ξεχειλίζει από τρυφερότητα και ευαισθησία. Ιστορίες απλές, φιλτραρισμένες μέσα από την ευγενική ψυχή του συγγραφέα, που αφυπνίζουν τη φαντασία και γαληνεύουν την ψυχή του αναγνώστη. Δέκα διηγήματα γραμμένα με γνήσια αγάπη για τον άνθρωπο και βαθύ σεβασμό προς τη γυναίκα. Δεν περίμενα τίποτα λιγότερο από τον Γιώργο Τζιτζικάκη!”

Μαρία Κωνσταντούρου

Συγγραφέας

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

La vie en rose

 «Και εν κατακλείδι, κυρίες μου, ας μη κρυβόμαστε! Η γυναίκα είναι κατά πολύ ικανότερη του ανδρός σε πάρα πολλά επίπεδα!

»Διαθέτει τέτοια μεγέθη ψυχικής δύναμης, που μοιάζουν ατερμάτιστα, ενώ παράλληλα μέσα της δεσπόζει η εξυπνάδα όχι μόνο για να αποκρυπτογραφήσει τα μυστικά που κρύβει μέσα στην σκέψη του ένας άνδρας, αλλά και ποιά είναι η πραγματική τους ρίζα!

»Ο άνδρας, κυρίες μου, είναι ένα απλό στις λειτουργίες του πλάσμα! Δυστυχώς δεν έχει προικιστεί από τη φύση να κατανοεί πλήρως τις καταστάσεις που προκύπτουν στην ζωή και επιζητούν ανάλυση. Με μια μικρή ίσως εξαίρεση στα οικονομικά θέματα! Να μην είμαστε και άδικες!

»Αντιθέτως στην γυναίκα έχει δοθεί από τη φύση, ένα χρυσό χρίσμα σοφίας! Κατοικεί μέσα της μια ευθύβολη ενέργεια που την πυροδοτεί να κάνει υπερβάσεις και έτσι μπορεί να ανταπεξέλθει ακόμη και στις δυσκολότερες των καταστάσεων. Διαθέτει έμφυτη την παρόρμηση να ελίσσεται και αν τελικά το επιλέξει να πορευθεί μόνη της, τότε δεν διστάζει να κατακτήσει όλα όσα έχει φανταστεί. Αρκεί να το αποφασίσει! Αρκεί να ανακαλύψει τη δύναμη αυτή που ξεκουράζεται μέσα της και περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να αναφλεγεί!

»Μεταξύ μας μιλάμε κυρίες μου! Ξέρετε όλες σας, πως μπορείτε αν θελήσετε, να πάρετε αυτό που θέλετε και όταν το θέλετε! Πόσες φορές δεν έχετε βρεθεί στη θέση να ξεστομίσετε πως δεν καταλαβαίνετε το αρσενικό, ενώ την ίδια στιγμή γνωρίζετε μέσα σας πως το κατανοείτε απόλυτα! Καμία πράξη της γυναίκας δεν είναι τυχαία κυρίες μου και το ξέρετε! Είμαστε λοιπόν η αρχή και το τέλος κάθε απόφασης! Και αρκεί μονάχα, αρκεί σας λέω και σας το υπόσχομαι αυτό, να θελήσουμε να αρπάξουμε στα χέρια μας τη δύναμή μας!

Τα έξαλλα και δυνατά χειροκροτήματα του κοινού, πλαισιώθηκαν με χαμόγελα θαυμασμού και επευφημίες. Η κατάμεστη αίθουσα επιβεβαίωνε και από μόνη της σαν εικόνα, το πόσο πολύ συμφωνούσαν οι ακροάτριες του σεμιναρίου μαζί της.

Η ημερίδα με τίτλο «Γυναίκες : Το ζωτικότερο στοιχείο της φύσης» είχε μόλις ολοκληρωθεί με τρομερή επιτυχία. Η είσοδος της ήταν ελεύθερη αλλά μόνο σε γυναίκες, ωστόσο αυτό δε στάθηκε πρόβλημα στο να γεμίσει η αίθουσα του ξενοδοχείου από νωρίς.

Η Μαίρη Ζώη μετά το τέλος της ομιλίας της, γεμάτη ικανοποίηση και πληρότητα, υπέγραφε τα βιβλία της με χαμόγελο που την έκανε να μοιάζει ξεκάθαρα με εκείνο της γυναικός που ήξερε απόλυτα τι ήθελε από την ζωή της και το διεκδικούσε ανενδοίαστα στο ακέραιο.

Αποτελούσε το πιο λαμπρό παράδειγμα των σύγχρονης εποχής. Για κάθε γυναίκα που επιθυμούσε να εντοπίσει τη χαμένη ελπίδα μέσα της και να την ενεργοποιήσει, τα λόγια της Μαίρης Ζώη κατάφερναν να την βοηθήσουν και επιτέλους έβρισκε το χαμένο μονοπάτι της ζωής της. Είχε χαρακτηριστεί σαν φάρος αισιοδοξίας για κάθε χαμένη και καραβοτσακισμένη θηλυκή ψυχή και χιλιάδες γυναίκες είχαν σαν παράδειγμα την ισχυρή της προσωπικότητα. Με τη βοήθειά της, ανέσυραν το κουράγιο και την αυτοπεποίθηση για να αλλάξουν την ζωή τους, δίχως να δέχονται πια να βαλτώνουν στην δυστυχία μιας καταπιεσμένης καθημερινότητας.

Στο πρόσωπο και την προσωπικότητά της, δεν έβρισκαν μόνο μια ομιλήτρια στα σεμινάρια ή μια ικανή συγγραφέα βιβλίων αυτογνωσίας, αλλά και μια φίλη, μία σύμμαχο, μία δύναμη που είχε βρει τον τρόπο και κατάφερνε να πυροδοτήσει τις δικές τους κρυφές και ταπεινές δυνάμεις. Κι όπως έλεγε η ίδια, χρησιμοποιώντας το σαν μότο στις ομιλίες της, μια ‘φίλη-σύμμαχος’ ανάμεσα σε γυναίκες, πολλές φορές σπάνιζε δυστυχώς. Μάλιστα σε μια συνέντευξή της σε ένα lifestyle περιοδικό, είχε δηλώσει με περίσσια βεβαιότητα πως, δυστυχώς οι σύγχρονες σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους του σήμερα, ήταν σαν χίλια κουτάλια όταν αυτό που χρειαζόσουν πραγματικά είναι ένα πιρούνι. Και το χειρότερο ήταν πως όσο το έψαχνες, τόσο ο κόσμος των ανδρών φαινόταν να κατέληγε πάντοτε να σου δίνει στα χέρια ένα μαχαίρι. Το αξιοπερίεργο ήταν πως δεν είχε κάτι εναντίον των ανδρών, απλά δεν της έκαναν και ιδιαίτερη αίσθηση σαν οντότητες μια σύγχρονης κοινωνίας. Δεν εξελίσσονταν τόσο γρήγορα όσο θα ταίριαζε στην εποχή.

Η Μαίρη ήταν στα τριανταεπτά της και είχε χωρίσει εδώ και δύο χρόνια από τον σύζυγό της τον Αχιλλέα. Αποφάσισε ένα πρωί πως δεν της πήγαινε άλλο αυτή η ζωή με έναν άνδρα που συγκλονιζόταν με έναν κινηματογράφο κάθε Τετάρτη και ένα θέατρο κάθε δεκαπέντε μέρες.

Δεν της αρκούσαν οι διακοπές στην Σκιάθο μόνο και μόνο επειδή εκεί είχε το πατρικό του σπίτι ο άνδρας της. Ακόμη κι αν η ίδια είχε επιμεληθεί την διακόσμηση, εκείνο πάντα της καθόταν στον λαιμό και δεν ήταν το εξοχικό που ονειρευόταν να έχει σαν καταφύγιο. Οι περίπατοι στο λιμάνι του νησιού και στο όμορφο μπούρτζι με τα ξύλινα παγκάκια και τις λεύκες του, δεν της πρόσφεραν τίποτα πια. Πολύ γρήγορα μάλιστα ένιωσε μέσα της τους περιπάτους και τα φιλιά εκείνα με τον Αχιλλέα, από ρομαντικά να γίνονται κοινότυπα, ίδια και απαράλλαχτα και εντέλει κάποτε και βαρετά.

«Πόσο θανατηφόρα βαρετή είναι η ζωή ετούτη!»

Σκεφτόταν δυο χρόνια πριν και συνόδευε αυτή τη σκέψη και με άλλες γκρίζες, όπως το ότι δεν είχαν πια γεύση τα θαλασσινά και το κρασί ήταν ίδιο είτε λευκό, είτε κόκκινο. Κάτι έφταιγε λοιπόν! Κάτι που δεν θα την έκανε φυσικά να διαμαρτύρεται σαν κυράτσα, μα ούτε φυσικά και να τσακώνεται με τον άνδρα της. Δεν της έφταιγε ο Αχιλλέας, αλλά κάπου της έφταιγε και ο Αχιλλέας!

Ήταν ολοφάνερα κι ένιωθε μια νέα, σύγχρονη δυναμική γυναίκα που ήθελε να πάρει τη ζωή στα χέρια της. Ήθελε να ζήσει!

«Και τι κακό θα μπορούσε να υπάρχει σε αυτό; Θέλω να ζήσω!»

Μονολογούσε σίγουρη και πάντα βέβαιη, πως η ζωή που κυλούσε γύρω της, την άφηνε ανικανοποίητη σε τέτοιο μεγάλο βαθμό που σίγουρα έφταιγαν τα τριγύρω, μικρά μα και μεγάλα και αποκλείεται να έφταιγε ίσως η δική της αρνητική αντιμετώπιση για τη καλά στρωμένη ζωή της.

Ήθελε!

Ήθελε κι άλλα, και διαφορετικά, και να είναι και πολλά και όλα χρωματιστά στον τόνο που εκείνη θα τους έδινε! Γι’ αυτό και χώρισε λοιπόν! Ζήτησε διαζύγιο και το απαίτησε δίχως να μπορεί ο Αχιλλέας που τη λάτρευε να της το στερήσει ή να της αλλάξει γνώμη. Όταν πια την άκουσε να του λέει με ατσαλάκωτο ευθύβολο βλέμμα και σίγουρη φωνή, πόσο φυλακισμένη ζούσε σε αυτή τη ζωή τα τελευταία χρόνια, τότε συνειδητοποίησε κι εκείνος πως όλα έχουν τελειώσει. Απλά σώπασε κι απέμεινε κοκαλωμένος απέναντι σε μια άγνωστη Μαίρη, μήπως και καταφέρει έτσι με τη σιωπή του να της διαπεράσει τον πόνο της μαχαιριάς που του κατάφερε. Μα η Μαίρη απλά τον κοιτούσε ατάραχη να ραγίζει σε δάκρυα και να πέφτει από τα σύννεφα.

Ο Αχιλλέας άλλωστε μπορεί να την αγαπούσε βαθιά, αλλά πάντα για στην αντίληψη της Μαίρης θα παρέμενε μια παθητική φιγούρα, ένας ήρεμος, πράος άνθρωπος, δίχως εντάσεις και εκρήξεις. Όσο τα χρόνια αυτού του γάμου περνούσαν και η ηρεμία τους αγκάλιαζε, τόσο μέσα στην σκέψη της, της φαινόταν ο σύζυγός της σαν μια καρικατούρα των αποφάσεων που έπαιρναν οι άλλοι. Ακόμη κι αν αυτοί οι άλλοι ήταν μόνο η ίδια! Έφτασε σε σημείο, ακόμη κι αυτό να την ενοχλεί αφόρητα.

«Ένας σύζυγος δίχως εντάσεις, μήτε κλονισμούς, δίχως καυγάδες και πάντα με χαμόγελο στα χείλη, ε πώς να το κάνεις; Είναι σαν ένα μικρό πόνι στον ιππόδρομο! Μπορούν τα πόνι να νικήσουν τα ατίθασα άτια;»

Είχε εκμυστηρευτεί κάποτε σε μια φίλη της και δεν ντράπηκε σταλιά, ακόμη κι όταν είδε το βλέμμα της φίλης της που απέμεινε άφωνη σαν την άκουσε. Βλέπεις η φίλη της γνώριζε πως μόλις είχε επιστρέψει η Μαίρη από μια βόλτα στα μαγαζιά, τα οποία ο Αχιλλέας χρηματοδοτούσε αδιαμαρτύρητα με την πιστωτική του κάρτα. Αυτό όμως της Μαίρης δεν της ήταν κάτι νέο. Το ήθελε; Το έκανε!

Έπρεπε λοιπόν να τελειώνει αυτός ο γάμος με τον Αχιλλέα. Το ήθελε και θα το έκανε! Και μιας και δεν υπήρχαν παιδιά στην μέση, έπρεπε να τελειώσει άμεσα μαζί του γιατί η ζωή περνούσε!

Το πρώτο καιρό του χωρισμού λοιπόν, η Μαίρη ζούσε με την ικανοποίηση που της είχε δώσει όχι απλά και μόνο αυτό το τέλος, μα επιτέλους αυτή η νέα, η άγνωστη και συγκλονιστική επανεκκίνηση. Αν και ποτέ πλάι στον Αχιλλέα δεν είχε νιώσει φυλακισμένη, η ξαφνική ελευθερία που απέκτησε, της έδινε χαμόγελο τόσο μεγάλο που ήταν ικανό να καλύψει την τυπική έστω μελαγχολία ενός χωρισμού. Γνώριζε πως ήταν τέτοια η δίψα της για κάτι νέο, που μέσα της πια είχε ριζώσει για τα καλά η πεποίθηση που φώναζε με βεβαιότητα για το τέλος της σχέσης αυτής και ορθόν της αποφάσεώς της.

Μπορεί για τις οικογένειες πίσω τους και για κάποιους φίλους που το έμαθαν, να φάνηκε τραχύς, απότομος, ξαφνικός ίσως και απίστευτα γρήγορος αυτός ο χωρισμός, μα ήταν αμετάκλητη η απόφαση. Μπορεί και τα δάκρυα του Αχιλλέα που την παρακαλούσε μέχρι τη τελευταία στιγμή να του εξηγήσει τι είχε κάνει και που είχε φταίξει, να έδωσαν έναν δραματικό τόνο στο γεγονός, αλλά εκείνη ήταν αποφασισμένη. Έπρεπε να κάνει κάτι για να μην πεθάνει άπραγη και βαρετή.

Επιτέλους τώρα πια, μετά τον χωρισμό τους φυσικά, ξυπνούσε και κοιμόταν με χαμόγελο, έχοντας ονειρευτεί πως θα κατάφερνε επιτέλους να έκανε όλα εκείνα που ήθελε. Όλα εκείνα τα ταξίδια που γύρευε να πάει, όλα τα βιβλία που ήθελε να γράψει, όλα τα φαγητά που ήθελε να γευτεί μέσα σε ηλιοκαμένες αγκαλιές όμορφων αγοριών που θα τη θαυμάζουνε.

«Χα, δεν υστερώ σταλιά άλλωστε!»

Είχε καγχάσει μπροστά στον καθρέφτη της, χαζεύοντας μετά από ένα ντους, το γυμνό κορμί της που διατηρούσε ακόμη μια άριστη σιλουέτα.

Είχε ξεκινήσει με πολύ ορμή όπως κάθε νέο ξεκίνημα και ευτυχώς για την ίδια, είχε τα χρήματα για να το θρέψει. Χρήματα που της είχε δώσει ο πρώην πια σύζυγός της, μιας και η αγάπη του για εκείνη, δεν θα μπορούσε να τον κάνει να της αρνηθεί όταν του ζήτησε να μοιράσουν την περιουσία από τον γάμο τους.

Επένδυσε αυτά τα χρήματα που ήταν παραπάνω από αρκετά, για να ιδρύσει τον οργανισμό La vie en rose. Ήταν ένας οργανισμός που θα στήριζε χαμένες γυναικείες ψυχές κι θα στήριζε τις αναποφάσιστες κυρίες με λογής-λογής προβλήματα.

Πολύ γρήγορα τον στελέχωσε με ικανότατες γυναίκες αλλά και πολλές εθελόντριες που πίστεψαν στο όραμά της και μιας και αυτό ήταν κάτι το πρωτοποριακό, να εργάζονται δηλαδή εκεί μόνο γυναίκες, η φήμη του που εξαπλώθηκε ταχύτατα, έφερε ξοπίσω της την επιτυχία του οργανισμού εκτοξεύοντας και τις μετοχές του σε πολύ μικρό διάστημα.

Ύστερα, σε διάστημα μόλις δύο χρόνων ήρθαν τρία βιβλία υπερεπιτυχημένα και τώρα πια υπήρχαν και τα σεμινάρια υποστήριξης νέων μελών, που είχαν βεληνεκές πανελλαδικό αλλά και προτάσεις για να επεκταθούν κι έξω από τα σύνορα της χώρας.

Μέλη του οργανισμού ήταν γυναίκες και μόνο. Γυναίκες που ένιωθαν δειλές αλλά δεν ήταν στην πραγματικότητα. Γυναίκες χαμένες μέσα στην ρουτίνα τους που όμως γύρευαν να βρουν το κουράγιο για να κάνουν το άλμα της αλλαγής στην ζωή τους. Τη βοήθεια για αυτό το άλμα, θα τους την έδινε ο οργανισμός La vie en rose, σβήνοντας κάθε φόβο τους και αντικαθιστώντας τον όχι μόνο με κουράγιο και αυτοπεποίθηση αλλά και λειτουργικά με θέσεις εργασίας και κίνητρα ανάπτυξης που δεν τις ήθελαν άλλο παγιδευμένες στην καθημερινότητα της τυπικής ‘γυναικούλας’, όπως ήθελε η κοινωνία να τις τιτλοφορεί.

Το μόνο που χρειαζόταν, και από εκεί ξεκινούσε η φιλοσοφία του οργανισμού, ήταν να παραδεχτεί όποια γυναίκα ήθελε να γίνει μέλος, πως κάποια πράγματα πρέπει να τελειώσουν για να ξεκινήσουν κάποια άλλα και να δεχτεί πως η διαδικασία αυτή μπορεί εν μέρει να πονούσε με τις θυσίες της, θα οδηγούσε όμως σίγουρα και σταθερά σε ένα αποτέλεσμα που θα έδινε νέο αέρα, άλλο χαμόγελο και την ικανοποίηση της ‘Νέας Γυναίκας’ που θα γεννιόταν μέσα από την παλιά. Δεν υπήρχε καλύτερη επιχειρηματική ιδέα σε μια χώρα που αιμορραγούσε, είχε όμως για φλέβες της κοινωνίας της ένα τεράστιο πληθυσμό γυναικών. Η επιτυχία ήταν αναμενόμενη και η ίδια το γνώριζε από την αρχή!

Η Μαίρη δεν είχε τρομερές γνώσεις, είχε σπουδάσει κάποτε δημόσιες σχέσεις σε μια ιδιωτική σχολή αλλά δεν δούλεψε ποτέ επάνω σε αυτό το αντικείμενο, καθώς ο Αχιλλέας της εξασφάλιζε μια βολική και άνετη ζωή με τα χρήματα που έπαιρνε από τη δική του δουλειά. Αυτή όμως η σκέψη, ότι κάθεται σε ένα σπίτι απλά μαγειρεύοντας που και που και εναλλάσσοντας τις μέρες της με ψώνια και περιπάτους της, ήταν κάτι που την ζόριζε, κάτι που μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα την εκνεύριζε όλο και περισσότερο. Ανά τακτά λοιπόν χρονικά διαστήματα, για να γεμίζει τον βαρετό της χρόνο, παρακολουθούσε σεμινάρια για την ενίσχυση της δυναμικής μιας προσωπικότητας και τι χρειαζόταν κάποιος για να κάνει επιτέλους την επανάστασή του.

Εκτός από τις γνώσεις που είχε αποκομίσει, διέθετε και ένα έμφυτο ταλέντο σε κάθε είδους τόλμημά της. Δεν σταματούσε αν δεν κατάφερνε αυτό που είχε βάλει στο μυαλό της! Μέσα της υπήρχε από πάντα μια ωμή και ακατέργαστη δύναμη, και αυτή η δύναμη ήταν η αλήθεια του λόγου. Με αυτό το όπλο κατάφερε να είναι δύο χρόνια μετά, μία από τις πιο επιτυχημένες γυναίκες της ηλικίας της και της χώρας και πια να ποζάρει σε περιοδικά lifestyle που έδιναν μάχη ποιό θα την είχε για εξώφυλλο.

Η δύναμη της πειθούς γυάλιζε στα μάτια της σαν φλόγα πυρσού. Λίγες την είχαν, πολλές ζήλευαν για να την αποκτήσουν και την αναζητούσαν διακαώς. Η Μαίρη και μπορούσε και ήθελε να την μεταλαμπαδεύσει σε αυτές τις νέες φίλες που την έβλεπαν σαν λυτρωτή τους. Επιτέλους βρισκόταν στην κορυφή του προσωπικού της όρους και κοιτούσε από ψηλά τους πάντες. Στο καστανό βλέμμα της φλόγιζαν τόσα πολλά που ήθελε ακόμη να κάνει και μάλιστα γνώριζε και τον τρόπο για να τα κατακτήσει πια.

Όχι! Δεν θύμιζε σταλιά τη ‘γυναικούλα’ που πίστευε πως ήταν μερικά χρόνια πίσω και μέσα στον γάμο της με τον Αχιλλέα. Τώρα καθισμένη στο ακριβό αυτοκίνητό της καθώς επέστρεφε από το επιτυχημένο σεμινάριο, σκεφτόταν πόσο πολύ και πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει μια ζωή αν το θελήσεις και φυσικά αν το τολμήσεις. Ήταν το τελειότερο παράδειγμα για τον οργανισμό της και αντιπροσώπευε την φιλοσοφία του με κάθε προέκταση της σημερινής ζωής της.

«Τότε… τότε γιατί;»

Αναρωτήθηκε κι ήταν λες κι αυτή η απορία είχε συρθεί κρυφά για να αναδυθεί μέσα στην σκέψη της. Γιατί είχε συνεχώς την εικόνα από το σπίτι τους στο Σούνιο; Γιατί σκεφτόταν τόσο έντονα αυτό το σπίτι τις τελευταίες μέρες; Λες και της φώναζε να πάει εκεί μια αόρατη δύναμη. Ήταν ήδη δύο ώρες που οδηγούσε. Με δυνατή τη μουσική και ένα make up που είχε λίγο σπάσει κάτω από τα μάτια της, είχε πάρει άλλη διαδρομή και είχε διασχίσει όλη την Αττική από μία άκρη στην άλλη.

Φρέναρε απότομα και μαζί με το αυτοκίνητό ταρακουνήθηκε κι εκείνη ολόκληρη. Όταν πια σταμάτησε το όχημα, κοίταξε τριγύρω για να συνειδητοποιήσει έκπληκτη, πως είχε οδηγήσει μέχρι εκεί δίχως καν να το καταλάβει. Οδηγώντας αφηρημένη και βουτηγμένη στον απολογισμό των τελευταίων δύο χρόνων, ασυναίσθητα είχε φτάσει στο Σούνιο και να που τώρα βρισκόταν έξω το σπίτι τους.

Η πανέμορφη εκείνη μονοκατοικία, έβγαζε από τα παράθυρά της ένα κιτρινωπό φως και έκανε αυτό το σπίτι να δείχνει τόσο όμορφο και ζεστό με αυτά τα ξύλινα παντζούρια του σαλονιού που είχε η ίδια κάποτε διαλέξει. Τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια αναβόσβηναν τον ρυθμό τους. Ήταν τα ίδια λαμπάκια που για χρόνια στόλιζε η ίδια σ’ αυτό το σπίτι και χαμογέλασε σαν έφερε στη σκέψη της, την εικόνα του Αχιλλέα να παλεύει φέτος επάνω στην σιδερένια σκάλα για να τα τοποθετήσει μόνος του. Και εκείνη τη στιγμή, μέσα στο ακριβό αυτοκίνητό της, στην σκέψη της σιδερένιας σκάλας, έκανε έναν αλλόκοτο συνειρμό και θυμήθηκε τη μαρμάρινη σκάλα στην πίσω μεριά της βεράντας τους. Κι όποτε σκεφτόταν εκείνη τη σκάλα, θυμόταν αναπόφευκτα κι εκείνο το πρωινό του Ιούλη που έκλειναν τρία χρόνια παντρεμένοι.

Είχε βρέξει ο εκείνη την αυγή κι η Μαίρη κοιμόταν κάτω από τη τέντα της βεράντας. Ονειρευόταν ένα όνειρο γλυκό που δε θυμόταν πια σήμερα, μα δεν ποτέ δεν θα ξεχνούσε πως είχε ξυπνήσει ακούγοντας τις πρώτες στάλες στην τέντα. Σήκωσε το κεφάλι της για να δει από τη βεράντα την άμμο της παραλίας. Τη χάζευε σαν μικρό κορίτσι και παρατηρούσε που σαν έπεφταν οι στάλες της βροχής στην παραλία, η άμμος δημιουργούσε μικροσκοπικούς κρατήρες στο χτύπημά τους. Ήθελε εκείνο το πρωί, εκείνο το τέλειο πρωί, να ακούσει μέσα στην ησυχία του ξημερώματος, πώς η άμμος κατάφερνε να δημιουργήσει ήχο από κάτι τόσο μικρό όπως οι στάλες της βροχής.

Ένας ανεπαίσθητος ήχος της φύσης που δε βαστά θόρυβο, όμως υπήρχε. Μικρά, ατέλειωτα κι ελαφριά ‘παφ-παφ’ επάνω στους κόκκους της άμμου, συντελούσαν μια μικρή ρομαντική συγχορδία. Θυμάται ξεκάθαρα πως τις είχε φανταστεί σαν να είναι σταγονόμπαλες παγωτού σοκολάτας που πέφτει με αργή σταλαγματένια πορεία επάνω σε μια μυρωδάτη βάφλα. Τις πρώτες εκείνες μέρες που είχε αποφασίσει να χωρίσει τον Αχιλλέα, σε μια στιγμή αυτοκριτικής είχε παραδεχτεί πως θα ήταν πολύ όμορφο, το πρόβλημα μέσα στην σκέψη της που την οδηγούσε να τα διαλύσει όλα, να μην έκανε κρότο και να έσβηνε ο ήχος του, όπως και οι στάλες της βροχής, με ένα γλυκό ‘παφ-παφ’ επάνω στην άμμο του ρομαντισμού. Αλλά αυτό ήταν μόνο μια στιγμή και εξανεμίστηκε.

Τώρα η Μαίρη, μέσα στο αυτοκίνητό της, κοιτάζοντας το παλιό της σπίτι, θυμήθηκε τα φιλιά του Αχιλλέα που ποτέ δε έχασαν τη γλυκάδα τους όσος καιρός κι αν είχε περάσει. Τι υπέροχο και πόσο ταιριαστό ζευγάρι που ήτανε. Κι εκείνα τα φιλιά του, της το επιβεβαίωναν συνεχώς για να μην το ξεχνά. Φιλιά που γεμίζαν τα χείλη της με χαμόγελο και παιχνίδισμα. Μέσα από όλες του τις λειτουργίες ο Αχιλλέας δήλωνε πόσο πολύ τη λάτρευε! Μέχρι που είχε επιλέξει και ξυριζόταν διπλές φορές, τα πρωινά μα και τα βράδια της ίδιας μέρας, μόνο και μόνο για να μην τη τσιμπάνε τα γένια του και την γδάρουν. Όχι, φυσικά εκείνη ποτέ δεν του παραπονέθηκε, αλλά επειδή ο Αχιλλέας την αγαπούσε το ήθελε από μόνος του να το κάνει. Τα μικρά αξίζουν στην αγάπη.

Θυμήθηκε το καλοσυνάτο βλέμμα του που τη γέμιζε με γλύκα. Βαστούσε μια παιδικότητα και μια καλοσύνη πανάθεμά το, ακόμη κι όταν τον χώριζε. Είχε χωρίσει εκείνον τον άνθρωπο που την είχε λατρέψει και της έδινε πάντοτε ό,τι και να του ζητούσε. Κι εκείνος αδιαμαρτύρητα ακόμη κι όταν ετοίμαζε τη βαλίτσα της, της είχε πει με γλυκύτητα και καλοσύνη.

«Εντάξει ψαχουλίτσα μου, εντάξει, αφού αυτό θες… εντάξει…»

Εξακολουθώντας με αδόλευτη αγάπη να την προσφωνεί με το παρατσούκλι που είχε σκαρφιστεί κάποτε για εκείνη. Ο δόλιος, ακόμη και τότε στο τέλος έκανε μια ύστατη προσπάθεια να της αλλάξει γνώμη.

Η Μαίρη κούνησε λίγο το κεφάλι της για να συνέλθει από την ανάμνησή του και βγήκε από το αυτοκίνητό της για να πάρει μια ανάσα. Το παραδέχτηκε! Ήταν συγκινημένη από αυτή την εικόνα του πρώην συζύγου της αλλά ήταν ακόμη χαμογελαστή. Κρύωνε αλλά όχι από την Χριστουγεννιάτικη αύρα της χαμηλής θερμοκρασίας. Κρύωνε γιατί μπορούσε να καταλάβει πως παρά τα όνειρα που εκπλήρωσε και την επιτυχημένη πορεία στην εργένικη ζωή της, η Μαίρη πάλι δεν ήταν ευτυχισμένη! Πάλι κάτι της έλειπε!

Εξακολουθούσε να νιώθει μόνη, όπως τότε που πίστευε λαθεμένα πως είναι μόνη μέσα σε ένα γάμο και εκείνη η λατρεία που την αγκάλιαζε για να κουρνιάσει, η Μαίρη την είχε για δεδομένη και δεν την ζύγισε, δεν την εκτίμησε τόσο σωστά όσο της άξιζε. Μόνο που τώρα είχε έρθει κατάφατσα με την αληθινή μοναξιά κι αυτή πονούσε δεκαπλάσια. Αυτή η μοναξιά που την είχε μεταμορφώσει σε ένα δύσκολο και ανικανοποίητο μπροστά στα πάντα πλάσμα, τώρα η Μαίρη συνειδητοποιούσε πως τελικά υπήρχε πάντα εκεί, σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχής της για να την συμπληρώνει και συνάμα να την κλωτσά.

Όταν είχε φύγει μακριά από τον Αχιλλέα, δεν είχε ακούσει να της μιλά αυτή η μοναξιά. Μα να που τώρα της χτυπούσε ξεκάθαρα την πόρτα της σκέψης, γύριζε το πόμολο της καρδιάς και εισέβαλλε στο σπιτάκι της ψυχής της. Αυτή η καταραμένη αναζήτηση του κάτι άλλου, εκείνου του διαφορετικού που όλοι αποζητούν, την έσυρε σε μια μοναξιά που την διάλεξε η ίδια.

Αυτή η μοναξιά, σαν σκιά εδώ και τόσο καιρό την ακολουθούσε κι ας έκανε πως δεν την έβλεπε. Την έφερε στο σημείο, από σταθερή πορεία να ανοίξει το βήμα της για να περπατήσει μακριά από τον Αχιλλέα κι ύστερα που δεν έφτανε αυτό, απλά πήγε πιο γρήγορα για να της ξεφύγει. Και σήμερα; Σήμερα πια η κάθε μέρα της ήταν τρέξιμο για να ξεφύγει από τον κατατρεγμό της μοναξιάς αυτής. Σήμερα, ύστερα από επτακόσια εικοσιτετράωρα ανεξαρτησίας όπου ημέρες και νύχτες εναλλάσσονταν αφειδώλευτα γεμίζοντας το κρεβάτι της με όμορφους συντρόφους και νεότερους που την κολάκευαν και την λάτρευαν για όσο ήθελε εκείνη πια, σήμερα ήταν πάλι έξω από το σπίτι στο Σούνιο αποζητώντας απλά και μόνο, ίσως για τελευταία φορά, να ξανανέβει στην μικρή βεράντα του σπιτιού αυτού και να χαζέψει την παραλία όπως έκανε παλιά.

Γέμισε τη ζωή της αυτά τα χρόνια με ταξίδια σε όλο τον κόσμο, ταξίδια που πριν δύο χρόνια διψούσε να τα κάνει, αλλά δεν τα ζήτησε από τον Αχιλλέα γιατί δεν της έκανε η παρέα του. Τα έκανε λοιπόν τα ταξίδια της με όποιον ήθελε και δίχως να καταλαβαίνει το σημαντικότερο:

Πως είναι η παρέα αυτή που κάνει το ταξίδι πιο γλυκό και το χέρι που βαστά το δικό σου, αυτό που δίνει γεύση στους ξένους τόπους.

Γέμιζε τα μεσημέρια της με τραπέζια σε πολυτελή εστιατόρια που μέχρι πριν δύο χρόνια ποτέ δεν θα έμπαινε, κι όμως έκανε πρόποση σε κενά και άδεια πρόσωπα, τσουγκρίζοντας ποτήρια που τα κρύσταλλα τους έκαναν έναν απαίσιο θόρυβο μέσα στον κλαυσίγελο της καρδιάς της. Η Μαίρη, συμπλήρωνε όσο μπορούσε το κενό της, μα το κενό της έμενε πάντοτε να χάσκει, σαν μικρό τετράγωνο που πάει να κλείσει έναν μεγάλο κύκλο.

Αφήνοντας πίσω το αυτοκίνητό της και δίχως να κουμπώσει το όμορφο ακριβό παλτό της, πήρε το στενό μονοπατάκι δίπλα από το σπίτι τους και δειλά δειλά, βγήκε στην πίσω μεριά της μονοκατοικίας. Ανέβηκε τα πλατιά σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην βεράντα. Είχε αφήσει την ακριβή της τσάντα μέσα στο αυτοκίνητο, αλλά είχε βγάλει από μέσα του εκείνο το λαστιχάκι για τα μαλλιά της που το λάτρευε.

Ένα φθαρμένο και παλιό λαστιχάκι που είχε ξεφτίσει και πετούσαν μέσα από το μαύρο βραχίονά του, λευκές και μισοκομμένες οι λαστιχένιες κλωστές του. Σαν το βαστούσε σφιχτά μέσα στα χέρια της, θυμήθηκε εκείνη την συζήτηση που είχε κάνει με τον Αχιλλέα. Του είχε διαμαρτυρηθεί έντονα κάποτε για ένα παλιό πουλόβερ του που δεν ήθελε να το πετάξει.

«Μα τι μανία πιάνει μερικές φορές, κάποιους ανθρώπους να μην θέλουν να αποχωριστούν κάτι που έχει παλιώσει, απλά και μόνο επειδή τους βολεύει! Αφήνονται θαρρώ έτσι, στο να αποκτήσουν μια εμμονή κι αυτό δεν μπορεί να είναι υγιές!»

 «Δίχως εμμονές καρδούλα μου και δίχως πάθη, τι χρώμα θα είχε η ζωή; Θα ήταν απλά ένας στραβός πίνακας με ένα μονότονο χυμένο γκρίζο που ποτέ δε χρωματίζει τη ζωή!» […]

 

Συγγραφέας: Γεώργιος Ελ. Τζιτζικάκης

Έτος έκδοσης: 2012
ISBN: 978-960-438-139-5
Σελίδες: 312, Τιμή: 16,00 €

ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ «BOOKS AND THE CITY» εδώ


Σχόλια για το βιβλίο: 15
  • Φίλιππος Ἀγγελὴς
    22 Ιουλίου 2012
    #1

    Kαλὴ ἐπιτυχία, Γιῶργο! Καλοτάξιδο καὶ διαχρονικὸ στὶς ψυχὲς τῶν ἀναγνωστῶν…

  • Ποθουλάκης Γιάννης
    23 Ιουλίου 2012
    #2

    Άλλο ένα βιβλίο που εξυμνεί τον φανταστικό κόσμο του ωραίου φύλου. Ο συγγραφέας κατέχοντας τα ιδανικά και τις θεμελιώδεις της γυναικείας κρίσης απολαμβάνει μία ακόμα αναγνωστική εμπειρία που πρέπει να διαβαστεί.

  • Julia Poulimenakou
    6 Αυγούστου 2012
    #3

    Δέκα αυτοτελείς ιστορίες που υμνούν τη γυναίκα, με διαφορετικούς χαρακτήρες και με τη φαντασία και το ύφος του συγγραφέα ενσαρκώνουν πραγματικά το γυναικείο φύλο. Η γραφή του ξεχειλίζει από αλήθεια και μας μεταφέρει σε αληθινούς παράδεισους ή και το αντίθετο, χωρίς να μειονεκτεί κανένας ήρωας. Το βιβλίο αυτό είναι ένα εγχειρίδιο φιλοσοφίας του γυναικείου φύλου και πρέπει να το διαβάσουν όλες τις γυναίκες και φυσικά όλο το ανδρικό φύλο. Σε κάθε ιστορία βλέπεις και κάτι από τον δικό σου εαυτό, όσο κι αν η φαντασία ορισμένες φορές οργιάζει, πάντα ισορροπεί με αυτό που θέλεις να κρατήσεις για σένα.. Γιώργο σ΄ ευχαριστούμε γιατί είσαι αληθινός και έτσι να συνεχίσεις να μας γοητεύεις με τα αριστουργήματά σου!!

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ
    25 Αυγούστου 2012
    #4

    καλησπερα γιωργο πως εισαι? εγω πολυ καλα ευτυχως
    τελειωσα το τελευταιο βιβλιο σου, αλλα πιστευω οτι η κολαση κ ο παραδεισος ειναι μεσα στον ιδιο τον ανθρωπο, αρα συνεπως κ στη γυναικα
    οι χαρακτηρες των διηγηματων ξεδιπλωνονται πολυ ωραια κ αποκαλυπτουν τα καλα κ τα ασχημα στοιχεια της προσωπικοτητας τους
    συγκινητικο το διηγημα με τον τυπο κ τις 2 δημητρες
    δειχνει ακριβως την ανοησια του «πετυχημενου» ανδρα κ ειναι η αλλη οψη του νομισματος , με το διηγημα της πετυχημενης γυναικας που εγκαταλειπει τον ανδρα που την λατρευει, για να γυρισει μετα απο ενα χρονο με δακρυα στα ματια πισω σε αυτον…
    η ιστορια της γιαγιας που υπηρξε ιεροδουλη επισης συγκινητικη
    οπως κ η ιστορια του ανδρα που εχασε τη γυναικα κ το παιδι του σε αεροπορικο ατυχημα
    κοντολογις απο ολα τα διηγηματα αναδυεται μια ευαισθησια του ανθρωπου που εχει βρει το αλλο του μισο κ το φυλα σαν κορη οφθαλμου
    ή αναδυεται η μετανοια αυτου που ειχε τον παραδεισο στα χερια του, ζουσε σε αυτον, αλλα δυστυχως δεν το γνωριζε…
    δεν μ αρεσει να λεω πολλα, αρκει να πω για το τελος, οτι κ σε αυτο το βιβλιο σου , ο καθενας μπορει να βρει κατι προσωπικο του, κατι που εχει ηδη ζησει…
    οπως εγω βρηκα στην ιστορια του νεαρου κρητικου που εχασε την κοπελα που ηθελε να κανει γυναικα του, οταν η τελευταια εφυγε για σπουδες στη θεσσαλονικη..
    ομως κ σε αλλα διηγηματα βρηκα καποια βιωματα μου, κ εγω ειχα καποτε μια ειρηνουλα – οχι δημητρουλα – που με αγαπουσε , ομως την αφησα απο εγωισμο
    γι αυτο πιστευω οτι μεσα μας κρυβεται ο παραδεισος, αλλα δυσυχως πολλες φορες ανακαλυπτουμε κ την κολαση..
    να σαι καλα φιλε μου, σ ευχαριστω για την προσπαθεια σου , να ξερεις οτι αγαπουμε αυτα που γραφεις
    δημητρης

  • Miss Betty
    29 Αυγούστου 2012
    #5

    Τι να πω και γι’ αυτό το βιβλίο του αγαπημένου Γιώργου Τζιτζικάκη…
    ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ!!!
    Τώρα είμαι στη 2η ανάγνωσή του για να δω αν θα αλλάξουν τα συναισθήματα που μου γέννησε η 1η φορά!!! Και μου γέννησε πολλά και διαφορετικά συναισθήματα, όλα έντονα και αληθινά!!! Συγκινήθηκα πολύ και έκλαψα με κάποιες από τις ιστορίες, ονειρεύτηκα με άλλες, προβληματίστηκα, χαμογέλασα, πικράθηκα, γαλήνεψα, θορυβήθηκα, θύμωσα, ερωτεύτηκα!!! Έζησα όλες τις ιστορίες μέσα από την όμορφη γραφή του συγγραφέα, συμπορεύτηκα με κάποιες από τις ηρωίδες αλλά και τους ήρωες, βυθίστηκα στις αναμνήσεις μου, βρήκα κι εγώ κοινά στοιχεία με τη δική μου ζωή…
    Τι παραπάνω χρειάζεται ένα ΚΑΛΟ ΒΙΒΛΙΟ από το να κάνει τον αναγνώστη να ΣΤΟΧΑΖΕΤΑΙ και να ΝΙΩΘΕΙ;;;
    Και αυτό ακριβώς μας προσφέρει ο Γιώργος Τζιτζικάκης με το νέο του βιβλίο
    «Γυναίκα η Κόλαση… Γυναίκα κι ο Παράδεισος!»
    Πολλά συγχαρητήρια,ευχαριστίες και ευχές για συνέχεια στο έργο σου, Γιώργο Τζιτζικάκη!!!

  • Μαρία Πεπικίδου
    1 Σεπτεμβρίου 2012
    #6

    Καλή επιτυχία Γιώργο..

  • AΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ
    2 Οκτωβρίου 2012
    #7

    KAΛΟΤΑΞΙΔΟ ΤΟ ΝΕΟ ΣΟΥ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΏΡΓΟ!!!!ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ!!!!

  • ΜΑΡΘΑ
    2 Νοεμβρίου 2012
    #8

    Η ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΦΡΕΣΚΟΒΑΜΜΕΝΟ ΞΥΛΟ ΜΕ ΣΚΙΑΣΑΝ,,,,,,,,,ΚΑΤΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΥΜΝΕΙ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ. ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΓΙΩΡΓΟ…

  • Βίκυ Ιωάννινα
    14 Νοεμβρίου 2012
    #9

    Διαβάζοντας την εισαγωγή, αντιλαμβάνεσαι ότι πρόκειται για ένα βιβλίο σύγχρονο, χωρίς τάσεις εντυπωσιασμού, αλλά δεν σε προδιαθέτει για το τι θα ακολουθήσει…
    Αυτό που ακολουθεί είναι ιστορίες γεμάτες συναισθήματα, με επίκεντρo τη γυναίκα και το πως αυτή κινεί τα νήματα της ζωής, ιστορίες που σου προκαλούν γέλιο, θλίψη, συγκίνηση και… ερωτηματικά!
    Θα σταθώ στην ιστορία με τον νεαρό και τη μητέρα του που «έφυγε» από καρκίνο, μιας και εγώ έχω βιώσει ανάλογο γεγονός (ευτυχώς με θετική κατάληξη), η οποία ήταν για μένα ό,τι πιο όμορφο έχω διαβάσει. Με έκανε να καταλάβω για μία ακόμη φορά, πόσο απαραίτητη είναι η παρουσία της μητέρας στη ζωή μας. Αυτή η σχέση μάνας – παιδιού, είναι ακριβώς όπως την περιγράφει ο Γιώργος: Ερωτική.
    Καλοτάξιδο!

  • Χρύσα
    8 Φεβρουαρίου 2013
    #10

    Το βρήκα πολύ ταξιδιάρικο. Παίζεις με τις αναμνήσεις, άλλωστε μέσα απο αυτές συνεχίζουμε να ζούμε. Τα διηγήματα σου κατάφεραν να με ταξιδέψουν και να μου θυμίσουν καταστάσεις που είχα θάψει πολύ μέσα μου! Απλά αυτή τη φορά τις είδα πιο ανάλαφρα, με βοήθησες εσύ
    Μπορώ να πω πως η αστυνομική σου πλευρά μου άρεσε πολύ.Το φρεσκοβαμμένο ξύλο είναι ένα απο τα αγαπημένα μου διηγήματα. Μου αρέσει το μυστήριο κι ενώ εσύ κατα κάποιον τρόπο προδιέθετες τον δολοφόνο, στο τέλος μας εκπλήσσεις.
    Αγαπημένο μου είναι και το «Λεμονιές και άνθη» και μόνο ο τίτλος ευωδιάζει. Μυρίζει άνοιξη, αναμνήσεις, αθώες εποχές. Κάτι που μας λείπει πολύ τα χρόνια που διανύουμε. Έκανες καλά που το έβαλες στο τέλος.Είναι στενάχωρη η ιστορία σου,αλλά οι μυρωδιές των αναμνήσεων της κυρα Βασιλικής την κρατάνε ζωντανή. Ϊσως αυτό να θέλεις να μας μεταφέρεις. Να μείνουμε ζωντανοί, μέσα απο τις μυρωδιές των αναμνήσεων μας.

    Είχες δεν είχες μας καθήλωσεςπάλι.Να σαι πάντα καλά και να μας ταξιδεύεις!!!!

  • ροδανθη κουμη
    12 Φεβρουαρίου 2013
    #11

    αψογο απροβλεπτο τελειο ……..

  • Σπύρος Ποταμίτης
    30 Μαρτίου 2013
    #12

    Μια δυνατή πνοή του ανέμου που μπορεί να σε ταξιδέψει μακριά…
    Μπράβο Γιώργο!!!

  • Μyrisun
    1 Ιουνίου 2013
    #13

    με 2 απλές λέξεις…Ειναι θαυμάσιο..Αγαπάς τη γυναίκα ..το δειχνεις και φυσικα το υποστηρίζεις..Μπράβο κ γιαυτή την σίγουρη επιτυχία σου…

  • ΕΥΑ ΠΕΔΙΑΔΙΤΑΚΗ
    14 Απριλίου 2014
    #14

    ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ!

  • Αναστασία Μακράτζη
    2 Ιουλίου 2014
    #15

    Μπράβο, εύχομαι πάντα να οδηγείς τους αναγνώστες σου σε μονοπάτια δημιουργικών συναντήσεων

Γράψτε το σχόλιό σας:





Το βήμα των αναγνωστών μας
Θεματικές κατηγορίες βιβλίων Νέα άρθρα στο Πολιτισμός Πολίτης
  • Τις ρίζες μας έδωσαν… ριζοσπάστες. Ένα βιβλίο για την Ιστορία μας, «ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ»
  • ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ, 1868: ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ [Πώς οι ζακυνθινοί εκλογείς από 5000 το 1863 έγιναν 14.408 το 1868!]
  • Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, μέσα από την εφημερίδα Αθηνά της 8ης Σεπτεμβρίου 1843 [η αναίμακτη Ελληνική μετάβαση στην συνταγματική μοναρχία]
  • Οι Λουμπαρδιανοί, οι Λιουραίοι, οι άλλοτε Ζακυνθινές εκλογές και ο ΄Αγγελος Καντούνης
  • ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΖΟΥΠΑΝΟΥ: «MAISON DE TOLERANCE» ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ «ACTION». Φρόυντ και Στανισλάβσκι ή Λακάν και Μπρεχτ; Ιδού η Απορία!
  • «ΙΝΑ ΤΙ», Ο ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟΣ ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΙΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗ
  • Ο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ GIAN BATTISTA MORATELLI ΚΑΙ Η ΛΗΞΗ ΜΙΑΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ ΤΟΥ 1806
  • ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΑΒΟΥΡΗ: Έξω ο Πάρις από την Ευρώπη! Η «Ωραία Ελένη» του Jacques Offenbach σε σκηνοθεσία Ισίδωρου Σιδέρη
  • ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, Η ιδιαίτερη ηθική βάση μιας Χρεοκοπημένης Κοινωνίας
  • «ΤΑ ΚΑΚΟΡΙΖΙΚΑ», της Θάλειας Γρίβα, στο «θέατρο 104»